Η οικονομία της Ευρωζώνης επέδειξε αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα πριν από την έναρξη του πολέμου στη Μέση Ανατολή, όμως η νέα ενεργειακή κρίση ανατρέπει τις ισορροπίες, επιβαρύνοντας τις προοπτικές ανάπτυξης και ενισχύοντας τους κινδύνους για τον πληθωρισμό.

Αυτό επισημαίνει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο στην ετήσια τεχνική έκθεσή του για τις κοινές οικονομικές πολιτικές της Ευρωζώνης, προειδοποιώντας ότι η αβεβαιότητα γύρω από τις ενεργειακές προμήθειες, το αυξημένο κόστος και οι γεωπολιτικές εντάσεις δημιουργούν ένα νέο δύσκολο περιβάλλον για την ευρωπαϊκή οικονομία.

Την ίδια στιγμή, το ΔΝΤ διατυπώνει θετικές εκτιμήσεις για την Ελλάδα, καθώς την κατατάσσει μεταξύ των χωρών της Ευρωζώνης που αναμένεται να συνεχίσουν τη μείωση του δημόσιου χρέους τους τα επόμενα χρόνια, σε αντίθεση με μεγάλες οικονομίες όπως η Γαλλία και η Γερμανία.

Η Ευρώπη μπήκε στην κρίση με ισχυρότερη βάση

Σύμφωνα με το Ταμείο, η οικονομία της Ευρωζώνης το 2025 κινήθηκε ελαφρώς πάνω από τον δυνητικό της ρυθμό ανάπτυξης, ενώ ο πληθωρισμός παρέμεινε κοντά στον στόχο για το μεγαλύτερο μέρος του έτους.

Το παραγωγικό κενό είχε ουσιαστικά κλείσει, ενώ το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών παρουσίασε περιορισμό του πλεονάσματός του. Παράλληλα, η εξωτερική θέση της Ευρωζώνης αξιολογείται ως γενικά συμβατή με τα θεμελιώδη οικονομικά μεγέθη.

Ωστόσο, η νέα γεωπολιτική κρίση στη Μέση Ανατολή δημιουργεί ένα νέο σοκ προσφοράς, με την ενέργεια να βρίσκεται ξανά στο επίκεντρο των κινδύνων.

Η ενεργειακή κρίση φρενάρει την ανάπτυξη

Το ΔΝΤ εκτιμά ότι η αβεβαιότητα για την αποκατάσταση των ενεργειακών ροών παραμένει υψηλή, ενώ δεν είναι σαφές για πόσο διάστημα οι τιμές θα παραμείνουν αυξημένες σε σχέση με την προπολεμική περίοδο.

Η κατάσταση αυτή δυσχεραίνει τις αποφάσεις των κυβερνήσεων και των κεντρικών τραπεζών, καθώς πρέπει να αντιμετωπίσουν ταυτόχρονα τον κίνδυνο χαμηλότερης ανάπτυξης και υψηλότερου πληθωρισμού.

Παράλληλα, η νέα κρίση έρχεται να προστεθεί σε ήδη γνωστές αδυναμίες της Ευρώπης, όπως η χαμηλή αύξηση της παραγωγικότητας, η γήρανση του πληθυσμού και η ανάγκη για μεγάλες επενδύσεις στην ψηφιακή τεχνολογία και την καθαρή ενέργεια.

Υποχώρηση ανάπτυξης, άνοδος πληθωρισμού

Στο βασικό σενάριο του ΔΝΤ, η ενεργειακή αναταραχή από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή θα επηρεάσει την οικονομία μέσω της μείωσης της εμπιστοσύνης και της αυστηρότερης χρηματοπιστωτικής κατάστασης.

Σε σύγκριση με τις προπολεμικές προβλέψεις, η ανάπτυξη της Ευρωζώνης αναμένεται να είναι χαμηλότερη κατά 0,5 ποσοστιαίες μονάδες το 2026 και κατά 0,2 μονάδες το 2027.

Ο ρυθμός ανάπτυξης προβλέπεται πλέον στο 0,9% το 2026 και στο 1,2% το 2027.

Η ιδιωτική κατανάλωση αναμένεται να δεχθεί πιέσεις λόγω της αύξησης του ενεργειακού κόστους και της μείωσης του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών, ενώ οι επενδύσεις επηρεάζονται από το αυξημένο κόστος παραγωγής και την αβεβαιότητα.

Αντίθετα, οι αυξημένες αμυντικές και επενδυτικές δαπάνες, κυρίως στη Γερμανία, εκτιμάται ότι θα λειτουργήσουν ως αντίβαρο.

Ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη προβλέπεται να αυξηθεί στο 2,9% το 2026 και να υποχωρήσει στο 2,3% το 2027, ενώ ο δομικός πληθωρισμός εκτιμάται ότι θα παραμείνει στο 2,3%.

Η Ελλάδα στους κερδισμένους της δημοσιονομικής εξίσωσης

Ιδιαίτερη σημασία έχει η εκτίμηση του ΔΝΤ για την πορεία του δημόσιου χρέους.

Ενώ συνολικά το χρέος της Ευρωζώνης αναμένεται να αυξηθεί από περίπου 87% του ΑΕΠ το 2025 στο 90% το 2031, λόγω κυρίως των αυξημένων αμυντικών δαπανών, ορισμένες χώρες της περιφέρειας αναμένεται να συνεχίσουν την αποκλιμάκωση.

Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται η Ελλάδα, η Πορτογαλία και η Ισπανία.

Η εξέλιξη αυτή αντανακλά τη βελτίωση των δημοσιονομικών μεγεθών, τη συνέχιση των πρωτογενών πλεονασμάτων και τη δυναμική ανάπτυξης που επιτρέπει τη μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ.

Αντίθετα, χώρες όπως η Γαλλία και η Γερμανία αντιμετωπίζουν αυξανόμενες πιέσεις, καθώς οι ανάγκες για άμυνα, επενδύσεις και στήριξη της οικονομίας περιορίζουν τα περιθώρια δημοσιονομικής προσαρμογής.

Πιθανή νέα αύξηση επιτοκίων από την ΕΚΤ

Το ΔΝΤ προβλέπει ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα μπορούσε να προχωρήσει σε ακόμη μία αύξηση επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης μέσα στο 2026, με το βασικό επιτόκιο να φτάνει το 2,5% στο τέλος του έτους.

Η κίνηση αυτή θα εξαρτηθεί από την πορεία του πληθωρισμού και κυρίως από το αν οι αυξήσεις στις τιμές ενέργειας περάσουν στις ευρύτερες πληθωριστικές προσδοκίες.

Παράλληλα, η δημοσιονομική πολιτική της Ευρωζώνης αναμένεται να παραμείνει συνολικά ουδέτερη, καθώς οι υψηλότερες δαπάνες για άμυνα και επενδύσεις αντισταθμίζονται από την ανάγκη περιορισμού των ελλειμμάτων στις χώρες με υψηλό χρέος.

Προειδοποίηση για νέους χρηματοπιστωτικούς κινδύνους

Το ΔΝΤ προειδοποιεί ότι οι κίνδυνοι για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα έχουν αυξηθεί μετά το ενεργειακό σοκ.

Μεταξύ των βασικών απειλών περιλαμβάνονται μια απότομη επιδείνωση του επενδυτικού κλίματος, μια πιθανή διόρθωση στις αγορές που συνδέονται με την τεχνητή νοημοσύνη, αλλά και νέες πιέσεις στις αγορές κρατικών ομολόγων.

Παράλληλα, αυξάνονται οι ανησυχίες για τη μόχλευση και τη χαμηλή διαφάνεια σε τμήματα της αγοράς των μη τραπεζικών χρηματοπιστωτικών οργανισμών, όπως τα private credit funds και τα επενδυτικά κεφάλαια ακινήτων.

Ωστόσο, το Ταμείο εκτιμά ότι οι ευρωπαϊκές τράπεζες παραμένουν ανθεκτικές, χάρη στην ισχυρή κεφαλαιακή τους βάση, την υψηλή ρευστότητα και τα χαμηλά επίπεδα μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Το μεγάλο στοίχημα της Ευρώπης

Το ΔΝΤ καλεί την Ευρωπαϊκή Ένωση να επιταχύνει τις μεταρρυθμίσεις για μεγαλύτερη ανθεκτικότητα, με έμφαση στην ενεργειακή αυτονομία, την ενοποίηση της αγοράς ενέργειας, την ψηφιακή μετάβαση και την ολοκλήρωση της Ένωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων.

Η νέα κρίση στη Μέση Ανατολή, σύμφωνα με το Ταμείο, αποτελεί δοκιμασία για το ευρωπαϊκό οικονομικό μοντέλο.

Για την Ελλάδα, ωστόσο, η εικόνα εμφανίζεται διαφορετική: η χώρα που βρέθηκε στο επίκεντρο της κρίσης χρέους της προηγούμενης δεκαετίας βρίσκεται πλέον ανάμεσα στις οικονομίες που εμφανίζουν τη μεγαλύτερη βελτίωση στη δημοσιονομική τους θέση.

Διαβάστε ακόμη: