Σε μια κρίσιμη καμπή για την ελληνική αγορά ακινήτων, η Dimand συνεχίζει το πρόγραμμα αποεπενδύσεων που σηματοδοτεί εκτεταμένες αλλαγές στο επιχειρησιακό της μοντέλο.
Η εισηγμένη εταιρεία έχει ήδη ολοκληρώσει την πώληση του ιστορικού συγκροτήματος Μινιόν στο κέντρο της Αθήνας στην Alpha Bank, έναντι περίπου 36,7 εκατ. ευρώ, σε μια συμφωνία που ολοκληρώθηκε στα τέλη Δεκεμβρίου 2025.
Το τίμημα αντανακλά την εφαρμογή μεθόδου καθαρής θέσης, ενώ τα συνολικά επενδεδυμένα κεφάλαια της Dimand στο ακίνητο ανέρχονταν στα 22 εκατ. ευρώ περίπου.
Το Μινιόν, που είχε μεταβληθεί σε σύγχρονο συγκρότημα μικτής χρήσης γραφείων και καταστημάτων με πιστοποίηση LEED Gold, έχει φιλοξενήσει μισθωτές όπως η Inditex και η ΔΕΗ, ενώ σύμφωνα με πληροφορίες η Dimand εξετάζει τη δημιουργία κατοικιών στο υπόλοιπο τμήμα του συγκροτήματος μέσα στο 2026.
Η πώληση του Μινιόν αποτελεί μόνον την αρχή ενός ευρύτερου κύκλου που είχε δρομολογηθεί ήδη από το 2025, όταν η εταιρεία ανακοίνωσε σχέδια για αποχώρηση από ακίνητα συνολικής αξίας έως και 220 εκατ. ευρώ, στο πλαίσιο αναδιάρθρωσης του επενδυτικού της χαρτοφυλακίου και έμφασης σε νέες ευκαιρίες ανάπτυξης.
Παράλληλα με το Μινιόν, η αγορά έχει στραμμένο το βλέμμα και σε επόμενες πιθανές αποεπενδύσεις, όπως ο Πύργος του Πειραιά, ένα από τα πιο εμβληματικά έργα του αστικού τοπίου, καθώς και το κτήριο γραφείων στα Πατήσια και το ακίνητο του Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας στο Μαρούσι, που παρουσιάζονται ως πιθανές επόμενες κινήσεις πώλησης μέσα στο 2026.
Η αγορά διερευνά αν αυτές οι κινήσεις συνιστούν αναδιάταξη προτεραιοτήτων ενόψει μιας ευρύτερης στρατηγικής μετάβασης σε νέες κατηγορίες ακινήτων, ή αν πρόκειται απλώς για «τακτοποιήσεις» πριν από έναν πιο έντονο επενδυτικό κύκλο. Οι αναλυτές τονίζουν ότι η Dimand επιδιώκει να μετασχηματίσει το χαρτοφυλάκιο της από μία εταιρεία διαχείρισης ακινήτων σε έναν πιο δυναμικό και διαφοροποιημένο developer, εστιάζοντας σε έργα με υψηλότερη προστιθέμενη αξία και δυνατότητα αποκόμισης υπεραξιών στο μέλλον.
Από πλευράς επιχειρησιακής στρατηγικής, η διοίκηση έχει υπογραμμίσει ότι οι πωλήσεις δεν αποτελούν απλώς κινήσεις ρευστοποίησης: στόχος είναι η απελευθέρωση κεφαλαίου για να χρηματοδοτηθούν καινούργια έργα μεγάλης κλίμακας, που σύμφωνα με προηγούμενες παρουσιάσεις επιχειρησιακών σχεδίων ενδέχεται να υπερβούν το 1 δισ. ευρώ συνολικής επένδυσης στην επόμενη τριετία.
Σύμφωνα με αναλυτές της αγοράς, η στρατηγική αυτή έχει δύο βασικά πλεονεκτήματα:
Μείωση κινδύνων από περιουσιακά στοιχεία που έχουν ήδη ωριμάσει, επιτρέποντας ταυτόχρονα την επίτευξη υπεραξιών σε σχέση με το αρχικό κόστος επένδυσης.
Αναπροσανατολισμό προς έργα με περισσότερες δυνατότητες ανάπτυξης και μεγαλύτερους ρυθμούς απόδοσης κεφαλαίου, ειδικά σε κλάδους όπως η κατοικία και η φιλοξενία, που θεωρούνται μελλοντικά δυναμικοί για την ελληνική αγορά.
Μερικοί αναλυτές επισημαίνουν, ωστόσο, ότι η επιτυχία της νέας στρατηγικής εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από την ικανότητα της εταιρείας να δημιουργήσει αξία από νέα έργα, καθώς η φάση αποεπενδύσεων ολοκληρώνεται και ξεκινά η φάση επαναεπένδυσης.
Σε αυτό το πλαίσιο, επισημαίνεται η ανάγκη προσεκτικού προγραμματισμού, επιλογής συνεργασιών και ενεργοποίησης κεφαλαίων για να διασφαλιστεί ότι η Dimand θα διατηρήσει ισχυρούς ρυθμούς ανάπτυξης και ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στην ελληνική και ενδεχομένως διεθνή αγορά ακινήτων.
Διαβάστε ακόμη:
- Συμφωνία Μασούτη – Κρητικού: ποιοι περιμένουν τις υποχρεωτικές πωλήσεις καταστημάτων
- Η οικογένεια Μαρτίνου επεκτείνεται στα ακίνητα με νέα εταιρεία και κεφάλαιο 5 εκατ. ευρώ
- Καταναλωτική πίστη σε κόκκινο συναγερμό: caps στα επιτόκια και φόβοι για νέο κύμα NPEs
- Reuters: Τουλάχιστον 5.000 οι επιβεβαιωμένοι νεκροί στις διαδηλώσεις στο Ιράν