Πόδι στην εξελισσόμενη αγορά των οργανικών μπαταριών βάζει η ΔΕΗ, επενδύοντας στη γερμανική CMBlu Energy AG και αποκτώντας στρατηγική συμμετοχή στην ελληνική θυγατρική της, CMBlu Greece, η οποία προωθεί την ανάπτυξη της πρώτης μονάδας μαζικής παραγωγής οργανικών μπαταριών στη χώρα.
Η επιχείρηση συμμετείχε στην αύξηση μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας με περίπου 20 εκατ. ευρώ, στο πλαίσιο της στρατηγικής της για ενίσχυση της παρουσίας της στον ταχέως αναπτυσσόμενο τομέα της αποθήκευσης ενέργειας και την έγκαιρη τοποθέτησή της σε νέες τεχνολογίες.
Το εργοστάσιο της CMBlu στη Θεσσαλονίκη
Στόχος της CMBlu είναι η δημιουργία της πρώτης μονάδας μαζικής παραγωγής οργανικών μπαταριών στην Ελλάδα, στη Βιομηχανική Περιοχή Σίνδου, σε οικόπεδο 20 στρεμμάτων που έχει αποκτηθεί από τη ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ. Η κατασκευή του εργοστασίου αναμένεται να ξεκινήσει το 2026, με στόχο οι πρώτες οργανικές μπαταρίες να διατεθούν στην αγορά το 2027.
Η μονάδα θα αποτελέσει το πρώτο κέντρο παραγωγής της τεχνολογίας Organic SolidFlow της εταιρείας στην περιοχή, με στόχο την κάλυψη της ζήτησης για έργα αποθήκευσης ενέργειας μεγάλης κλίμακας, τόσο στην Ελλάδα όσο και στη Νοτιοανατολική Ευρώπη.
Η γερμανική εταιρεία έχει ήδη εξασφαλίσει σημαντική εμπορική συμφωνία, καθώς πρόσφατα υπέγραψε δεκαετή σύμβαση-πλαίσιο με τον ενεργειακό όμιλο Uniper για την προμήθεια μπαταριών συνολικής χωρητικότητας 5 GWh. Η συμφωνία, με διάρκεια έως το 2037, προβλέπει την τμηματική παράδοση συστημάτων αποθήκευσης τουλάχιστον 100 MWh ανά εγκατάσταση, με έναρξη των παραδόσεων το 2027. Η συνεργασία αυτή ακολούθησε την επιτυχή ολοκλήρωση της δοκιμής αποδοχής εγκατάστασης (Site Acceptance Test – SAT), επιβεβαιώνοντας την επιχειρησιακή ετοιμότητα της τεχνολογίας.
Η τεχνολογία των οργανικών μπαταριών
Η CMBlu αναπτύσσει μπαταρίες που βασίζονται σε οργανικά υλικά με βάση τον άνθρακα, αντί μετάλλων όπως το λίθιο και το κοβάλτιο, περιορίζοντας την εξάρτηση από κρίσιμες πρώτες ύλες και τις διεθνείς εφοδιαστικές αλυσίδες. Οι οργανικές μπαταρίες προσφέρουν μεγάλη διάρκεια ζωής και υψηλό επίπεδο ασφάλειας, ενώ είναι ιδιαίτερα κατάλληλες για εφαρμογές αποθήκευσης ενέργειας μεγάλης κλίμακας, όπως έργα ΑΠΕ και ηλεκτρικά δίκτυα.
Ωστόσο, η τεχνολογία βρίσκεται ακόμη σε φάση εμπορικής ανάπτυξης και εμφανίζει χαμηλότερη ενεργειακή πυκνότητα σε σχέση με τις μπαταρίες λιθίου, γεγονός που περιορίζει τη χρήση της κυρίως σε σταθερές ενεργειακές εγκαταστάσεις. Παρά ταύτα, θεωρείται μία από τις πλέον υποσχόμενες λύσεις για αποθήκευση ενέργειας μεγάλης διάρκειας, με κρίσιμο ρόλο στην ενεργειακή μετάβαση.
Σχέδιο ανάπτυξης 1,44 GW μπαταριών έως το 2028
Η επένδυση στην CMBlu εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πρόγραμμα ανάπτυξης έργων αποθήκευσης ενέργειας από τη ΔΕΗ, με στόχο τη δημιουργία χαρτοφυλακίου συνολικής ισχύος 1,44 GW έως το 2028. Για την υλοποίηση του σχεδίου προβλέπονται επενδύσεις ύψους περίπου 600 εκατ. ευρώ, ενισχύοντας την ευελιξία του ενεργειακού χαρτοφυλακίου της επιχείρησης και δημιουργώντας νέες πηγές εσόδων.
Ήδη βρίσκονται σε τροχιά λειτουργίας οι τρεις πρώτες αυτόνομες μονάδες αποθήκευσης συνολικής ισχύος 150 MW, με στήριξη του Ταμείου Ανάκαμψης. Η πρώτη μονάδα 50 MW στην Κοζάνη αναμένεται να τεθεί άμεσα σε λειτουργία, ενώ δεύτερη αντίστοιχης ισχύος στην ίδια περιοχή θα ολοκληρωθεί έως το τέλος του έτους. Το τρίτο έργο, επίσης 50 MW, στο Αμύνταιο, προγραμματίζεται να τεθεί σε λειτουργία μέσα στην άνοιξη. Παράλληλα, σχεδιάζεται η ανάπτυξη επιπλέον έργων αποθήκευσης συνολικής ισχύος 250 MW χωρίς επιδότηση.
Οι μονάδες αποθήκευσης θα λειτουργούν τόσο αυτόνομα όσο και σε συνδυασμό με έργα ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, επιτρέποντας τη βέλτιστη αξιοποίηση της παραγωγής και τη συμμετοχή στις αγορές ηλεκτρικής ενέργειας, συμπεριλαμβανομένης της αγοράς επόμενης ημέρας και της αγοράς εξισορρόπησης.
Διπλή στρατηγική
Η ΔΕΗ αναπτύσσει ταυτόχρονα δύο στρατηγικούς άξονες: αφενός επιταχύνει την υλοποίηση ενός εκτεταμένου χαρτοφυλακίου αποθήκευσης ενέργειας έως το 2028 και αφετέρου τοποθετείται έγκαιρα σε νέες τεχνολογίες, όπως οι οργανικές μπαταρίες Organic SolidFlow, οι οποίες –εφόσον περάσουν επιτυχώς στο στάδιο της μαζικής παραγωγής– μπορούν να της προσδώσουν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στην επόμενη φάση της αγοράς αποθήκευσης ενέργειας.