Για μεγάλες δημοσιονομικές προκλήσεις, οι οποίες θα μπορούσαν να προκαλέσουν μπελάδες, προειδοποιεί ο επικεφαλής οικονομολόγος της HSBC για την Ευρωζώνη, Fabio Balboni. Καθώς όλο και περισσότερες από τις μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου ανοίγουν την στρόφιγγα του χρήματος για να στηρίξουν την ανάπτυξη, η δημοσιονομικά κατάσταση είναι στις περισσότερες ανεπτυγμένες χώρες πολύ χειρότερη από ό,τι ήταν πριν από την πανδημία. Η δημοσιονομική προσαρμογή που απαιτείται σε χώρες οι ΗΠΑ, η Γαλλία, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γερμανία είναι τέτοιας κλίμακας ώστε χαρακτηρίζεται σπάνια με βάση τα ιστορικά δεδομένα, ακόμα και εάν δεν μιλάμε για διάστημα ενός έτους, αλλά αρκετών χρόνων.
Όπως επισημαίνει η HSBC, οι ΗΠΑ αναμένεται να εμφανίσουν δημοσιονομικό έλλειμμα τουλάχιστον 6% του ΑΕΠ φέτος, η Γερμανία έχει αρχίσει να δανείζεται μεγάλα ποσά για να χρηματοδοτήσει το σχέδιο υποδομών της ύψους 500 δισ. ευρώ και η Ιαπωνία ενδέχεται να προχωρήσει σε μεγάλες μειώσεις φόρων.

Στη Γαλλία, αν και η έγκριση του προϋπολογισμού για το 2026 έφερε κάποια ανακούφιση στις αγορές, οι παραχωρήσεις που έγιναν συνεπάγονται μεγαλύτερο δημοσιονομικό εκτροχιασμό.
Όλα αυτά σημαίνουν ότι η δημοσιονομική κατάσταση των περισσότερων ανεπτυγμένων οικονομιών είναι πολύ χειρότερη από ό,τι ήταν πριν από την πανδημία, τονίζει η HSBC, και αυτό την ώρα που η ικανότητα μιας κυβέρνησης να τονώσει την ανάπτυξη με διατηρήσιμο τρόπο μέσω της δημοσιονομικής επέκτασης, βρίσκεται υπό αμφισβήτηση, με τις πρόσφατες αναλύσεις να είναι αρνητικές.
Την ίδια στιγμή, οι κεντρικές τράπεζες δεν βοηθούν τις κυβερνήσεις, καθώς το κόστος δανεισμού αυξάνεται με γοργούς ρυθμούς. Στη Γαλλία έχει διπλασιαστεί μέσα σε μόλις πέντε χρόνια και η Ιαπωνία κινδυνεύει να δει τις πληρωμές τόκων να αυξάνονται στο 2% του ΑΕΠ. 
Οι χώρες εκδίδουν πιο βραχυπρόθεσμα ομόλογα, για να περιορίσουν τη ζημιά, αλλά αυτό απλά αυξάνει τον κίνδυνο της μετακύλισης του χρέους, σημειώνει ο Balboni.
Και την ίδια στιγμή, ο υψηλότερος και πιο ευμετάβλητος πληθωρισμός κάνει τις κεντρικές τράπεζες πιο επιφυλακτικές απέναντι στις μειώσεις επιτοκίων ή την λύση της ποσοτικής χαλάρωσης. Σε κάθε περίπτωση, η εποχή των «χαμηλότερων επιτοκίων και περισσότερο καιρό» (lower for longer) έχει περάσει και οι κεντρικές τράπεζες δεν φαίνεται να θέλουν ή να μπορούν –αφού ο έλεγχός τους επί των μακροπρόθεσμων αποδόσεων είναι περιορισμένος- να κάνουν και πολλά.

Σε αυτό το περιβάλλον, η HSBC υπολογίζει ότι με τα τρέχοντα επίπεδα του κόστους δανεισμού, οι ΗΠΑ χρειάζονται δημοσιονομική προσαρμογή άνω του 4% του ΑΕΠ μόνο για να σταθεροποιήσουν το χρέος τους. Η Γαλλία χρειάζεται μέτρα ίσα με το 3% του ΑΕΠ, ενώ η Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο 2%.

Περιπτώσεις τόσο μεγάλης δημοσιονομικής εξυγίανσης είναι σπάνιες, τονίζει η HSBC, καθώς εξετάζοντας τις μεγάλες ανεπτυγμένες οικονομίες από το 1990, βρήκε 8 περιπτώσεις προσαρμογής άνω του 4% του ΑΕΠ σε μια 5ετία και 15 περιπτώσεις προσαρμογής άνω του 3% του ΑΕΠ.

Πρόκειται για περιόδους που είτε διευκολύνθηκαν από την πολύ υψηλή ανάπτυξη ή οδήγησαν σε επώδυνη ύφεση, όπως συνέβη στην Ιταλία και την Ισπανία μετά την παγκόσμια χρηματοοικονομική κρίση.
Επομένως, εκτός και εάν η αύξηση της ανάπτυξης δώσει μια ώθηση στα εισοδήματα και τα φορολογικά έσοδα (κάτι για το οποίο οι επενδύσεις της τεχνητής νοημοσύνης και η παραγωγικότητα δεν αρκούν), κάποιες χώρες ενδέχεται να αντιμετωπίσουν σκληρές προκλήσεις, προειδοποιεί ο Balboni. Μάλιστα, θα κληθούν να τις αντιμετωπίσουν σε ένα πολιτικά δύσκολο φόντο, καθώς το 2027 θα φέρει εκλογές σε ΗΠΑ (ενδιάμεσες), Ισπανία, Ιταλία και Γαλλία.
Διαβάστε ακόμη:
- Παρέμβαση Πλεύρη για το ναυάγιο στη Χίο: «Αρκετά με τις προκλήσεις των ακτιβιστών»
- Τα μυστήρια των επαφών του Τζέφρι Έπσταϊν με Ρώσους αξιωματούχους
- «Καθαρή… βενζίνη»: Συντονισμένη επιχείρηση ΑΑΔΕ – Ελληνικού «FBI» σε πρατήρια καυσίμων
- Ποιοι «κερδίζουν» τελικά από την αύξηση του κατώτατου μισθού — και ποιοι χάνουν