Μπορεί η αύξηση στις ευρωπαϊκές τιμές του φυσικού αερίου ως αποτέλεσμα του πολέμου στο Ιράν να είναι πολύ μικρότερη σε σχέση με το 2022, όμως είναι αρκετή για να πλήξει την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας έναντι της αμερικανικής, προειδοποιεί η Capital Economics. Οι επιπτώσεις είναι μεγαλύτερες για κάποιες χώρες, με τον οίκο να θεωρεί ότι η Γερμανία πλήττεται περισσότερο από ό,τι η Γαλλία ή η Ισπανία.
Παρότι αμελητέα μπροστά στην «επική» -όπως την χαρακτηρίζει- αύξηση του 2022, η άνοδος των τιμών του φυσικού αερίου μέχρι στιγμής είναι αρκετή θα να επιφέρει δύο σημαντικές επιπτώσεις στην ευρωπαϊκή βιομηχανία, σημειώνει η Capital Economics:
Πρώτον, επιδεινώνει το ανταγωνιστικό μειονέκτημα της Ευρώπης σε σχέση με τις ΗΠΑ, γιατί ενώ οι τιμές του ευρωπαϊκού φυσικού αερίου έχουν αυξηθεί κατά 46% από την έναρξη του πολέμου, στις ΗΠΑ έχουν μειωθεί κατά 6% (σε δολαριακή βάση). Αυτή η διαφορά στις τιμές δεν αποτελεί απλώς πρόβλημα για τις εταιρείες που χρησιμοποιούν φυσικό αέριο, αλλά παράλληλα διευρύνει το χάσμα στις τιμές του ρεύματος μεταξύ των δύο οικονομιών. Και αυτό, την ώρα που τα στοιχεία του οίκου δείχνουν ότι ακόμα και πριν ξεσπάσει ο πόλεμος, οι τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας για τις μεγάλες ενεργοβόρες επιχειρήσεις ήταν περίπου διπλάσιες στην Ευρώπη από ό,τι στις ΗΠΑ, αλλά και πολύ υψηλότερες από ό,τι στην Ινδία, την Κίνα και τη Νορβηγία.

Η δεύτερη επίπτωση είναι ότι οι υψηλότερες τιμές του φυσικού αερίου στην Ευρώπη διευρύνουν τις διαφορές στις τιμές του ρεύματος μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών. Ήδη, οι επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην Ιταλία, τη Γερμανία και την Κεντρική Ευρώπη πληρώνουν πολύ περισσότερα για ρεύμα από εκείνες στη Γαλλία, την Ισπανία ή στο μεγαλύτερο μέρος της Σκανδιναβίας.
Οι διαφορές αυτές είναι αποτέλεσμα του τρόπου παραγωγής της ηλεκτρικής ενέργειας. Σε χώρες με μεγάλη παραγωγή ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, το κόστος του ρεύματος είναι χαμηλότερο. Η Ισπανία και όλο και περισσότερο η Γαλλία έχουν καταφέρει να «αποσυνδέσουν» τις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας από τις τιμές του φυσικού αερίου λόγω των πυρηνικών και των ΑΠΕ. Αυτό βοηθά στην ανάδειξη ειδικά της Ισπανίας ως ανταγωνιστικής τοποθεσίας για ενεργοβόρους τομείς, όπως είναι τα data centers.

Ένας ακόμα παράγοντας που επηρεάζει το κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας είναι οι φόροι και οι χρεώσεις δικτύου, με την Capital Economics να σημειώνει ότι οι φόροι είναι ιδιαίτερα υψηλοί στην Πολωνία και ιδιαίτερα χαμηλοί στη Σκανδιναβία.
Από την άλλη πλευρά, οι αναλυτές επισημαίνουν ότι το σχέδιο της γερμανικής κυβέρνησης να θέσει πλαφόν στην τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας για τις ενεργοβόρες επιχειρήσεις δεν θα τις προστατεύσει πλήρως, επειδή θα ισχύει μόνο για ένα υποσύνολο επιχειρήσεων και μόνο για το 50% της ενέργειας που καταναλώνουν και για το 50% της τιμής προ φόρων.
Συνολικά, η απότομη αύξηση των τιμών της ενέργειας επιδεινώνει τις δυσκολίες για την ευρωπαϊκή βιομηχανία και ιδιαίτερα για τους πιο ενεργοβόρους τομείς, ενώ παράλληλα ενισχύει το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα από το οποίο επωφελείται αυτή τη στιγμή η Ισπανία, καταλήγει η Capital Economics.
Διαβάστε ακόμη:
- Από τη λάμψη… στην επόμενη μέρα: Το Μον Παρνές μετά το καζίνο
- Ο Στέλιος Ρόκκος προσποιήθηκε τον ζητιάνο στην Ιταλία: Φαίνεσαι καλοταϊσμένος, του είπε περαστική
- Δημοσκόπηση Marc: Ανάκαμψη ΝΔ μετά τα μέτρα, τον Μακρόν και πριν τα δύο νέα κόμματα
- Αποκλιμάκωση-ρεκόρ στο χρέος: Η Ελλάδα αφήνει πίσω την «πρωτιά» και στοχεύει σε νέες αναβαθμίσεις

