Μια ελληνική ακτοπλοΐα «δύο ταχυτήτων» διαμορφώνεται ολοένα και εντονότερα, καθώς οι μεγάλοι όμιλοι προχωρούν σε σημαντικές επενδύσεις για νέα και ενεργειακά αποδοτικότερα πλοία, ενώ δεκάδες μικρότερες εταιρείες βρίσκονται αντιμέτωπες με σοβαρά χρηματοδοτικά εμπόδια.

Η εικόνα αποτυπώνεται στην 25η ετήσια μελέτη της XRTC Business Consultants για την ελληνική ακτοπλοΐα, με τίτλο «Ώρα Ευθύνης και Αποφάσεων». Το χάσμα δεν αφορά μόνο τον αριθμό των πλοίων, αλλά κυρίως τη δυνατότητα των επιχειρήσεων να εξασφαλίσουν τα κεφάλαια που απαιτεί η ανανέωση ενός στόλου που γερνά.

Τρεις εταιρείες ελέγχουν το μεγαλύτερο κομμάτι της αγοράς

Η συγκέντρωση είναι ήδη ιδιαίτερα υψηλή. Attica Group, Μινωικές Γραμμές και Seajets διαθέτουν συνολικά 72 πλοία, περίπου το 44% του συνολικού αριθμού των πλοίων της ελληνικής ακτοπλοΐας.

Η πραγματική ισχύς τους φαίνεται όμως στη μεταφορική δυνατότητα: οι τρεις εταιρείες συγκεντρώνουν πάνω από το 61% της συνολικής επιβατικής χωρητικότητας και σχεδόν το 69% της χωρητικότητας οχημάτων. Στις γραμμές μεσαίων και μεγάλων αποστάσεων η συγκέντρωση είναι ακόμη μεγαλύτερη, με τη XRTC να χαρακτηρίζει τη συγκεκριμένη αγορά ολιγοπωλιακή.

Στην απέναντι πλευρά βρίσκονται 30 μικρότερες ακτοπλοϊκές εταιρείες με συνολικά 75 πλοία. Από αυτά, τα 66 είναι συμβατικά και μόλις εννέα ταχύπλοα, ενώ η μέση ηλικία τους αγγίζει τα 30 χρόνια.

Το μεγάλο πρόβλημα της χρηματοδότησης

Για τις μικρές εταιρείες το μεγαλύτερο εμπόδιο δεν είναι μόνο η εξασφάλιση ενός τραπεζικού δανείου, αλλά η κάλυψη της ίδιας συμμετοχής που απαιτείται για μια νέα ναυπήγηση.

Οι τράπεζες δεν χρηματοδοτούν το 100% της επένδυσης. Ένας μεγάλος όμιλος μπορεί να καλύψει το υπόλοιπο μέσω διαθέσιμης ρευστότητας, αύξησης κεφαλαίου ή άλλων χρηματοδοτικών εργαλείων. Για μια μικρότερη επιχείρηση, ειδικά όταν δραστηριοποιείται σε άγονες ή ενδονησιωτικές γραμμές, αυτή η δυνατότητα είναι εξαιρετικά περιορισμένη.

Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος: οι μικρές επιχειρήσεις δυσκολεύονται να χρηματοδοτήσουν νεότερα και οικονομικότερα πλοία, ενώ ο παλιός στόλος αυξάνει το λειτουργικό τους κόστος και περιορίζει ακόμη περισσότερο τη δυνατότητα πρόσβασης σε χρηματοδότηση.

Ο ελληνικός στόλος γερνά

Η ανάγκη επενδύσεων γίνεται ακόμη πιο πιεστική από την ηλικία των πλοίων. Μόλις το 20% του ελληνικού ακτοπλοϊκού στόλου είναι ηλικίας κάτω των 20 ετών.

Στα πλοία μήκους έως 95 μέτρων, το 75% έχει ηλικία άνω των 20 ετών. Στην κατηγορία 96-149 μέτρων το ποσοστό ανεβαίνει στο 81%, ενώ στα πλοία άνω των 150 μέτρων φτάνει το 90%.

Και η ανανέωση δεν αποτελεί πλέον απλώς ζήτημα ηλικίας. Η ευρωπαϊκή πράσινη μετάβαση και οι αυστηρότεροι περιβαλλοντικοί κανόνες επιβάλλουν επενδύσεις σε αποδοτικότερα πλοία και τεχνολογίες χαμηλότερων εκπομπών.

Οι μεγάλοι έχουν ήδη ξεκινήσει τις επενδύσεις

Οι ισχυρότεροι όμιλοι έχουν ήδη περάσει στην επόμενη φάση. Η Attica Group έχει επενδύσει 22,6 εκατ. ευρώ για την εγκατάσταση scrubbers σε οκτώ πλοία, ενώ με την ένταξη του «Superfast V» και δύο νέων E-Flexers το 2027 η μέση ηλικία του στόλου της στην Αδριατική προβλέπεται να μειωθεί από τα 24,8 στα μόλις 8,6 χρόνια.

Οι Μινωικές Γραμμές συμμετέχουν στο μεγάλο ναυπηγικό πρόγραμμα του ομίλου Grimaldi, συνολικού ύψους 1,3 δισ. δολαρίων για εννέα νέα πλοία. Δύο από αυτά προορίζονται για τις Μινωικές και αναμένεται να παραδοθούν το 2028, ενώ θα μπορούν να χρησιμοποιούν και μεθανόλη. Για την προκαταβολή πραγματοποιήθηκε αύξηση μετοχικού κεφαλαίου 26 εκατ. ευρώ.

Κρίσιμο ζήτημα για περισσότερα από 115 νησιά

Το πρόβλημα ξεπερνά τα οικονομικά δεδομένα των ίδιων των εταιρειών. Περισσότερα από 115 ελληνικά νησιά εξαρτώνται από τις θαλάσσιες συνδέσεις, ενώ μόλις 27 διαθέτουν αεροδρόμιο. Παράλληλα, μέσω της ακτοπλοΐας καλύπτεται περίπου το 85% των εμπορευματικών αναγκών των νησιών.

Αυτό σημαίνει ότι η αδυναμία ανανέωσης των μικρότερων στόλων μπορεί σταδιακά να μετατραπεί από επιχειρηματικό πρόβλημα σε ζήτημα νησιωτικής συνδεσιμότητας.

Η μεγάλη πρόκληση για τα επόμενα χρόνια είναι επομένως διπλή: να συνεχιστεί η ανανέωση και η πράσινη μετάβαση της ελληνικής ακτοπλοΐας, αλλά ταυτόχρονα να βρεθούν χρηματοδοτικά εργαλεία που θα επιτρέψουν στις μικρότερες εταιρείες να ακολουθήσουν. Διαφορετικά, η απόσταση ανάμεσα στις δύο «ταχύτητες» της αγοράς κινδυνεύει να μεγαλώσει ακόμη περισσότερο.

Διαβάστε ακόμη: