Η εικόνα των μισθών στην ελληνική αγορά εργασίας δεν είναι ενιαία. Αντιθέτως, αποτυπώνει μια πραγματικότητα πολλαπλών ταχυτήτων, όπου εργαζόμενοι με παρόμοια προσόντα και εμπειρία μπορεί να αμείβονται με εντελώς διαφορετικούς όρους, ανάλογα με τον κλάδο, τον τύπο της σύμβασης και τη διαπραγματευτική ισχύ που διαθέτουν. Το φαινόμενο των «μισθών δύο ταχυτήτων» δεν είναι καινούργιο, ωστόσο τα τελευταία χρόνια έχει αποκτήσει μεγαλύτερη ένταση, επηρεάζοντας τόσο το επίπεδο διαβίωσης όσο και τη συνολική συνοχή της αγοράς εργασίας.

Στον πυρήνα αυτού του φαινομένου βρίσκεται ο τρόπος με τον οποίο καθορίζονται οι αποδοχές. Για ένα σημαντικό τμήμα εργαζομένων, ο μισθός παραμένει καθηλωμένος κοντά στα κατώτατα όρια, χωρίς ουσιαστικές προσαυξήσεις, ενώ για άλλους — κυρίως σε κλάδους με ισχυρότερη διαπραγματευτική θέση — οι αποδοχές αυξάνονται με ταχύτερους ρυθμούς.

Ποιοι αμείβονται λιγότερο

Οι χαμηλότερες αμοιβές εντοπίζονται κυρίως σε εργαζόμενους που απασχολούνται σε μικρές επιχειρήσεις, σε τομείς με χαμηλή συνδικαλιστική κάλυψη ή με ευέλικτες μορφές απασχόλησης. Συμβάσεις μερικής απασχόλησης, εκ περιτροπής εργασία και ατομικές συμφωνίες χωρίς συλλογική προστασία συνθέτουν ένα περιβάλλον όπου οι μισθοί δύσκολα ξεφεύγουν από τα ελάχιστα επίπεδα. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η εξέλιξη των αποδοχών εξαρτάται σχεδόν αποκλειστικά από τη βούληση του εργοδότη και όχι από ένα θεσμοθετημένο πλαίσιο.

Αντίθετα, εργαζόμενοι σε μεγάλες επιχειρήσεις ή σε κλάδους με οργανωμένη εκπροσώπηση έχουν περισσότερες πιθανότητες να δουν αυξήσεις, επιδόματα και βελτιωμένους όρους εργασίας. Η διαφορά αυτή δημιουργεί ένα σαφές χάσμα, το οποίο δεν σχετίζεται πάντα με την παραγωγικότητα ή τα προσόντα, αλλά με τη δομή της αγοράς.

Ο ρόλος των συλλογικών συμβάσεων

Οι συλλογικές συμβάσεις αποτελούν καθοριστικό παράγοντα στη διαμόρφωση των μισθών. Εκεί όπου εφαρμόζονται ενεργά, λειτουργούν ως μηχανισμός εξισορρόπησης, περιορίζοντας τις ακραίες ανισότητες και διασφαλίζοντας ένα ελάχιστο επίπεδο αποδοχών και δικαιωμάτων. Αντιθέτως, σε κλάδους όπου η κάλυψη από συλλογικές συμβάσεις είναι περιορισμένη ή ανύπαρκτη, οι μισθοί τείνουν να κινούνται χαμηλότερα και να παραμένουν στάσιμοι για μεγάλα χρονικά διαστήματα.
Η αποδυνάμωση των συλλογικών διαπραγματεύσεων τα προηγούμενα χρόνια συνέβαλε στη διεύρυνση του μισθολογικού χάσματος. Παρότι παρατηρούνται προσπάθειες επαναφοράς και ενίσχυσης των συλλογικών ρυθμίσεων, το αποτύπωμα στην καθημερινότητα των εργαζομένων δεν είναι ακόμη ομοιόμορφο.

Οι συνέπειες στην οικονομία και την κοινωνία

Οι μισθοί δύο ταχυτήτων δεν επηρεάζουν μόνο τα εισοδήματα, αλλά και τη συνολική λειτουργία της οικονομίας. Η περιορισμένη αγοραστική δύναμη ενός μεγάλου μέρους των εργαζομένων λειτουργεί ανασταλτικά για την κατανάλωση, ενώ εντείνει το αίσθημα ανασφάλειας και κοινωνικής ανισότητας. Παράλληλα, δημιουργεί κίνητρα για μετακίνηση εργατικού δυναμικού προς κλάδους ή χώρες με καλύτερες αμοιβές, επιβαρύνοντας την εγχώρια αγορά εργασίας.

Η αντιμετώπιση του φαινομένου απαιτεί συνδυασμό πολιτικών:ενίσχυση των συλλογικών συμβάσεων, σταθερό πλαίσιο για τις αμοιβές και μέτρα που ευνοούν τη δίκαιη κατανομή της οικονομικής ανάπτυξης. Χωρίς αυτές τις παρεμβάσεις, οι ανισότητες κινδυνεύουν να παγιωθούν, μετατρέποντας τους μισθούς δύο ταχυτήτων σε μόνιμο χαρακτηριστικό της αγοράς εργασίας.

Διαβάστε ακόμη: