Ένα νέο, πιο σύνθετο σκηνικό διαμορφώνεται για τις ελληνικές τράπεζες, οι οποίες, μετά την ισχυρή κερδοφορία του εννεαμήνου και τις αναβαθμίσεις των επιχειρηματικών τους στόχων, βρίσκονται αντιμέτωπες με έναν εξωτερικό παράγοντα που μπορεί να επηρεάσει τις αποτιμήσεις τους: την άνοδο των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων και την επανατιμολόγηση του κινδύνου στις διεθνείς αγορές.

Η προειδοποίηση της S&P ότι οι υψηλές και ευμετάβλητες αποδόσεις των κρατικών τίτλων αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους κινδύνους για τις τραπεζικές αξιολογήσεις στους επόμενους 3 έως 12 μήνες αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το ελληνικό τραπεζικό σύστημα.

Και αυτό γιατί οι τέσσερις συστημικές τράπεζες, Εθνική, Eurobank, Πειραιώς και Alpha Bank, επιχειρούν να κεφαλαιοποιήσουν την ισχυρή τους κερδοφορία, να ενισχύσουν τις χρηματοδοτήσεις και να πείσουν τους διεθνείς επενδυτές ότι μπορούν να διατηρήσουν υψηλές αποδόσεις κεφαλαίων ακόμη και σε ένα λιγότερο ευνοϊκό περιβάλλον.

Το διπλό πρόσωπο των υψηλών επιτοκίων

Το ενδιαφέρον είναι ότι οι αναλυτές δεν αντιμετωπίζουν την άνοδο των αποδόσεων αποκλειστικά ως αρνητική εξέλιξη. Αντιθέτως, στο βασικό της σενάριο εκτιμά ότι οι ευρωπαϊκές τράπεζες μπορούν να ωφεληθούν βραχυπρόθεσμα, καθώς τα επιτόκια των δανείων προσαρμόζονται ταχύτερα από το κόστος των καταθέσεων και της χρηματοδότησής τους.

Για τις ελληνικές τράπεζες, που έχουν ήδη αποδείξει την ικανότητά τους να παράγουν σημαντικά καθαρά έσοδα από τόκους, αυτή η εξέλιξη θα μπορούσε να λειτουργήσει υποστηρικτικά για την κερδοφορία.

Ωστόσο, το επενδυτικό στοίχημα βρίσκεται αλλού. Το ερώτημα δεν είναι μόνο πόσα θα κερδίσουν οι τράπεζες από τα υψηλότερα επιτόκια, αλλά πόσο θα τους κοστίσει η χρηματοδότηση της επόμενης φάσης ανάπτυξής τους.

Η S&P προειδοποιεί ότι όσο παραμένουν υψηλές οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων, τόσο αυξάνεται η πιθανότητα αναταράξεων στις αγορές, με επιπτώσεις στις εκδόσεις τραπεζικών ομολόγων και στην αναχρηματοδότηση υφιστάμενων υποχρεώσεων.

Οι τέσσερις τράπεζες και οι επενδυτές

Η συγκυρία αποκτά μεγαλύτερη σημασία μετά τις πρόσφατες ανακοινώσεις αποτελεσμάτων των ελληνικών τραπεζών. Η Eurobank ενισχύει τη διεθνή της παρουσία και αναζητά νέες εξαγορές, η Alpha Bank έχει παρουσιάσει φιλόδοξους στόχους κερδοφορίας έως το 2030, ενώ Εθνική και Πειραιώς επενδύουν στην πιστωτική επέκταση και στη βελτίωση των αποδόσεων προς τους μετόχους.

Το γεγονός ότι οι τέσσερις συστημικές τράπεζες εμφάνισαν συνολικά καθαρά κέρδη περίπου 3,83 δισ. ευρώ στο εννεάμηνο του 2026 ενισχύει το επενδυτικό τους αφήγημα. Ωστόσο, η προειδοποίηση της S&P υπενθυμίζει ότι οι τραπεζικές μετοχές δεν αποτιμώνται μόνο με βάση τα τρέχοντα κέρδη, αλλά και με βάση την ανθεκτικότητα των ισολογισμών τους σε δυσμενείς συνθήκες.

Ο κίνδυνος από τα ομόλογα

Ένα ακόμη ζήτημα αφορά τα χαρτοφυλάκια κρατικών τίτλων. Η άνοδος των αποδόσεων συνεπάγεται υποχώρηση των τιμών των ομολόγων, γεγονός που μπορεί να προκαλέσει λογιστικές πιέσεις σε συγκεκριμένες κατηγορίες επενδύσεων.

Η S&P επισημαίνει, πάντως, ότι οι περισσότερες ευρωπαϊκές τράπεζες διακρατούν σημαντικό μέρος των κρατικών ομολόγων τους στο αποσβέσιμο κόστος, περιορίζοντας την άμεση επίδραση των διακυμάνσεων στις αποτιμήσεις των ισολογισμών τους.

Ο μεγαλύτερος κίνδυνος εντοπίζεται σε ένα ενδεχόμενο απότομης διόρθωσης των αγορών, που θα μπορούσε να οδηγήσει σε ακριβότερη χρηματοδότηση, περιορισμό της ρευστότητας και επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας.

Για την ελληνική αγορά, αυτό θα μπορούσε να μεταφραστεί σε μεγαλύτερη επιφυλακτικότητα των ξένων επενδυτών απέναντι στις τραπεζικές μετοχές, ακόμη και εάν τα θεμελιώδη μεγέθη παραμένουν ισχυρά.

Το μήνυμα για τις διοικήσεις είναι σαφές: η επόμενη περίοδος δεν θα κριθεί αποκλειστικά από τα κέρδη, τα μερίσματα και τις εξαγορές, αλλά από την ικανότητα των τραπεζών να διατηρήσουν χαμηλό κόστος χρηματοδότησης και υψηλή κεφαλαιακή ανθεκτικότητα.

Και για τους επενδυτές, το μεγάλο ερώτημα είναι εάν οι ελληνικές τράπεζες θα συνεχίσουν να αποτελούν ένα από τα ισχυρά επενδυτικά στοιχήματα της ευρωπαϊκής περιφέρειας ή εάν η διεθνής μεταβλητότητα θα βάλει προσωρινά φρένο στην περαιτέρω αναβάθμιση των αποτιμήσεών τους.

Διαβάστε ακόμη: