Με «ευχάριστο διάλειμμα» για τους ενδιαφερόμενους αγοραστές μοιάζει η τρέχουσα συγκυρία στην αγορά κατοικίας σε ό,τι αφορά την πορεία των τιμών, καθώς πρόκειται για μια από τις ελάχιστες περιόδους από το 2017 και μέχρι σήμερα, κατά την οποία ο ρυθμός ανόδου των αξιών είναι σχετικά ήπιος και μάλιστα με τάση επιβράδυνσης.

Οπως σημειώνει ρεπορτάζ της Καθημερινής, σύμφωνα με την επεξεργασία των στοιχείων που προκύπτουν από τους δείκτες τιμών της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ), κατά το φετινό δεύτερο τρίμηνο, οι τιμές στο σύνολο της χώρας αυξήθηκαν κατά 5,5% σε ετήσια βάση, έναντι αύξησης 6,6% το πρώτο τρίμηνο, αλλά και αύξησης 8,3% στο σύνολο του 2025.

Ο ρόλος του «Σπίτι μου ΙΙ»

Στην Αττική και στη Θεσσαλονίκη η αύξηση περιορίστηκε σε 5% και 4,7% αντίστοιχα, καθώς το πρόγραμμα «Σπίτι μου 2» ουσιαστικά είχε ολοκληρωθεί από τις αρχές του έτους, ειδικά σε ό,τι αφορά την εξασφάλιση των κατοικιών από τους δικαιούχους. Ετσι, έπαψε και η επίδραση που είχε, κυρίως το 2025, στην πορεία των τιμών, δίνοντας πρόσθετη ώθηση στις τιμές των παλαιότερων κατοικιών.

Ηδη όμως η αγορά κατοικίας έχει διαγράψει μια «ξέφρενη πορεία» σε ό,τι αφορά τις τιμές πώλησης, από το 2017 όταν ξεκίνησε η ανάκαμψη και μέχρι και το φετινό δεύτερο τρίμηνο. Η άνοδος την περίοδο αυτή στο σύνολο της χώρας αγγίζει πλέον το 94%, με τις καινούργιες κατοικίες να αυξάνονται κατά 98,7% και τις παλαιότερες (πέντε ετών και πάνω) κατά 91%. Σε σχέση με το προηγούμενο υψηλό του 2008, η αύξηση διαμορφώνεται σε 11,7% σε πανελλαδικό επίπεδο, με τις τιμές των νεόδμητων να είναι πλέον 16,5% υψηλότερες, ενώ εκείνες των παλαιότερων να βρίσκονται σε επίπεδο 8,8% υψηλότερο του 2008.

Στην Αττική, η εικόνα είναι ακόμα πιο «δύσκολη» για τους ενδιαφερόμενους αγοραστές, καθώς η αύξηση από το 2017 μέχρι σήμερα έχει πλέον διαμορφωθεί σε 110,9%, με τον δείκτη τιμών της ΤτΕ να είναι 16,7% υψηλότερος από το 2008. Στη Θεσσαλονίκη, οι τιμές καταγράφουν σωρευτική άνοδο κατά 106,8% και είναι 9,1% υψηλότερες από το προηγούμενο υψηλό του 2008.

Ειδικά σε ό,τι αφορά την Αττική, η επίδραση των προγραμμάτων «Σπίτι μου» είναι εμφανής και στην πορεία των τιμών των παλαιότερων κατοικιών, καθώς αυτές έχουν σημειώσει αύξηση κατά 111% από το 2017, έναντι αύξησης 109,3% των νεόδμητων κατοικιών. Παρότι δηλαδή το κόστος κατασκευής και ως ένα βαθμό και οι τιμές των οικοπέδων έχουν αυξηθεί σημαντικά, ειδικά από το 2022 και μετά, εντούτοις τα ακίνητα των περασμένων δεκαετιών εξακολουθούν να αυξάνονται με ακόμα ταχύτερο ρυθμό.

Ετσι, ενισχύεται και το αίσθημα που έχουν αποκομίσει πολλοί ενδιαφερόμενοι αγοραστές, ότι δηλαδή καλούνται να πληρώσουν πολύ πάνω από την εύλογη αξία πολλών ακινήτων, αν ληφθούν υπόψη η ηλικία και η κατάστασή τους, η οποία συχνά απαιτεί επισκευές και ανακαινίσεις.

Εν τω μεταξύ, όπως δείχνουν τα στοιχεία από το «Σπίτι μου ΙΙ», οι δικαιούχοι στρέφονται σε όσο το δυνατόν πιο προσιτές επιλογές κατοικιών, προκειμένου να μην επιβαρυνθούν υπερβολικά, αλλά και επειδή όσο αυξάνεται το κόστος αγοράς, τόσο περισσότερα είναι τα ίδια κεφάλαια που απαιτούνται.

Με βάση τα επίσημα στοιχεία, μέσω του δεύτερου κύκλου του προγράμματος εγκρίθηκαν 15.097 δάνεια, συνολικής αξίας 1,82 δισ. ευρώ, με μέσο ύψος δανείου μόλις 120,4 χιλ. ευρώ. Η μέση εμπορική αξία των ακινήτων διαμορφώθηκε σε 152,1 χιλ. ευρώ και το μέσο εμβαδόν σε 88,5 τ.μ. Συνολικά, υπογράφηκαν 14.114 δανειακές συμβάσεις, ύψους 1,54 δισ. ευρώ, δηλαδή το 93,5% των εγκρίσεων μετατράπηκε σε σύμβαση, ενώ το 63% αφορούσε κατοικίες στην Αττική και στη Θεσσαλονίκη, συνολικού ύψους 920 εκατ. ευρώ.

Από τα νούμερα αυτά είναι εμφανές ότι οι περισσότεροι δικαιούχοι απέφυγαν να φτάσουν στα ανώτερα όρια του προγράμματος, δηλαδή 190.000 ευρώ αξία δανείου και 250.000 ευρώ αξία κατοικίας. Ο λόγος είναι ασφαλώς η έλλειψη διαθέσιμων ιδίων κεφαλαίων, κάτι που αναμένεται να αποτυπωθεί με ακόμα πιο εμφανή τρόπο στο νέο πρόγραμμα «Σπίτι μου ΙΙΙ», που θα ξεκινήσει στις αρχές του 2027, προβλέποντας ανώτατο ύψος δανείου τις 230.000 ευρώ και κατοικίας τις 300.000 ευρώ.

Παλαιά και ακριβά σπίτια

Παρότι έχουν όντως διευρυνθεί και τα εισοδηματικά κριτήρια (κάτι απαραίτητο λόγω και των μεγαλύτερων ορίων δανεισμού), εντούτοις στην αγορά ακινήτων λίγοι είναι εκείνοι που θεωρούν ότι, ειδικά σε περιοχές όπως η Αττική, το ενδιαφέρον θα είναι το ίδιο υψηλό, ώστε να πληρωθούν ποσά άνω των 200.000-250.000 ευρώ για διαμερίσματα ηλικίας 30-40 ετών, που να μην έχουν ανακαινιστεί ποτέ, παρότι αυτές είναι πλέον οι ζητούμενες τιμές σε πολλές περιοχές.

Διαβάστε ακόμη: