Με τις εξελίξεις στα μέτωπα της Μέσης Ανατολής και της Ουκρανίας να απομακρύνουν τις προσδοκίες για γρήγορη αποκλιμάκωση, στην Ευρώπη ο προβληματισμός σε ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο για τις συνέπειες του νέου κύματος ανατιμήσεων στην ενέργεια μεγαλώνει.

Για δεύτερη φορά μέσα σε διάστημα τεσσάρων ετών, η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με το κόστος της μεγάλης εξάρτησής της από τις εισαγωγές ενεργειακών προϊόντων. Η στροφή από το ρωσικό φυσικό αέριο προς το LNG περιόρισε μεν τη γεωπολιτική εξάρτηση από τη Μόσχα, δεν περιόρισε όμως ουσιαστικά την έκθεση της ευρωπαϊκής οικονομίας στις διακυμάνσεις των διεθνών αγορών πετρελαίου και φυσικού αερίου.

Σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης το επιπλέον κόστος των ενεργειακών εισαγωγών από την έναρξη των  συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή έχει ήδη ανέλθει στα 90 δισ. ευρώ, όπως επισήμανε στην ομιλία της η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν. Στην Ελλάδα, όπως ανέφερε ο υπουργός Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης, η κυβέρνηση έχει διαθέσει μέχρι στιγμής 800 εκατ. ευρώ για μέτρα στήριξης των πολιτών. Οι ενδείξεις συγκλίνουν στο ότι τόσο ο ελληνικός όσο και ο ευρωπαϊκός λογαριασμός για την αντιμετώπιση της νέας ενεργειακής κρίσης θα αυξηθούν περαιτέρω, με το οικονομικό επιτελείο να διερευνά ήδη τα διαθέσιμα δημοσιονομικά περιθώρια για πρόσθετες παρεμβάσεις.

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η διατήρηση της τιμής του αργού πετρελαίου πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι, αλλά και του φυσικού αερίου στον βασικό ευρωπαϊκό κόμβο TTF πάνω από τα 80 ευρώ ανά μεγαβατώρα, στα υψηλότερα επίπεδα από το 2022. Η συγκυρία γίνεται ακόμη πιο δύσκολη καθώς η χώρα εισέρχεται σταδιακά στη χειμερινή περίοδο, όταν οι ενεργειακές ανάγκες για θέρμανση αυξάνονται αισθητά. Η μέση πανελλαδική τιμή της αμόλυβδης παραμένει τις τελευταίες εβδομάδες πάνω από τα 2 ευρώ το λίτρο, ενώ το ντίζελ κίνησης έφτασε και ττα 2,139 ευρώ/λίτρο.

Οι αναλυτές εξακολουθούν να βλέπουν ανοδικούς κινδύνους για τις τιμές του πετρελαίου, καθώς οι τελευταίες εξελίξεις δημιουργούν διαδοχικά νέα πλήγματα στην πλευρά της προσφοράς.

Πρόσθετη ώθηση στις τιμές έδωσε η απόφαση της Saudi Aramco να ακυρώσει φορτία αργού πετρελαίου που επρόκειτο να παραδοθούν σε Ευρωπαίους αγοραστές στα τέλη Σεπτεμβρίου. Η κίνηση ακολούθησε τη διακοπή λειτουργίας του αγωγού Ανατολής – Δύσης και αποτελεί την πρώτη σοβαρή επίπτωση στην προσφορά μετά τις επιθέσεις των Χούθι. Οι αναταράξεις στη ναυσιπλοΐα περιορίζουν πλέον τις διαθέσιμες διαδρομές μεταφοράς πετρελαίου τόσο μέσω της Ερυθράς Θάλασσας όσο και μέσω του Κόλπου.

Στην ήδη επιβαρυμένη εικόνα προστίθεται το μέτωπο της Ουκρανίας, όπου συνεχίζονται οι ουκρανικές επιθέσεις εναντίον ρωσικών ενεργειακών υποδομών, παρά τις αμερικανικές αναφορές περί αμοιβαίας παύσης των πληγμάτων σε κρίσιμες ενεργειακές εγκαταστάσεις. Ο ουκρανικός στρατός ανακοίνωσε ότι έπληξε τη μονάδα επεξεργασίας αργού του διυλιστηρίου Syzran της Rosneft, το οποίο διαθέτει δυναμικότητα περίπου 170.000 βαρελιών ημερησίως.

Η νέα κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή βρίσκει παράλληλα την παγκόσμια αγορά πετρελαίου με περιορισμένα περιθώρια ασφαλείας. Τα στρατηγικά αποθέματα των Ηνωμένων Πολιτειών έχουν υποχωρήσει στα χαμηλότερα επίπεδα από τις αρχές της δεκαετίας του 1980. Την ίδια ώρα, η Κίνα, η οποία είχε περιορίσει στρατηγικά τις εισαγωγές αργού κατά περίπου 4-5 εκατ. βαρέλια ημερησίως τον Μάιο και τον Ιούνιο, επανέρχεται σταδιακά στην αγορά αυξάνοντας τις αγορές της και εντείνοντας ακόμη περισσότερο τη στενότητα στην παγκόσμια προσφορά.

Ακόμη πιο δύσκολη διαμορφώνεται η κατάσταση για την Ευρώπη στην αγορά φυσικού αερίου. Οι τιμές ακολουθούν σταθερά ανοδική τροχιά από την έναρξη της κρίσης στο Ιράν. Από τα περίπου 30 ευρώ ανά μεγαβατώρα πριν από το ξέσπασμα του πολέμου, το TTF έχει πλέον εκτιναχθεί πάνω από τα 80 ευρώ ανά μεγαβατώρα. Παράλληλα, η Ευρώπη πλησιάζει στον χειμώνα με ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα αποθήκευσης φυσικού αερίου των τελευταίων δύο δεκαετιών, ενώ ο αυξανόμενος ανταγωνισμός με τις ασιατικές οικονομίες για την εξασφάλιση φορτίων LNG ασκεί πρόσθετη πίεση στις τιμές.

Καθοριστικό ρόλο για την πορεία της αγοράς φυσικού αερίου αναμένεται να διαδραματίσουν, σύμφωνα με τους αναλυτές, και οι καιρικές συνθήκες τους επόμενους μήνες. Ένας ιδιαίτερα ψυχρός χειμώνας θα μπορούσε να αυξήσει σημαντικά την κατανάλωση φυσικού αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας για θέρμανση, με διεθνείς αναλυτές να εκτιμούν ότι σε ένα τέτοιο σενάριο οι τιμές θα μπορούσαν να κινηθούν ακόμη και στα επίπεδα των 100 ή 150 ευρώ ανά μεγαβατώρα.

Η εξέλιξη στην αγορά φυσικού αερίου αναμένεται να αποτελέσει καθοριστικό παράγοντα και για το κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας. Το νέο ράλι στο αέριο έχει ήδη οδηγήσει υψηλότερα τις χονδρεμπορικές τιμές ρεύματος σε ολόκληρη την Ευρώπη. Στην Ελλάδα, η μέση τιμή της μεγαβατώρας κινείται μέχρι στιγμής τον Σεπτέμβριο περίπου 20% υψηλότερα σε σύγκριση με τον Αύγουστο.

 

 

 

Διαβάστε ακόμη: