Σημάδια ανάκαμψης εμφανίζει η Wall Street στη συνεδρίαση της Παρασκευής, με τις τεχνολογικές μετοχές να επιχειρούν να ανακτήσουν μέρος των τεράστιων απωλειών της προηγούμενης συνεδρίασης, καθώς οι επενδυτές επιστρέφουν επιλεκτικά στους ημιαγωγούς και στις εταιρείες που συνδέονται με την τεχνητή νοημοσύνη. Ωστόσο, το ισχυρότερο του αναμενομένου άλμα στις προσλήψεις στις ΗΠΑ αναζωπυρώνει τις ανησυχίες για νέες αυξήσεις επιτοκίων από τη Federal Reserve, περιορίζοντας τη δυναμική της ανοδικής αντίδρασης.

Στο ταμπλό, αυτή την ώρα, ο S&P 500 ενισχύεται κατά 0,74% στις 7.408 μονάδες και ο τεχνολογικός Nasdaq κινείται υψηλότερα σε ποσοστό 1,36% και τις 24.645 μονάδες. Αντιθέτως ο Dow Jones υποχωρεί κατά 0,03% στις 51.506 μονάδες.

Η προσπάθεια ανάκαμψης ακολουθεί μία από τις χειρότερες συνεδριάσεις των τελευταίων ετών για τις αμερικανικές μετοχές, με τον Nasdaq να εισέρχεται σε περιοχή διόρθωσης, καθώς οι επενδυτές επανεξετάζουν τις προοπτικές του τεχνολογικού κλάδου μετά τη σαρωτική επικράτηση των Δημοκρατικών στις ενδιάμεσες εκλογές.

Οι φόβοι για αυστηρότερους περιορισμούς στην ανάπτυξη των data centers και πιθανή επιβράδυνση των επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη προκάλεσαν μαζικές ρευστοποιήσεις την Πέμπτη, οδηγώντας τους βασικούς χρηματιστηριακούς δείκτες στις μεγαλύτερες ημερήσιες απώλειές τους από τον Απρίλιο του 2025.

Ο Nasdaq Composite υποχώρησε κατά 5,5%, στη μεγαλύτερη ημερήσια πτώση των τελευταίων 19 μηνών, κλείνοντας περισσότερο από 10% χαμηλότερα από το πρόσφατο υψηλό του. Ο S&P 500 έχασε 4,4%, ενώ ο Dow Jones κατρακύλησε κατά περισσότερες από 1.800 μονάδες ή 3,4%. Και οι 11 κλάδοι του S&P 500 ολοκλήρωσαν τη συνεδρίαση με απώλειες, με τις μεγαλύτερες πιέσεις να εντοπίζονται στις επιχειρήσεις που έχουν επωφεληθεί από την επενδυτική έκρηξη γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη.

Είναι χαρακτηριστικό ότι οι «Magnificent Seven» έχασαν συνολικά περίπου 1 τρισ. δολάρια χρηματιστηριακής αξίας μέσα σε μία ημέρα, αποτυπώνοντας το μέγεθος των ρευστοποιήσεων στις μεγαλύτερες τεχνολογικές εταιρείες.

Η αναταραχή προκάλεσε παράλληλα εκτίναξη του δείκτη μεταβλητότητας VIX, γνωστού και ως «δείκτη φόβου» της Wall Street, ο οποίος κατέγραψε τη μεγαλύτερη ημερήσια άνοδο των τελευταίων 19 μηνών. Την Παρασκευή υποχωρούσε ελαφρώς, στις 26,70 μονάδες, παραμένοντας πάντως σε επίπεδα που αντανακλούν αυξημένη επιφυλακτικότητα.

Σήμερα οι επενδυτές επιχειρούν να αξιοποιήσουν τις χαμηλότερες αποτιμήσεις μετά την απότομη πτώση. Ένα διαπραγματεύσιμο αμοιβαίο κεφάλαιο (ETF) που παρακολουθεί τις μεγαλύτερες εταιρείες ημιαγωγών ενισχύεται κατά 4,5%, ενώ η Nvidia ανακάμπτει περισσότερο από 4%, έχοντας υποστεί την Πέμπτη απώλειες περίπου 9%. Για την Nvidia, η προηγούμενη συνεδρίαση ήταν η χειρότερη από τον Ιανουάριο του 2025, όταν η εμφάνιση του χαμηλού κόστους κινεζικού μοντέλου τεχνητής νοημοσύνης DeepSeek είχε προκαλέσει έντονη αναταραχή στον κλάδο.

Ακόμη ισχυρότερη αντίδραση παρουσιάζουν άλλοι κατασκευαστές ημιαγωγών, με τις AMD, Intel, Broadcom και Micron Technology να ενισχύονται μεταξύ 5% και 9%. Η Micron ξεχωρίζει με άνοδο περίπου 9%, έπειτα από βουτιά 17% την προηγούμενη ημέρα.

Ανάκαμψη καταγράφουν επίσης οι εταιρείες που αναπτύσσουν υποδομές τεχνητής νοημοσύνης, οι οποίες είχαν βρεθεί στο επίκεντρο των πρόσφατων ρευστοποιήσεων. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται οι διαχειριστές κέντρων δεδομένων IREN και Applied Digital, οι εταιρείες παροχής εξειδικευμένης υπολογιστικής ισχύος CoreWeave και Nebius, καθώς και οι ενεργειακοί όμιλοι GE Vernova και Constellation Energy, που συνδέονται με τη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας από τις υποδομές AI.

Θετικά κινούνται και οι εταιρείες του Έλον Μασκ, με την Tesla να ενισχύεται κατά 2,1% και τη SpaceX κατά 5,5%, μετά τις ισχυρές απώλειες των δύο προηγούμενων συνεδριάσεων.

Παρά την ανάκαμψη, η εβδομαδιαία εικόνα παραμένει αρνητική. Μέχρι και την Πέμπτη, ο Nasdaq είχε χάσει περίπου 4,4% από την αρχή της εβδομάδας, ο S&P 500 σχεδόν 3%, ενώ ο Dow Jones περιόριζε τις απώλειές του στο 0,5%. Ο Nasdaq οδεύει προς τέταρτη συνεχόμενη εβδομάδα πτώσης, ενώ ο S&P 500 κινείται προς τη χειρότερη εβδομαδιαία επίδοσή του από την περίοδο της αναταραχής που προκάλεσαν οι δασμολογικές πολιτικές της κυβέρνησης Τραμπ το 2025.

Την ίδια στιγμή, οι επενδυτές καλούνται να αποτιμήσουν τα νέα στοιχεία για την αμερικανική απασχόληση, τα οποία αποδείχθηκαν σημαντικά ισχυρότερα των προβλέψεων. Σύμφωνα με το αμερικανικό Γραφείο Στατιστικών Εργασίας, η οικονομία των ΗΠΑ δημιούργησε 165.000 νέες θέσεις εργασίας τον Οκτώβριο, ξεπερνώντας ακόμη και τις πιο αισιόδοξες εκτιμήσεις. Οι αναλυτές που συμμετείχαν σε έρευνα του Dow Jones ανέμεναν μόλις 59.000 νέες θέσεις, ενώ άλλη δημοσκόπηση οικονομολόγων τοποθετούσε την πρόβλεψη στις 65.000.

Παράλληλα, το ποσοστό ανεργίας υποχώρησε στο 4,1%, έναντι εκτίμησης ότι θα παρέμενε στο 4,2%. Η εικόνα ενισχύθηκε από τις ανοδικές αναθεωρήσεις των στοιχείων για τους δύο προηγούμενους μήνες, ενώ η ετήσια αύξηση των μισθών επιταχύνθηκε στο 3,1%. Τα στοιχεία υποδηλώνουν ότι η αμερικανική αγορά εργασίας παραμένει ανθεκτική, παρά τις ανησυχίες για την πορεία της οικονομίας.

Αυτό, ωστόσο, δημιουργεί ένα δίλημμα για τις αγορές. Από τη μία πλευρά, η ισχυρή απασχόληση περιορίζει τους φόβους για επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας. Από την άλλη, δίνει στη Federal Reserve μεγαλύτερα περιθώρια να διατηρήσει περιοριστική νομισματική πολιτική, προκειμένου να αντιμετωπίσει τις πληθωριστικές πιέσεις.

Μετά τη δημοσίευση των στοιχείων, οι επενδυτές αύξησαν τα στοιχήματα για νέα άνοδο των επιτοκίων τον Δεκέμβριο. Η πιθανότητα αύξησης κατά 25 μονάδες βάσης στην επόμενη συνεδρίαση της Fed αποτιμήθηκε έως και στο 78%, από περίπου 70% προηγουμένως. Συνολικά, οι αγορές προεξοφλούν περαιτέρω νομισματική σύσφιγξη τουλάχιστον 40 μονάδων βάσης έως τον Σεπτέμβριο του 2027.

Τα νέα δεδομένα προσφέρουν στη Fed μεγαλύτερη βεβαιότητα ότι η αγορά εργασίας παραμένει σε σχετικά ισχυρή θέση. Ως εκ τούτου, η πορεία του πληθωρισμού και οι χρηματοπιστωτικές συνθήκες αναμένεται να έχουν καθοριστική βαρύτητα στις επόμενες αποφάσεις της.

Η αντίδραση στην αγορά ομολόγων ήταν άμεση, καθώς οι ισχυρές προσλήψεις ενίσχυσαν τις προσδοκίες για υψηλότερα επιτόκια. Οι τιμές των αμερικανικών κρατικών τίτλων υποχώρησαν και οι αποδόσεις τους κινήθηκαν ανοδικά σε όλο το εύρος των λήξεων. Η απόδοση του διετούς αμερικανικού ομολόγου, που εμφανίζει μεγαλύτερη ευαισθησία στις προσδοκίες για τη νομισματική πολιτική, αυξήθηκε έως και κατά 7 μονάδες βάσης, στο 4,54%. Αντίστοιχα, η απόδοση του 10ετούς ομολόγου ενισχύθηκε κατά 4 μονάδες βάσης, στο 4,87%.

Η άνοδος των αποδόσεων λειτούργησε ως αντίβαρο στην ανάκαμψη των μετοχών, περιορίζοντας τα κέρδη των βασικών χρηματιστηριακών δεικτών. Οι τεχνολογικές εταιρείες είναι ιδιαίτερα ευαίσθητες στις μεταβολές του κόστους κεφαλαίου, καθώς σημαντικό μέρος των αποτιμήσεών τους βασίζεται στις προσδοκίες για υψηλά μελλοντικά κέρδη.

Στην αγορά ενέργειας, οι τιμές του πετρελαίου παρουσιάζουν διακυμάνσεις, καθώς οι επενδυτές παρακολουθούν τις προσπάθειες αποκλιμάκωσης του πολέμου στο Ιράν. Η άνοδος των τιμών την Πέμπτη είχε επιβαρύνει το χρηματιστηριακό κλίμα, αναζωπυρώνοντας τις ανησυχίες ότι η ακριβότερη ενέργεια θα μπορούσε να διατηρήσει τον πληθωρισμό σε υψηλά επίπεδα και να οδηγήσει τις κεντρικές τράπεζες σε ακόμη αυστηρότερη νομισματική πολιτική.

Την Παρασκευή, τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης του Brent καταγράφουν οριακή άνοδο, ωστόσο το πετρέλαιο οδεύει προς σημαντικές εβδομαδιαίες απώλειες. Η υποχώρηση των τιμών της ενέργειας έχει επηρεάσει ιδιαίτερα τις ενεργειακές μετοχές, με τον αντίστοιχο κλαδικό δείκτη του S&P 500 να κατευθύνεται προς εβδομαδιαία πτώση μεγαλύτερη του 11%.

Στο μέτωπο των εταιρικών αποτελεσμάτων, η εικόνα είναι μεικτή. Η Atlassian υποχωρεί κατά 15,9%, μετά τη δημοσίευση των οικονομικών της αποτελεσμάτων για το πρώτο τρίμηνο της χρήσης της. Στον αντίποδα, η Airbnb ενισχύεται κατά 13,9%, καθώς η πλατφόρμα βραχυχρόνιων μισθώσεων αναβάθμισε την πρόβλεψή της για την αύξηση των εσόδων του 2026, επικαλούμενη την ανθεκτική παγκόσμια ταξιδιωτική ζήτηση.

Διαβάστε ακόμη: