Η ελληνική οικονομία βρίσκεται ξανά στο επίκεντρο των διεθνών οίκων αξιολόγησης, με δύο διαδοχικές εξελίξεις να αποτυπώνουν τη μεταβολή της εικόνας της χώρας στις αγορές. Η Scope Ratings ανεβάζει την Ελλάδα στο BBB+, μία βαθμίδα πάνω από την επενδυτική κατηγορία, ενώ η Moody’s κάνει ένα ακόμη βήμα, μετατρέποντας την προοπτική της αξιολόγησης από σταθερή σε θετική.

Πίσω από τις δύο αποφάσεις βρίσκεται ένας κοινός παρονομαστής: η σημαντική βελτίωση των δημοσιονομικών μεγεθών, η ταχεία αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους, η ενίσχυση των επενδύσεων και οι μεταρρυθμίσεις που, σύμφωνα με τους οίκους, αρχίζουν να μεταφράζονται σε μεγαλύτερη ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας.

Η εικόνα, ωστόσο, δεν είναι χωρίς αστερίσκους. Το δημόσιο χρέος παραμένει από τα υψηλότερα στην Ευρωζώνη, ενώ το αναπτυξιακό δυναμικό, η παραγωγικότητα, οι εξωτερικές ανισορροπίες και οι δημογραφικές πιέσεις εξακολουθούν να αποτελούν σημαντικές προκλήσεις.

Το μήνυμα των δύο οίκων είναι, επομένως, διπλό: η Ελλάδα έχει διανύσει μεγάλη απόσταση από την περίοδο της κρίσης, αλλά η διατήρηση της δημοσιονομικής πειθαρχίας και η συνέχιση των μεταρρυθμίσεων θα κρίνουν εάν η βελτίωση της πιστοληπτικής εικόνας μπορεί να αποκτήσει μόνιμα χαρακτηριστικά.

Η αναβάθμιση της πιστοληπτικής αξιολόγησης από Scope

Στο ΒΒΒ+, μια βαθμίδα πάνω από το investment grade, αναβάθμισε την αξιολόγηση για το ελληνικό αξιόχρεο ο οίκος Scope Ratings, αξιολογώντας σταθερές τις προοπτικές.

H αναβάθμιση έρχεται δύο χρόνια μετά την προηγούμενη.

Όπως εξηγούν οι αναλυτές του οίκου, η αναβάθμιση αντανακλά βασικά δύο παράγοντες, την ταχεία αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους και την ενίσχυση της δημοσιονομικής βιωσιμότητας, καθώς και τη βελτίωση της ανθεκτικότητας της ελληνικής οικονομίας και των μεσοπρόθεσμων προοπτικών ανάπτυξης.

Η Ελλάδα έχει τα τελευταία χρόνια καταγράψει σταθερά υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης από την Ευρωζώνη, ενώ υπάρχουν αυξανόμενες ενδείξεις ενισχυμένης ανθεκτικότητας σε σχέση με την περίοδο πριν από την πανδημία.

Ταχεία μείωση του χρέους και ενίσχυση της δημοσιονομικής βιωσιμότητας

Οι δημοσιονομικές επιδόσεις της Ελλάδας παραμένουν πολύ ισχυρές, υποστηριζόμενες από την ισχυρή αύξηση των εσόδων, τις διαρθρωτικές βελτιώσεις στη φορολογική διοίκηση και συμμόρφωση, καθώς και τη συνετή διαχείριση των δαπανών. Το 2025 η Ελλάδα κατέγραψε πλεόνασμα γενικής κυβέρνησης 1,7% του ΑΕΠ και πρωτογενές πλεόνασμα 4,9% του ΑΕΠ.

Οι δημοσιονομικές επιδόσεις παραμένουν ανθεκτικές και το 2026, παρά το λιγότερο υποστηρικτικό εξωτερικό περιβάλλον, γεγονός που αναδεικνύει την ενίσχυση της δημοσιονομικής θέσης της Ελλάδας και τη συνεχιζόμενη δέσμευση των αρχών για συνετή δημοσιονομική διαχείριση.

Ως αποτέλεσμα, η Scope αναμένει ότι οι δημοσιονομικές επιδόσεις της Ελλάδας θα παραμείνουν μεταξύ των ισχυρότερων στην ΕΕ, με το δημοσιονομικό πλεόνασμα να διαμορφώνεται περίπου στο 3% του ΑΕΠ το 2026 και το πρωτογενές πλεόνασμα περίπου στο 4,1% του ΑΕΠ.

Αν και η Scope αναμένει σταδιακή υποχώρηση του πρωτογενούς πλεονάσματος στο 3,7% του ΑΕΠ το 2027, λόγω μιας μετρημένης δημοσιονομικής επέκτασης μέσω υψηλότερων συνταξιοδοτικών δαπανών και προσωρινών μέτρων στήριξης για την ενέργεια, τα δημοσιονομικά ισοζύγια αναμένεται να παραμείνουν ισχυρά και να στηρίζουν τη συνέχιση της μείωσης του χρέους.

Η διαρκής ενίσχυση της φορολογικής διοίκησης, με τη στήριξη θεσμικών μεταρρυθμίσεων και της ψηφιοποίησης, έχει βελτιώσει σημαντικά την είσπραξη εσόδων. Ως αποτέλεσμα αυτών των βελτιώσεων, ο λόγος των φορολογικών εσόδων προς το ΑΕΠ αυξήθηκε από 20,5% το 2009 σε περίπου 28,0% το 2025, ενώ τα έσοδα από τον ΦΠΑ αυξήθηκαν από 7,1% σε περίπου 9,5% του ΑΕΠ κατά την ίδια περίοδο.

Η Scope αναμένει ότι οι μεταρρυθμίσεις αυτές θα συνεχίσουν να στηρίζουν σημαντικά πρωτογενή πλεονάσματα, τα οποία προβλέπεται να διαμορφωθούν κατά μέσο όρο περίπου στο 3,0% του ΑΕΠ την περίοδο 2028-2031.

Σε συνδυασμό με τη συνέχιση των δημοσιονομικών πλεονασμάτων, η Scope αναμένει ότι αυτό θα οδηγήσει σε υποχώρηση του δημόσιου χρέους περίπου στο 136% του ΑΕΠ το 2026, από 146,1% το 2025, με τη στήριξη περαιτέρω πρόωρων αποπληρωμών του υφιστάμενου κρατικού χρέους.

Η Scope προβλέπει περαιτέρω υποχώρηση του λόγου του χρέους, περίπου στο 110% του ΑΕΠ έως το 2031. Αν και ο πληθωρισμός αναμένεται να παραμείνει αυξημένος στο 3,8% το 2026, προτού υποχωρήσει, η συνεχιζόμενη αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ αναμένεται να προσφέρει πρόσθετη στήριξη στη μείωση του χρέους μεσοπρόθεσμα.

Η βιωσιμότητα του χρέους ενισχύεται περαιτέρω από την ιδιαίτερα ευνοϊκή διάρθρωση του ελληνικού χρέους, η οποία χαρακτηρίζεται από μεγάλες διάρκειες, χαμηλούς κινδύνους αναχρηματοδότησης, σημαντικά ταμειακά αποθέματα και υψηλό ποσοστό ευνοϊκής χρηματοδότησης από τον επίσημο τομέα.

Περίπου το 70% του κρατικού χρέους οφείλεται σε πιστωτές του επίσημου τομέα με ιδιαίτερα ευνοϊκούς όρους, ενώ η σταθμισμένη μέση διάρκεια του δημόσιου χρέους ανερχόταν στα 18,3 έτη τον Ιούνιο του 2026.

Παράλληλα, σημαντικά ταμειακά διαθέσιμα, ύψους περίπου 31 δισ. ευρώ, που αντιστοιχούν στο 13% του ΑΕΠ, παρέχουν σημαντικό «μαξιλάρι» έναντι της μεταβλητότητας στις αγορές. Οι ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες αναμένεται να παραμείνουν άνετα κάτω από το 10% του ΑΕΠ μεσοπρόθεσμα.

Βελτίωση της οικονομικής ανθεκτικότητας

Οπως επισημαίνει ο οίκος, η βελτίωση της οικονομικής ανθεκτικότητας και των μεσοπρόθεσμων προοπτικών ανάπτυξης της Ελλάδας στηρίζεται στις επενδύσεις, τις μεταρρυθμίσεις και τους ευρωπαϊκούς πόρους. Οι οικονομικές επιδόσεις της Ελλάδας έχουν ενισχυθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, παρέχοντας ολοένα και περισσότερες ενδείξεις βελτιωμένης ανθεκτικότητας σε σύγκριση με την περίοδο πριν από την πανδημία.

Η πραγματική ανάπτυξη του ΑΕΠ διαμορφώθηκε κατά μέσο όρο στο 2,1% την περίοδο 2023-2025, έναντι περίπου 1% στην ΕΕ, και αναμένεται να παραμείνει ανθεκτική, στο 1,9% το 2026 και στο 1,7% το 2027, παρά το δυσκολότερο εξωτερικό περιβάλλον.

Η ανάπτυξη έχει ευρεία βάση και στηρίζεται στην ισχυρή εγχώρια ζήτηση, στις υψηλές τουριστικές εισπράξεις, στην αύξηση των επενδύσεων, στη συνεχιζόμενη εφαρμογή διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και στην περαιτέρω απορρόφηση των ευρωπαϊκών πόρων.

Βασικός παράγοντας για τη βελτίωση των οικονομικών προοπτικών υπήρξε η ανάκαμψη των επενδύσεων. Η Ελλάδα συγκαταλέγεται στους μεγαλύτερους δικαιούχους του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας της ΕΕ (RRF) σε σχέση με το μέγεθος της οικονομίας της, με τις επενδύσεις να στηρίζουν τον εκσυγχρονισμό των υποδομών, την ψηφιοποίηση και την πράσινη μετάβαση.

Οι μεταρρυθμίσεις στη δημόσια διοίκηση, τη φορολογία και το επιχειρηματικό περιβάλλον έχουν ενισχύσει περαιτέρω τις συνθήκες για επενδύσεις. Μέχρι τον Ιούνιο του 2026, η Ελλάδα είχε λάβει 24,6 δισ. ευρώ από το RRF, ποσό που αντιστοιχεί σχεδόν στο 70% των διαθέσιμων πόρων, αντανακλώντας την ισχυρή ικανότητα υλοποίησης και τη συνεχιζόμενη δέσμευση στην εφαρμογή των σχετικών πολιτικών.

Η Scope αναμένει επίσης ευρεία συνέχεια των πολιτικών μετά τις βουλευτικές εκλογές που είναι προγραμματισμένες για το 2027. Αν και οι τρέχουσες δημοσκοπήσεις υποδηλώνουν ότι ο σχηματισμός κυβέρνησης ενδέχεται να καταστεί πιο σύνθετος, ο κίνδυνος σημαντικών αλλαγών στην ασκούμενη πολιτική εμφανίζεται περιορισμένος.

Προκλήσεις για την αξιολόγηση

Το βάρος του δημόσιου χρέους της Ελλάδας παραμένει μεταξύ των υψηλότερων στην Ευρωζώνη και εξακολουθεί να επιβαρύνει το πιστωτικό προφίλ της χώρας σε σύγκριση με κράτη με υψηλότερη αξιολόγηση.

Επιπλέον, η Scope αναμένει ότι ο ρυθμός μείωσης του χρέους θα επιβραδυνθεί σταδιακά, καθώς η ονομαστική ανάπτυξη θα μετριάζεται, το κόστος δανεισμού θα ομαλοποιείται και οι πιέσεις στις δαπάνες που συνδέονται με τη γήρανση του πληθυσμού θα καθίστανται πιο έντονες.

Ως αποτέλεσμα, τα επίπεδα του χρέους είναι πιθανό να παραμείνουν υψηλά σε σύγκριση με άλλα κράτη με αντίστοιχη πιστοληπτική αξιολόγηση για παρατεταμένο χρονικό διάστημα, περιορίζοντας την ευελιξία της δημοσιονομικής πολιτικής και καθιστώντας την Ελλάδα πιο ευάλωτη σε δυσμενείς διαταραχές σε σχέση με χώρες υψηλότερης αξιολόγησης.

Ένας ακόμη περιοριστικός παράγοντας για την αξιολόγηση αφορά το ακόμη μέτριο αναπτυξιακό δυναμικό της Ελλάδας, το οποίο εκτιμάται περίπου στο 1,3%. Διαρθρωτικές προκλήσεις, όπως η γήρανση του πληθυσμού, τα χαμηλά επίπεδα παραγωγικότητας, οι περιορισμοί στην αγορά εργασίας και η περιορισμένη διαφοροποίηση της οικονομίας, εξακολουθούν να επιβαρύνουν τις μακροπρόθεσμες προοπτικές ανάπτυξης.

Επιπλέον, τα ελλείμματα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών αναμένεται να παραμείνουν υψηλά, περίπου στο 5%-6% του ΑΕΠ μεσοπρόθεσμα, αντανακλώντας διαρθρωτικά χαμηλή εγχώρια αποταμίευση, ισχυρή ζήτηση για εισαγωγές που συνδέεται με τις επενδύσεις και τη συνεχιζόμενη εξάρτηση από εισαγωγές ενέργειας.

H αναβάθμιση του outlook από Moody’s

Από σταθερή σε θετική αναβάθμισε την προοπτική της πιστοληπτικής αξιολόγησης της Ελλάδας ο οίκος Moody’s, επιβεβαιώνοντας παράλληλα τη μακροπρόθεσμη αξιολόγηση εκδότη και ανώτερου μη εξασφαλισμένου χρέους στο Baa3.

Η αλλαγή της προοπτικής αντανακλά τις ενδείξεις ότι η συνεχιζόμενη έμφαση της κυβέρνησης στις διαρθρωτικές οικονομικές και θεσμικές μεταρρυθμίσεις ενισχύει σταδιακά την οικονομική και δημοσιονομική ανθεκτικότητα της χώρας.

Σύμφωνα με τη Moody’s, η εξέλιξη αυτή θα μπορούσε να οδηγήσει σε υψηλότερους διαρθρωτικούς ρυθμούς ανάπτυξης από αυτούς που προβλέπει σήμερα ο οίκος.

Παράλληλα, η ισχυρότερη οικονομική και δημοσιονομική ανθεκτικότητα ενισχύει την ικανότητα της Ελλάδας να συνεχίσει τη μακροχρόνια πορεία αποκλιμάκωσης του δημόσιου χρέους, μεταξύ άλλων μέσω της πρόωρης αποπληρωμής μέρους του χρέους της περιόδου της κρίσης.

Η Moody’s αναγνωρίζει επίσης τη βελτίωση των δημoσιονομικών και την πολιτική συναίνεση υπέρ της διατήρησης της δημοσιονομικής πορείας. Ωστόσο, επισημαίνει ότι η διατηρησιμότητα αυτών των δημοσιονομικών κερδών δεν έχει ακόμη διασφαλιστεί.

Στα θετικά στοιχεία για το πιστωτικό προφίλ της χώρας περιλαμβάνονται το ισχυρό ιστορικό μεταρρυθμίσεων, οι ευνοϊκοί δείκτες εξυπηρέτησης του χρέους και η σημαντική βελτίωση των δημόσιων οικονομικών. Την ίδια στιγμή, παραμένουν προκλήσεις, όπως το υψηλό δημόσιο χρέος, οι εξωτερικές ανισορροπίες, η μέτρια αύξηση της παραγωγικότητας και το σημαντικό απόθεμα μη εξυπηρετούμενου χρέους εκτός τραπεζικού συστήματος.

Η Moody’s διαπιστώνει ακόμη ότι το αναπτυξιακό μοντέλο της Ελλάδας γίνεται περισσότερο επενδυτικοκεντρικό. Οι ιδιωτικές επενδύσεις αντιπροσωπεύουν σχεδόν τα δύο τρίτα της αύξησης του λόγου επενδύσεων προς ΑΕΠ από το 2020, γεγονός που υποδηλώνει ότι η επενδυτική ανάκαμψη δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τα κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης.

Συνολικά, ο οίκος εκτιμά ότι η συνέχιση των μεταρρυθμίσεων, η διεύρυνση των παραγωγικών επενδύσεων και η ενίσχυση της επίσημης οικονομίας αυξάνουν την πιθανότητα η δυνητική ανάπτυξη της Ελλάδας – την οποία υπολογίζει περίπου στο 1,5% – και η δημοσιονομική της ανθεκτικότητα να ξεπεράσουν τις σημερινές εκτιμήσεις του.

Διαβάστε ακόμη: