Αντιμέτωπη με ένα διπλό review της πιστοληπτικής της αξιολόγησης βρίσκεται σήμερα η Αθήνα, εν αναμονή της ετυμηγορίας τόσο από την Moody’s όσο και από την Scope Ratings αργά το βράδυ, σε μία έτσι και αλλιώς ιστορική ημέρα για την ελληνική οικονομία, καθώς πραγματοποιείται το rebalancing των δεικτών FTSE, Stoxx και S&P, εν όψει της αναβάθμισης του χρηματιστηρίου στις ανεπτυγμένες αγορές, που τίθεται σε ισχύ από τη Δευτέρα, 21 Σεπτεμβρίου.

Σε γενικές γραμμές, η αντίληψη που επικρατεί στα ξένα τμήματα ανάλυσης είναι ότι το μπαράζ των αναβαθμίσεων στην πιστοληπτική ικανότητα της Ελλάδας έχει σε μεγάλο βαθμό ολοκληρωθεί για την ώρα. Άλλωστε, όπως σημείωνε πρόσφατα ανάλυση του Reuters, το σερί αναβαθμίσεων, που είδε την ελληνική αξιολόγηση να βελτιώνεται από 9 έως 13 σκαλοπάτια από την εποχή της κρίσης, υπήρξε ένα από τα ισχυρότερα που έχουν καταγραφεί στον ανεπτυγμένο κόσμο.

Οι «παρίες» έγιναν «ήρωες» στην αγορά ομολόγων – Το παράδειγμα της Ελλάδας και τα PIGS-1

Πλέον, οι οίκοι κρατούν «μικρό καλάθι». Η Morgan Stanley σχολίαζε πρόσφατα ότι οι όποιες περαιτέρω αναβαθμίσεις ενδεχομένως να πρέπει να περιμένουν για το 2027. Από το βήμα της ΔΕΘ, πάντως, ο πρωθυπουργός έθεσε σαν στόχο την αναρρίχηση της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας στην βαθμίδα Α έως το 2030.

Σε πιο κοντινό ορίζοντα, η Moody’s είναι εκείνη που θεωρείται ότι «χρωστάει» στην Αθήνα μια θετική κίνηση, καθώς η αξιολόγησή της (Baa3 με σταθερές προοπτικές) παραμένει χαμηλότερη σε σχέση με εκείνες που δίνουν οι άλλοι οίκοι. Όμως, η Morgan Stanley πιστεύει ότι μια αναβάθμιση ενδεχομένως να έρθει του χρόνου.

Το σίγουρο είναι ότι το σκηνικό αβεβαιότητας που επικρατεί σήμερα σε πολλαπλά μέτωπα δεν ευνοεί δραστικές κινήσεις από τους οίκους αξιολόγησης. Η αναζωπύρωση της ενεργειακής κρίσης και ο διαφαινόμενος δύσκολος χειμώνας για όλη την Ευρώπη φέρνουν δυναμικά στο προσκήνιο την ανάγκη στήριξης νοικοκυριών και ενδεχομένως επιχειρήσεων, με την έκταση των δημοσιονομικών επιπτώσεων να είναι αδύνατο να εκτιμηθεί σε αυτή τη φάση.

Στην εξίσωση θα πρέπει να συνυπολογίζονται πάντα και οι παρενέργειες από την αναταραχή στην παγκόσμια αγορά των ομολόγων. Αν και όλες οι αναλύσεις δείχνουν ότι η Ελλάδα είναι πιο προστατευμένη από τις εξελίξεις αυτές σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, εντούτοις τα σενάρια για μια νέα κρίση χρέους που έχουν αρχίσει να κυκλοφορούν σίγουρα δεν θα άφηναν ανεπηρέαστη καμία οικονομία.

Την ίδια στιγμή, οι επερχόμενες εκλογές και τα σενάρια περί κυβέρνησης συνασπισμού είναι ένας βασικός παράγοντας που παρακολουθούν οι αναλυτές του εξωτερικού, καθώς η πολιτική σταθερότητα θεωρήθηκε κρίσιμο συστατικό της έως σήμερα ανάκαμψης της ελληνικής οικονομίας.

Τι περιμένει η Moody’s

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Moody’s έχει ξεκαθαρίσει ότι για να αναβαθμίσει την αξιολόγηση της Ελλάδας επιθυμεί να δει το χρέος να μειώνεται πολύ περισσότερο από ό,τι προβλέπουν οι εκτιμήσεις της. Ενδείξεις επιτάχυνσης των μεταρρυθμίσεων, ειδικά στο μέτωπο της απονομής δικαιοσύνης ή της διαφοροποίησης της οικονομίας, θα μπορούσαν επίσης να αποτελέσουν ένα έναυσμα για αναβάθμιση. Θετικά θα επιδρούσαν, επίσης, τυχόν καλύτερες των προβλέψεων επιδόσεις στο μέτωπο της δυνητικής ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας.

Το «σήμα» της Scope και το «παράθυρο» 12-18 μηνών 

Από την πλευρά της Scope, κάποια θετική εξέλιξη στην αξιολόγηση είναι ενδεχομένως πιθανότερη, ειδικά λαμβάνοντας υπόψη τις θετικές προοπτικές που έδωσε ο οίκος στην πιστοληπτική ικανότητα ΒΒΒ της Ελλάδας, τον Νοέμβριο του 2025. Σημειώνεται ότι οι θετικές προοπτικές δίνουν «σήμα» πιθανής αναβάθμισης σε ορίζοντα 12-18 μηνών.

Ήδη, η Scope έχει αναφερθεί θετικά στην βελτιωμένη μακροοικονομική ανθεκτικότητα, τις συνεχιζόμενες μεταρρυθμίσεις, την επίμονη δημοσιονομική πειθαρχία, την ευνοϊκή δομή του χρέους και το μαξιλάρι ρευστότητας της Ελλάδας.

Οι παράγοντες τους οποίους παρακολουθεί ο οίκος σχετίζονται κυρίως με τα πρωτογενή πλεονάσματα και τη δημοσιονομική πειθαρχία, την πρόοδο στις μεταρρυθμίσεις, την πορεία υλοποίησης των επενδύσεων του Ταμείου Ανάκαμψης και την επίδρασή τους στην ανάπτυξη, τις εξωτερικές ανισορροπίες και την πρόοδο του τραπεζικού τομέα στην αντιμετώπιση του ιδιωτικού χρέους που άφησε πίσω της η κρίση.

Διαβάστε ακόμη: