Ισχυρό επιστημονικό δυναμικό, καλές ακαδημαϊκές επιδόσεις και δραστήριο οικοσύστημα νεοφυών επιχειρήσεων εντοπίζονται στην Ελλάδα, χαρακτηριστικά τα οποία όμως δεν φτάνουν στην αγορά και κατ’ επέκτασιν στην οικονομία. Νέα μελέτη της διαΝΕΟσις αποτυπώνει τοι παράδοξο του ελληνικού συστήματος έρευνας και καινοτομίας, όπου φαίνονται αφενός τα θετικά αποτελέσματα των μεταρρυθμίσεων των τελευταίων ετών, αφετέρου τα διαχρονικά προβλήματα της χαμηλής διάχυσης της καινοτομίας στις επιχειρήσεις, της αναντιστοιχίας δεξιοτήτων στην αγορά εργασίας, της περιορισμένης έως ανύπαρκτης συνεργασίας πανεπιστημίων με την αγορά και της χαμηλής ζήτησης για καινοτομία από το Δημόσιο. Ρίζα του προβλήματος είναι η έλλειψη ολοκληρωμένης στρατηγικής, με αποτέλεσμα οι επιμέρους πρωτοβουλίες και τα μέτρα να μην αποδίδουν σε ικανοποιητικό βαθμό.
Μολονότι οι δαπάνες για έρευνα και ανάπτυξη αυξήθηκαν –αγγίζοντας τα 3,66 δισ. ευρώ το 2024– το μεγάλο στοίχημα παραμένει η μετάβαση από τη γνώση στην αγορά. Η Ελλάδα υστερεί στις αιτήσεις για διπλώματα ευρεσιτεχνίας, καταγράφοντας μόλις 10,3 αιτήσεις ανά εκατομμύριο κατοίκους στο ευρωπαϊκό γραφείο ευρεσιτεχνιών, ενώ ο μέσος όρος της Ε.Ε. ανέρχεται στις 152,2.
Το πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη ανθρώπων με προσόντα. Οι πτυχιούχοι είναι πολλοί, ωστόσο δεν αξιοποιούνται ανάλογα με τις δεξιότητές τους. Ειδικότερα, 36,6% των νέων αποφοίτων ηλικίας μεταξύ 25 και 34 ετών εργάζονται σε θέσεις κατώτερες σε σχέση με τα προσόντα τους έναντι 23% του κοινοτικού μέσου όρου.
Γνωστό είναι επίσης το πρόβλημα της δικτύωσης, καθώς παρά τις νέες δομές συνεργασίας που έχουν στηθεί, εξακολουθεί να υπάρχει χάσμα μεταξύ πανεπιστημίων και επιχειρήσεων. Ενδεικτικά, με βάση την έκθεση Global Innovation Index 2024, η Ελλάδα κατατάσσεται 106η ανάμεσα σε 133 χώρες στον δείκτη συνεργασίας μεταξύ επιχειρήσεων και πανεπιστημίων για έρευνα και ανάπτυξη. Πολύ χαμηλή είναι και η επίδοση ως προς τη δημιουργία συστάδων επιχειρήσεων (clusters), καθώς η Ελλάδα κατακτά την 118η θέση μεταξύ 133 χωρών.
Η μεγαλύτερη ιστορία επιτυχίας εκτυλίσσεται στο οικοσύστημα νεοφυών επιχειρήσεων. Κατ’ αρχάς, το ποσοστό των εγχειρημάτων υψηλής ή μέτριας τεχνολογικής έντασης ανέβηκε στο 7,6% το 2023 από 4,4% το 2019, πλησιάζοντας τον μέσο όρο των χωρών υψηλού εισοδήματος. Επίσης, το 17% των startups προσφέρει πλέον τουλάχιστον έξι θέσεις εργασίας (πλην των ιδρυτών) κατά τα πρώτα χρόνια λειτουργίας από 11% το 2019. Αυξήθηκαν επίσης οι εταιρείες με ξένους πελάτες (39,6% το 2023 από 30,4% το 2019). Βεβαίως, το ζητούμενο δεν είναι μόνο να μπορούν να δημιουργηθούν startups, αλλά να μπορούν να μεγαλώσουν και να αποκτήσουν διεθνή εμβέλεια, μία μετάβαση που μέχρι και σήμερα είναι σπάνια.
Πίσω από τη βιτρίνα των startups, η μεγάλη μάζα των ελληνικών επιχειρήσεων και κυρίως των μικρομεσαίων εξακολουθεί να κινείται με χαμηλή τεχνολογική ένταση. Χαρακτηριστικός είναι ο δείκτης DESI της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, που δείχνει ότι οι ελληνικές επιχειρήσεις υστερούν στην ενσωμάτωση σύγχρονων ψηφιακών τεχνολογιών στη δραστηριότητά τους. Στις ΜΜΕ, μόλις το 43,3% παρουσίαζε τουλάχιστον βασικό επίπεδο ενσωμάτωσης ψηφιακής τεχνολογίας το 2024, που αντιστοιχεί στην 24η θέση της Ε.Ε.
Τέλος, ένας από τους κρίκους που λείπουν από το ελληνικό σύστημα καινοτομίας είναι η ζήτηση από τον ίδιο τον δημόσιο τομέα. Μολονότι η Ελλάδα διαθέτει πλέον ένα επαρκές θεσμικό πλαίσιο για τις δημόσιες προμήθειες καινοτομίας, η εφαρμογή του παραμένει περιορισμένη. Σε αξιολόγηση της Κομισιόν για τα εθνικά πλαίσια πολιτικής στο ζήτημα των δημόσιων προμηθειών για καινοτομία, η Ελλάδα κατέλαβε τη 16η θέση από 30 ευρωπαϊκές χώρες, χωρίς όμως να διαθέτει αυτόνομο σχέδιο δράσης για τις καινοτόμες προμήθειες, συγκεκριμένο στόχο δαπανών ή σύστημα παρακολούθησης, παίρνοντας και στους τρεις αυτούς δείκτης βαθμολογία 0%.
Σύμφωνα με τη μελέτη της διαΝΕΟσις, την οποία συνυπογράφουν τρεις συγγραφείς από το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο –ο καθηγητής Αγγελος Τσακανίκας, η επίκουρη καθηγήτρια Αιμιλία Πρωτόγερου και ο μεταδιδακτορικός ερευνητής Παναγιώτης Παναγιωτόπουλος– αναγνωρίζονται τα σημαντικά βήματα προόδου των τελευταίων ετών, αλλά προτείνονται τρεις κεντρικές κατευθύνσεις πολιτικής για την επίλυση των μεγάλων προβλημάτων που εκκρεμούν. Η διαμόρφωση ολοκληρωμένης εθνικής στρατηγικής έρευνας, τεχνολογικής ανάπτυξης και καινοτομίας, η θεσμική ενοποίηση της έρευνας και των πανεπιστημίων και η επιχειρησιακή αναβάθμιση του συστήματος, μεταξύ άλλων με μείωση της γραφειοκρατίας στους Ειδικούς Λογαριασμούς Κονδυλίων Ερευνας (ΕΛΚΕ) και καλλιέργεια κουλτούρας λελογισμένου ρίσκου στους δημόσιους οργανισμούς.