Σε αναβάθμιση της πιστοληπτικής αξιολόγησης της Ελλάδας σε BBB+ από BBB προχώρησε η Scope Ratings, διατηρώντας τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας σε θετικό επίπεδο. Ο οίκος αξιολόγησης τοποθέτησε πλέον τη χώρα μας στο τρίτο και υψηλότερο σκαλοπάτι της κατηγορίας BBB της επενδυτικής βαθμίδας, απέχοντας μόλις μία βαθμίδα από την είσοδο στην κατηγορία Α, που αποτελεί το επόμενο ορόσημο για το πιστοληπτικό προφίλ της χώρας.

Ο Γερμανικός οίκος αξιολόγησης επιβραβεύει τη σημαντική πρόοδο που έχει καταγράψει η χώρα τα τελευταία χρόνια, με αιχμή τη συνεχιζόμενη αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους, τη βελτίωση των δημοσιονομικών επιδόσεων και την ανθεκτική αναπτυξιακή πορεία της οικονομίας.

Η νέα αναβάθμιση τοποθετεί την Ελλάδα ένα ακόμη βήμα υψηλότερα στην επενδυτική βαθμίδα και ενισχύει περαιτέρω το προφίλ της στις διεθνείς αγορές, σε μια περίοδο κατά την οποία η χώρα επιχειρεί να εδραιώσει τη θέση της ως αξιόπιστος επενδυτικός προορισμός.

Η απόφαση της Scope αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα, καθώς έρχεται σε μια περίοδο αυξημένης αβεβαιότητας στις διεθνείς αγορές, με το κόστος δανεισμού να παραμένει υψηλό, τις γεωπολιτικές εντάσεις να επηρεάζουν την οικονομική δραστηριότητα και τις ευρωπαϊκές οικονομίες να αντιμετωπίζουν σημαντικές προκλήσεις.

Η αναβάθμιση της πιστοληπτικής αξιολόγησης της Ελλάδας σε BBB+ ήρθε μετά και από την πρόσφατη θετική αξιολόγηση της DBRS, η οποία επιβεβαίωσε τη βαθμίδα BBB της Ελλάδας και αναβάθμισε τις προοπτικές σε θετικές, υπογραμμίζοντας τη δημοσιονομική πρόοδο και τη μείωση του χρέους.

Πλέον η προσοχή στρέφεται στις αμέσως επόμενες αξιολογήσεις των διεθνών οίκων, με τον κύκλο για το 2026 να ολοκληρώνεται στις 23 Οκτωβρίου με την Standard & Poor’s και στις 6 Νοεμβρίου με τη Fitch.

Η Scope αναβαθμίζει την αξιολόγηση της Ελληνικής Δημοκρατίας σε BBB+ με σταθερό outlook

Η ταχεία μείωση του χρέους και η βελτίωση της ανθεκτικότητας της οικονομίας στηρίζουν την αναβάθμιση. Ωστόσο, το υψηλό δημόσιο χρέος, οι διαρθρωτικοί περιορισμοί στην ανάπτυξη και οι επίμονες εξωτερικές ευπάθειες παραμένουν βασικοί περιορισμοί.

Οι λόγοι της αναβάθμισης

Ειδικότερα όπως αναφέρει ο Οίκος η αναβάθμιση της αξιολόγησης της Ελλάδας σε BBB+ αντανακλά:

Τη ραγδαία αποκλιμάκωση του λόγου δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ και την ενίσχυση της δημοσιονομικής βιωσιμότητας, η οποία υποστηρίζεται από τα μεγάλα και διατηρήσιμα πρωτογενή πλεονάσματα, τις διαρθρωτικές βελτιώσεις στη φορολογική διοίκηση και συμμόρφωση, καθώς και το ιστορικό συνετής δημοσιονομικής διαχείρισης. Οι παράγοντες αυτοί έχουν ενισχύσει την ικανότητα του κράτους να δημιουργεί έσοδα και στηρίζουν τη συνέχιση της μείωσης του χρέους.
Τη βελτίωση της ανθεκτικότητας της οικονομίας και των μεσοπρόθεσμων προοπτικών ανάπτυξης, η οποία στηρίζεται στη συνεχή εφαρμογή μεταρρυθμίσεων, στην ισχυρή επενδυτική δυναμική και στα σημαντικά επενδυτικά προγράμματα που χρηματοδοτούνται από την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η Scope επισημαίνει ότι η Ελλάδα έχει υπεραποδώσει έναντι της Ευρωζώνης τα τελευταία χρόνια, με ολοένα περισσότερες ενδείξεις ότι η οικονομία εμφανίζει ενισχυμένη ανθεκτικότητα σε σχέση με την περίοδο πριν από την πανδημία.

Βασικοί παράγοντες αξιολόγησης

Στους βασικούς παράγοντες της αξιολόγησης η Scope αναφέρει την ταχεία μείωση του χρέους και ενίσχυση της δημοσιονομικής βιωσιμότητας. Η δημοσιονομική επίδοση της Ελλάδας παραμένει πολύ ισχυρή, υποστηριζόμενη από την ισχυρή αύξηση των εσόδων, τις διαρθρωτικές βελτιώσεις στη φορολογική διοίκηση και συμμόρφωση, καθώς και τη συνετή διαχείριση των δαπανών. Η Ελλάδα κατέγραψε πλεόνασμα γενικής κυβέρνησης 1,7% του ΑΕΠ και πρωτογενές πλεόνασμα 4,9% του ΑΕΠ το 2025.

Οι δημοσιονομικές επιδόσεις παρέμειναν ανθεκτικές και το 2026, παρά το λιγότερο ευνοϊκό εξωτερικό περιβάλλον, γεγονός που αναδεικνύει την ενίσχυση της δημοσιονομικής θέσης της Ελλάδας και τη συνεχιζόμενη δέσμευση των αρχών για συνετή δημοσιονομική διαχείριση.

Ως αποτέλεσμα, η Scope αναμένει ότι η δημοσιονομική επίδοση της Ελλάδας θα παραμείνει μεταξύ των ισχυρότερων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με το συνολικό δημοσιονομικό πλεόνασμα να προβλέπεται ότι θα διαμορφωθεί περίπου στο 3,0% του ΑΕΠ το 2026 και το πρωτογενές πλεόνασμα περίπου στο 4,1% του ΑΕΠ.

Αν και η Scope αναμένει ότι το πρωτογενές πλεόνασμα θα υποχωρήσει σταδιακά στο 3,7% του ΑΕΠ έως το 2027, λόγω μιας μετρημένης δημοσιονομικής επέκτασης μέσω υψηλότερων δαπανών για συντάξεις και προσωρινών μέτρων στήριξης για την ενέργεια, τα δημοσιονομικά ισοζύγια αναμένεται να παραμείνουν ισχυρά και να στηρίζουν τη συνέχιση της αποκλιμάκωσης του χρέους.

Η διαρκής ενίσχυση της φορολογικής διοίκησης, η οποία υποστηρίζεται από θεσμικές μεταρρυθμίσεις και την ψηφιοποίηση, έχει βελτιώσει σημαντικά την είσπραξη εσόδων. Αντανακλώντας αυτές τις βελτιώσεις, ο λόγος φορολογικών εσόδων προς ΑΕΠ αυξήθηκε από 20,5% το 2009 σε περίπου 28,0% το 2025, ενώ τα έσοδα από τον ΦΠΑ αυξήθηκαν από 7,1% σε περίπου 9,5% του ΑΕΠ την ίδια περίοδο.

Η Scope εκτιμά ότι οι μεταρρυθμίσεις αυτές θα συνεχίσουν να στηρίζουν τη δημιουργία σημαντικών πρωτογενών πλεονασμάτων, τα οποία προβλέπεται να διαμορφωθούν κατά μέσο όρο περίπου στο 3,0% του ΑΕΠ την περίοδο 2028-2031.

Τα διατηρήσιμα πρωτογενή πλεονάσματα και οι ευνοϊκές διαφορές μεταξύ ρυθμού ανάπτυξης και επιτοκίων εξακολουθούν να στηρίζουν την ταχεία μείωση του λόγου δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ.

Η πραγματική ανάπτυξη του ΑΕΠ διαμορφώθηκε κατά μέσο όρο στο 2,1% την περίοδο 2023-2025, σημαντικά υψηλότερα από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο οποίος διαμορφώθηκε περίπου στο 1,0%, ενώ προβλέπεται να παραμείνει ανθεκτική στο 1,9% το 2026 και στο 1,7% το 2027.

Σε συνδυασμό με τη συνέχιση των δημοσιονομικών πλεονασμάτων, η Scope εκτιμά ότι οι παράγοντες αυτοί θα οδηγήσουν στη μείωση του δημόσιου χρέους περίπου στο 136% του ΑΕΠ το 2026, από 146,1% το 2025, με τη στήριξη και περαιτέρω πρόωρων αποπληρωμών υφιστάμενου κρατικού χρέους.

Η Scope προβλέπει ότι ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ θα υποχωρήσει περαιτέρω περίπου στο 110% έως το 2031. Παρότι ο πληθωρισμός αναμένεται να παραμείνει αυξημένος στο 3,8% το 2026 πριν αποκλιμακωθεί, η συνεχιζόμενη αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ αναμένεται να προσφέρει πρόσθετη στήριξη στη μείωση του χρέους μεσοπρόθεσμα.

Η βιωσιμότητα του χρέους ενισχύεται περαιτέρω από την ιδιαίτερα ευνοϊκή δομή του ελληνικού χρέους, η οποία χαρακτηρίζεται από μεγάλες διάρκειες αποπληρωμής, χαμηλούς κινδύνους αναχρηματοδότησης, σημαντικά ταμειακά αποθέματα ασφαλείας και υψηλό ποσοστό δανεισμού με ευνοϊκούς όρους από τον επίσημο τομέα.

Περίπου το 70% του κρατικού χρέους οφείλεται σε πιστωτές του επίσημου τομέα με ιδιαίτερα ευνοϊκούς όρους, ενώ η σταθμισμένη μέση διάρκεια του δημόσιου χρέους διαμορφώθηκε στα 18,3 έτη τον Ιούνιο του 2026.

Παράλληλα, τα σημαντικά ταμειακά διαθέσιμα ύψους περίπου 31 δισ. ευρώ, που αντιστοιχούν στο 13% του ΑΕΠ, παρέχουν ένα σημαντικό «μαξιλάρι» έναντι της μεταβλητότητας των αγορών, ενώ οι ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες αναμένεται να παραμείνουν άνετα κάτω από το 10% του ΑΕΠ μεσοπρόθεσμα.

Οι δαπάνες για τόκους ως ποσοστό των κρατικών εσόδων προβλέπεται να παραμείνουν πολύ χαμηλές τα επόμενα χρόνια, με τον μέσο όρο να διαμορφώνεται στο 6,8% την περίοδο 2026-2031.

Σε συνδυασμό με την ενεργή διαχείριση του χρέους, οι παράγοντες αυτοί ενισχύουν τη δυνατότητα εξυπηρέτησης του χρέους και συγκρίνονται ευνοϊκά με πολλές άλλες χώρες που διαθέτουν σημαντικά χαμηλότερους δείκτες χρέους.

Ως αποτέλεσμα, η βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους έχει ενισχυθεί σημαντικά, γεγονός που στηρίζει την αναβάθμιση της Ελλάδας σε BBB+, παρά το γεγονός ότι το επίπεδο του δημόσιου χρέους παραμένει ακόμη υψηλό.

Βελτίωση της οικονομικής ανθεκτικότητας και των μεσοπρόθεσμων προοπτικών ανάπτυξης, με στήριξη από τις επενδύσεις, τις μεταρρυθμίσεις και τα ευρωπαϊκά κονδύλια.

Η οικονομική επίδοση της Ελλάδας έχει ενισχυθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, παρέχοντας ολοένα περισσότερες ενδείξεις για βελτιωμένη ανθεκτικότητα σε σύγκριση με την περίοδο πριν από την πανδημία.

Η πραγματική ανάπτυξη του ΑΕΠ διαμορφώθηκε κατά μέσο όρο στο 2,1% την περίοδο 2023-2025, έναντι περίπου 1,0% στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ αναμένεται να παραμείνει ανθεκτική στο 1,9% το 2026 και στο 1,7% το 2027, παρά το πιο δύσκολο εξωτερικό περιβάλλον.

Η ανάπτυξη έχει ευρεία βάση, καθώς στηρίζεται στην ισχυρή εγχώρια ζήτηση, στις αυξημένες τουριστικές εισπράξεις, στην ενίσχυση των επενδύσεων, στη συνεχιζόμενη εφαρμογή διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και στη συνεχή απορρόφηση των ευρωπαϊκών κονδυλίων.

Βασικός παράγοντας για τη βελτίωση των οικονομικών προοπτικών αποτέλεσε η ανάκαμψη των επενδύσεων. Η Ελλάδα συγκαταλέγεται μεταξύ των μεγαλύτερων ωφελούμενων χωρών από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (RRF) σε σχέση με το μέγεθος της οικονομίας της, με τις επενδύσεις να στηρίζουν τον εκσυγχρονισμό των υποδομών, την ψηφιοποίηση και την πράσινη μετάβαση.

Οι μεταρρυθμίσεις στη δημόσια διοίκηση, τη φορολογία και το επιχειρηματικό περιβάλλον έχουν ενισχύσει περαιτέρω τις συνθήκες για επενδύσεις.

Έως τον Ιούνιο του 2026, η Ελλάδα είχε λάβει 24,6 δισ. ευρώ μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης, ποσό που αντιστοιχεί σε σχεδόν 70% των συνολικά διαθέσιμων κονδυλίων, γεγονός που αντανακλά την ισχυρή ικανότητα υλοποίησης και τη συνεχιζόμενη δέσμευση στην εφαρμογή των πολιτικών.

Οι εξελίξεις αυτές στηρίζουν μια ευνοϊκότερη αξιολόγηση της οικονομικής ανθεκτικότητας της Ελλάδας και των μεσοπρόθεσμων αναπτυξιακών προοπτικών της, αν και παραμένει κάποια αβεβαιότητα σχετικά με τον βαθμό στον οποίο τα πρόσφατα επενδυτικά κέρδη θα μετατραπούν σε διαρκείς βελτιώσεις της παραγωγικότητας, σε οικονομική δραστηριότητα υψηλότερης προστιθέμενης αξίας και σε ισχυρότερη ανταγωνιστικότητα των εξαγωγών.

Η Scope αναμένει επίσης ευρεία συνέχεια στις οικονομικές πολιτικές μετά τις βουλευτικές εκλογές που έχουν προγραμματιστεί για το 2027. Παρότι οι τρέχουσες δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι ο σχηματισμός κυβέρνησης ενδέχεται να καταστεί πιο σύνθετος, ο κίνδυνος σημαντικών ανατροπών στην οικονομική πολιτική εμφανίζεται περιορισμένος.

Οι ισχυρές δημοσιονομικές και οικονομικές επιδόσεις των τελευταίων ετών έχουν ενισχύσει την αξιοπιστία του υφιστάμενου πλαισίου πολιτικής, ενώ η ευρεία πολιτική συναίνεση γύρω από βασικές δημοσιονομικές και οικονομικές προτεραιότητες στηρίζει τη συνέχεια των πολιτικών.

Η συνεχιζόμενη υλοποίηση των επενδυτικών προγραμμάτων που χρηματοδοτούνται από την Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς και το ευρωπαϊκό δημοσιονομικό πλαίσιο, λειτουργούν ως πρόσθετοι παράγοντες που ενισχύουν τη δέσμευση για διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και συνετές δημοσιονομικές πολιτικές.

Προκλήσεις για την αξιολόγηση: υψηλό δημόσιο χρέος, διαρθρωτικοί περιορισμοί στην ανάπτυξη και επίμονες εξωτερικές ευπάθειες

Το βάρος του δημόσιου χρέους της Ελλάδας παραμένει μεταξύ των υψηλότερων στην Ευρωζώνη και εξακολουθεί να περιορίζει το πιστωτικό προφίλ της χώρας σε σύγκριση με χώρες υψηλότερης αξιολόγησης.

Η ανάλυση βιωσιμότητας του χρέους από τη Scope δείχνει ότι η Ελλάδα θα συνεχίσει να καταγράφει σταθερή και ανθεκτική αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους, η οποία στηρίζεται στα διατηρήσιμα πρωτογενή πλεονάσματα, τα οποία αναμένεται να διαμορφωθούν κατά μέσο όρο περίπου στο 3% του ΑΕΠ την περίοδο 2026-2031, στις ευνοϊκές συνθήκες μεταξύ ανάπτυξης και επιτοκίων, καθώς και στη θετική δομή του χρέους με συγκρατημένο κόστος εξυπηρέτησης.

Σύμφωνα με το βασικό σενάριο της Scope, το δημόσιο χρέος αναμένεται να μειωθεί από 145,7% του ΑΕΠ το 2025 σε περίπου 110% το 2031.

Ωστόσο, η Scope εκτιμά ότι ο ρυθμός αποκλιμάκωσης του χρέους θα επιβραδυνθεί σταδιακά, καθώς ο ονομαστικός ρυθμός ανάπτυξης θα μετριάζεται, το κόστος δανεισμού θα επανέρχεται σε πιο φυσιολογικά επίπεδα και οι πιέσεις από τις δαπάνες που σχετίζονται με τη γήρανση του πληθυσμού θα γίνονται εντονότερες.

Ως αποτέλεσμα, τα επίπεδα χρέους αναμένεται να παραμείνουν υψηλά σε σύγκριση με άλλες χώρες αντίστοιχης αξιολόγησης για μεγάλο χρονικό διάστημα, περιορίζοντας τη δημοσιονομική ευελιξία και καθιστώντας την Ελλάδα πιο ευάλωτη σε δυσμενείς εξωτερικές διαταραχές σε σχέση με χώρες υψηλότερης πιστοληπτικής βαθμίδας.

Ένας ακόμη περιοριστικός παράγοντας για την αξιολόγηση αφορά το μέτριο αναπτυξιακό δυναμικό της Ελλάδας, το οποίο εκτιμάται περίπου στο 1,3%.

Οι διαρθρωτικές προκλήσεις, όπως η γήρανση του πληθυσμού, τα χαμηλά επίπεδα παραγωγικότητας, οι περιορισμοί στην αγορά εργασίας και η περιορισμένη διαφοροποίηση της οικονομίας, εξακολουθούν να επιβαρύνουν τις μακροπρόθεσμες αναπτυξιακές προοπτικές.

Παρότι οι επενδύσεις έχουν επιταχυνθεί σημαντικά, με τη στήριξη των ευρωπαϊκών προγραμμάτων, της αύξησης των άμεσων ξένων επενδύσεων (FDI) και της εφαρμογής μεταρρυθμίσεων, απαιτούνται περαιτέρω ενδείξεις ότι οι επενδύσεις αυτές θα δημιουργήσουν μόνιμα κέρδη παραγωγικότητας, θα ενισχύσουν την παραγωγική βάση της οικονομίας και θα αυξήσουν διατηρήσιμα τον δυνητικό ρυθμό ανάπτυξης.

Τέλος, η εξωτερική θέση της Ελλάδας παραμένει σημαντικά ασθενέστερη από αυτή των περισσότερων χωρών με αντίστοιχη αξιολόγηση και εξακολουθεί να αποτελεί περιορισμό για την πιστοληπτική εικόνα της χώρας.

Τα ελλείμματα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών αναμένεται να παραμείνουν υψηλά, περίπου στο 5%-6% του ΑΕΠ μεσοπρόθεσμα, αντανακλώντας τα διαρθρωτικά χαμηλά επίπεδα εγχώριας αποταμίευσης, την ισχυρή ζήτηση εισαγωγών που συνδέεται με τις επενδύσεις και τη συνεχιζόμενη εξάρτηση από τις εισαγωγές ενέργειας.

Ως αποτέλεσμα, η καθαρή διεθνής επενδυτική θέση της Ελλάδας (NIIP) παραμένει μεταξύ των ασθενέστερων στην Ευρωζώνη, στο -142% του ΑΕΠ το 2025, αντανακλώντας το μεγάλο απόθεμα εξωτερικών υποχρεώσεων.

Η κατάσταση αυτή καθιστά την οικονομία περισσότερο εξαρτημένη από την εξωτερική χρηματοδότηση και πιο ευάλωτη σε δυσμενείς μεταβολές των συνθηκών χρηματοδότησης διεθνώς σε σχέση με χώρες υψηλότερης αξιολόγησης.

Μια διατηρήσιμη μείωση του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών και μια σταδιακή βελτίωση της καθαρής διεθνούς επενδυτικής θέσης θα ενίσχυαν την εξωτερική ανθεκτικότητα της Ελλάδας και θα στήριζαν ένα ισχυρότερο πιστωτικό προφίλ μεσοπρόθεσμα.

Διαβάστε ακόμη: