Διαχειρίσιμο χαρακτηρίζει η UniCredit τον αντίκτυπο για τις ευρωπαϊκές τράπεζες από μια πιθανή απόφαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για αύξηση των ελάχιστων υποχρεωτικών αποθεματικών (minimum reserve requirement – MMR) από το 1% στο 2%. Τα στοιχεία του επενδυτικού οίκου δείχνουν ότι η επιβάρυνση για τον ελληνικό κλάδο θα είναι από τις μικρότερες.

Μια πιθανή απόφαση της ΕΚΤ να αυξήσει το MMR από το 1% στο 2% θα μπορούσε να βοηθήσει στην απορρόφηση της πλεονάζουσας ρευστότητας και να μειώσει το κόστος τόκων του Ευρωσυστήματος, ενώ παράλληλα θα έφερνε μικρή σύσφιγξη των συνθηκών στην χρηματαγορά, σημειώνει η UniCredit. Οι τράπεζες θα αντιμετώπιζαν χαμηλότερα έσοδα από τόκους και μια μέτρια μείωση των buffers ρευστότητας, αλλά ο αντίκτυπος φαίνεται διαχειρίσιμος, προσθέτουν οι αναλυτές.

Συνολικά, ο οίκος δεν βλέπει σοβαρές επιπτώσεις στα ομόλογα ή στις μετοχές των τραπεζών. Και σημειώνει ότι ο ευρωπαϊκός τραπεζικός τομέας εξακολουθεί να προσφέρει ελκυστικές αποτιμήσεις, με P/E στο 10,2x για το 2027  και μερισματική απόδοση 5,2%, την ώρα που τα αντίστοιχα μεγέθη για τον δείκτη STOXX Europe 600 διαμορφώνονται σε 14,6x και 3,4%.

Όπως θυμίζει η UniCredit, έπειτα από τα τελευταία δημοσιεύματα που μιλούν για μια πιθανή απόφαση της ΕΚΤ να επαναφέρει τα ελάχιστα υποχρεωτικά αποθεματικά στα προ του 2012 επίπεδα, η σχετική συζήτηση προέκυψε για πρώτη φορά το 2023, αν και τότε αφορούσε μια πολύ μεγαλύτερη αύξηση (3%-5%), καθώς η ταχεία σύσφιγξη της νομισματικής πολιτικής εν μέσω άφθονης πλεονάζουσας ρευστότητας προκάλεσε σημαντικές ζημίες για το Ευρωσύστημα (περίπου 7-8 δισ. ευρώ τόσο το 2023 όσο και το 2024). Τότε, το MMR παρέμεινε αμετάβλητο και δεν υπάρχει καμία εγγύηση ότι θα αυξηθεί αυτή τη φορά, τονίζουν οι αναλυτές.

Τι είναι το MMR 

Οι τράπεζες της Ευρωζώνης υποχρεούνται να διατηρούν ένα ορισμένο ποσό κεφαλαίων, τα ελάχιστα αποθεματικά, στους λογαριασμούς τους στην κεντρική τράπεζα της χώρας τους. Το ποσό υπολογίζεται ως ποσοστό (συντελεστής αποθεματικών) ορισμένων στοιχείων του ισολογισμού τους, κυρίως καταθέσεων πελατών και εκδοθέντων βραχυπρόθεσμων χρεογράφων. Το MRR ανέρχεται αυτή τη στιγμή για τις τράπεζες της Ευρωζώνης περίπου στα 175 δισ. ευρώ. Καθώς αυτά τα αποθεματικά υπόκεινται σε επιτόκιο 0% αντί του επιτοκίου καταθέσεων της ΕΚΤ (που σήμερα διαμορφώνεται στο 2,25%), ουσιαστικά αποτελούν κόστος για τις τράπεζες.

Πόσο θα κόστιζε μια αύξηση

Με βάση τους υπολογισμούς της UniCredit, μια αύξηση μίας ποσοστιαίας μονάδας στο MRR θα είχε διαφορετικές επιπτώσεις για τις τράπεζες των χωρών-μελών, λόγω των διαφορών στο μέγεθος του κάθε τραπεζικού τομέα και στην πλεονάζουσα ρευστότητά του.

Σε απόλυτους όρους, οι γερμανικές τράπεζες θα επηρεαστούν περισσότερο, αντιμετωπίζοντας διαφυγόντα έσοδα από τόκους  λίγο πάνω από 1 δισ. ευρώ. Ακολουθούν οι γαλλικές τράπεζες.

Αντίθετα, τα στοιχεία της UniCredit δείχνουν κόστος κάτω των 100 εκατ. ευρώ για τις ελληνικές τράπεζες, με την επιβάρυνση να είναι η μικρότερη ανάμεσα στις χώρες που μελέτησε ο οίκος, μετά την Σλοβενία και τη Σλοβακία.

UniCredit: Διαχειρίσιμη μια αύξηση των υποχρεωτικών αποθεματικών των τραπεζών – Το κόστος για τον ελληνικό κλάδο-1

Ωστόσο, οι αναλυτές σημειώνουν ότι πέραν του ετήσιου κόστος σε ευρώ, οι επενδυτές θα πρέπει να κοιτάξουν και την αναλογία των ελάχιστων αποθεματικών προς τα συνολικά αποθεματικά. Ο δείκτης αυτός διαφέρει σημαντικά μεταξύ των χωρών, καθώς η ρευστότητα δεν κατανέμεται ομοιόμορφα σε ολόκληρη την Ευρωζώνη. Ως αποτέλεσμα, μια αύξηση μίας ποσοστιαίας μονάδας στο MRR θα οδηγούσε σε μεγαλύτερη μείωση της μέσης απόδοσης των ελάχιστων αποθεματικών σε χώρες όπου τα ελάχιστα αποθεματικά αντιπροσωπεύουν μεγαλύτερο μερίδιο των συνολικών αποθεματικών.

Ο δείκτης αυτός διαμορφώνεται γύρω στο 15% για το ελληνικό τραπεζικό σύστημα.

«Αντέχουν» οι τράπεζες 

Ο διπλασιασμός των ελάχιστων υποχρεωτικών  αποθεματικών θα επιτάχυνε τη μείωση της πλεονάζουσας ρευστότητας προς την περιοχή των 2 τρισεκατομμυρίων ευρώ, ένα όριο που συχνά αναφέρεται ως το σημείο στο οποίο τα επιτόκια της χρηματαγοράς γίνονται πιο ευαίσθητα στις μεταβολές των συνθηκών ρευστότητας. Ως αποτέλεσμα, τα επιτόκια της χρηματαγοράς πιθανότατα θα κινηθούν κάπως υψηλότερα και θα αρχίσουν να εμφανίζουν μεγαλύτερη μεταβλητότητα, εκτιμά η UniCredit.

Όμως, ο οίκος εκτιμά ότι συνολικά, η αύξηση θα ήταν διαχειρίσιμη για τις ευρωπαϊκές τράπεζες:

1.       Ο ευρωπαϊκός τραπεζικός τομέας παρουσιάζει καλύτερα θεμελιώδη μεγέθη σήμερα από ό,τι το 2023, όταν ξεκίνησαν οι συζητήσεις για την αύξηση του MRR, ιδίως σε ό,τι αφορά τις προοπτικές για την ποιότητα ενεργητικού.

2.        Τα καθαρά κέρδη των συστημικά σημαντικών τραπεζών που εποπτεύονται από την ΕΕ για το 2025 ήταν 188 δισ. ευρώ (αυξημένα από 165 δισ. ευρώ το 2023). Μια αύξηση κατά 1 ποσοστιαία μονάδα του MRR θα αντιστοιχούσε  στο 2% των καθαρών κερδών του τραπεζικού τομέα για το 2025, ποσοστό διαχειρίσιμο, ενώ η πιθανή επίδραση ήταν πολύ μεγαλύτερη το 2023, δεδομένων των υψηλότερων συντελεστών ελάχιστων αποθεματικών που συζητούνταν τότε.

3.       Οι τράπεζες είναι σε καλή θέση σε ό,τι αφορά τα buffers ρευστότητας. Η αύξηση του MMR θα επηρέαζε τον δείκτη κάλυψης ρευστότητας (LCR) των τραπεζών, ο οποίος στις 31 Μαρτίου 2026 διαμορφωνόταν στο 158,6%, καλύπτοντας άνετα την ελάχιστη απαιτούμενη τιμή του 100%. Περίπου το 81% των τραπεζών υπό την εποπτεία της ΕΚΤ είχαν LCR άνω του 150% και καμία τράπεζα δεν είχε LCR κάτω του 100%. Μια αύξηση 1 ποσοστιαίας μονάδας στο MRR θα σήμαινε μείωση του LCR κατά 5,2 ποσοστιαίες μονάδες, στο ακόμη άνετο 153,4%.

Διαβάστε ακόμη: