Σχεδόν προεξοφλημένο θεωρεί η τραπεζική αγορά το επόμενο «εθελοντικό» πακέτο στήριξης της κοινωνίας από το εγχώριο πιστωτικό σύστημα.
Το σενάριο που κυκλοφορεί έντονα το τελευταίο διάστημα ανεβάζει τον λογαριασμό στα 800 εκατ. ευρώ, με χρονικό ορίζοντα το τέλος του 2026 ή –το αργότερο– τις αρχές του 2027. Αν επιβεβαιωθεί, η συνολική «συνεισφορά» του τραπεζικού συστήματος μέσα σε δύο χρόνια θα πλησιάσει το 1,3 δισ. ευρώ.
Παράγοντες της τραπεζικής αγοράς σχολιάζοντας την είδηση επισημαίνουν ότι «δεν είναι απλώς μια ακόμη «χορηγία». Είναι η αρχή μιας νέας σχέσης κράτους – τραπεζών, όπου τα υπερκέρδη μεταφράζονται σε πολιτικά διαχειρίσιμους πόρους».
Σύμφωνα με τραπεζικές πηγές, η ιδέα ενός νέου γύρου «συνεισφοράς» δεν είναι απλώς υπό συζήτηση – θεωρείται εξαιρετικά πιθανή καθώς το μόνο που μένει να κλειδώσει είναι το timing και η μορφή.
Ο ετήσιος λογαριασμός για κάθε συστημική τράπεζα εκτιμάται ότι θα κινηθεί μεταξύ 150 και 200 εκατ. ευρώ, με ανοιχτό το ενδεχόμενο να επεκταθεί σε δύο χρήσεις (2026-2027). Σε αυτή την περίπτωση, μιλάμε για ένα «πακέτο» που θα πλησιάζει το 1,ε δισ. ευρώ συνολικά.
Το επιχείρημα της κυβέρνησης είναι ισχυρό και δύσκολα αντικρούσιμο: τα καθαρά κέρδη των τραπεζών το 2025 άγγιξαν τα 5 δισ. ευρώ, σε ένα περιβάλλον υψηλών επιτοκίων και ενισχυμένων εσόδων από προμήθειες. Με απλά λόγια, υπάρχει «χώρος» ενώ και με πολιτικούς όρους, υπάρχει και ανάγκη.
Ο παράγοντας ενέργεια και το… forward των εκλογών
Η νέα αυτή παρέμβαση δεν εξελίσσεται σε κενό. Η κρίση στον Κόλπο και η εκτίναξη του ενεργειακού κόστους λειτουργούν ως καταλύτης. Κυβερνητικά στελέχη αναζητούν ήδη πόρους για τη στήριξη των ευάλωτων νοικοκυριών, ενώ στο παρασκήνιο δεν περνά απαρατήρητη η σύμπτωση με τον εκλογικό κύκλο.
Αν το ενεργειακό σοκ επιμείνει και οι τιμές σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο παραμένουν ψηλά με ότι συνεπάγεται για την πορεία του πληθωρισμού και τον ρυθμό ανάπτυξης της οικονομίας, δεν αποκλείεται το μέτρο να επισπευσθεί. Δηλαδή να δούμε τις τράπεζες να «ανοίγουν το πορτοφόλι» νωρίτερα από τον αρχικό σχεδιασμό. Σε αυτή την εξίσωση, η «εθελοντική» φύση της συνεισφοράς είναι περισσότερο επικοινωνιακή παρά ουσιαστική.
Για την κυβέρνηση, το όφελος είναι διπλό. Από τη μία, εξασφαλίζει πρόσθετη ρευστότητα χωρίς δημοσιονομικό κόστος. Από την άλλη, κερδίζει πολιτικά, στέλνοντας το μήνυμα ότι οι τράπεζες «επιστρέφουν» μέρος των υπερκερδών τους στην κοινωνία. Μάλιστα κυβερνητικές πηγές κάνουν λόγο για σχεδόν έτοιμο αφήγημα: οι «κακές» τράπεζες της κρίσης μετατρέπονται σε χρηματοδότες κοινωνικής πολιτικής. Και αυτό, σε προεκλογικό περιβάλλον, αποκτά σημαντική αξία.
Οι τραπεζίτες ανησυχούν
Στο εσωτερικό των τραπεζών, η αντίδραση είναι πιο σύνθετη απ’ όσο δείχνει η ψυχραιμία που εκπέμπεται δημοσίως. Το πρόβλημα δεν είναι το ποσό. Τραπεζικά στελέχη δεν κρύβουν την ανησυχία τους ότι με τον τρόπο αυτό ανοίγει ένας κύκλος επαναλαμβανόμενων παρεμβάσεων, όπου το κράτος θα «προστρέχει» στα κέρδη του κλάδου κάθε φορά που προκύπτει δημοσιονομική ή πολιτική ανάγκη. Και αυτό είναι που ανησυχεί περισσότερο τους επενδυτές.
Αρκετοί αναλυτές επισημαίνουν εδώ και μήνες ότι το πολιτικό ρίσκο της χώρας, όσο θα αυξάνεται, θα αρχίσει να ενσωματώνεται και στις αποτιμήσεις των τραπεζικών μετοχών. Η πιθανότητα νέας «εθελοντικής» εισφοράς έρχεται να επιβεβαιώσει αυτή την εκτίμηση.
Αποτελεί κοινό μυστικό ότι για τους μετόχους και τους επενδυτές, τέτοιες κινήσεις ισοδυναμούν με αιφνιδιασμό. Ειδικά όταν δεν εντάσσονται σε ένα σαφές, προβλέψιμο πλαίσιο πολιτικής. Όσοι μάλιστα ρευστοποίησαν θέσεις στο πρόσφατο ράλι των τραπεζικών μετοχών, αρχίζουν ήδη να αισθάνονται δικαιωμένοι.
Οι προηγούμενες «χορηγίες»
Το νέο πακέτο δεν έρχεται από το πουθενά. Έχει προηγηθεί μια σειρά παρεμβάσεων που ουσιαστικά διαμόρφωσαν το πλαίσιο.
Πρώτος σταθμός, το πρόγραμμα «Μαριέττα Γιαννάκου» για την ανακαίνιση σχολείων. Οι τράπεζες ξεκίνησαν με 100 εκατ. ευρώ και τελικά τετραπλασίασαν τη συμμετοχή τους, προσθέτοντας 300 εκατ. ευρώ, με προοπτική να αγγίξουν συνολικά τα 400 εκατ. έως το 2027. Συνολικά, το πρόγραμμα φτάνει τα 550 εκατ. ευρώ, με τη συμμετοχή και του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων. Η σημαντική αύξηση των κονδυλίων προέκυψε έπειτα από συνάντηση του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη με τον πρόεδρο της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών (ΕΕΤ) Γκίκα Χαρδούβελη και τους διευθύνοντες συμβούλους των τεσσάρων συστημικών τραπεζών.
Δεύτερος σταθμός, ο Φορέας Απόκτησης και Επαναμίσθωσης Ακινήτων – ένα κρίσιμο εργαλείο του πτωχευτικού νόμου για περίπου 20.000 ευάλωτα νοικοκυριά. Εδώ, οι τράπεζες συμμετέχουν με 100 εκατ. ευρώ σε κεφάλαια, τα οποία με μόχλευση φτάνουν τα 200 εκατ. ευρώ, ενώ παράλληλα χρηματοδοτούν τον ανάδοχο του έργου που θα αναδειχθεί από τον διαγωνισμό.
Το έργο του Φορέα ξεκίνησε το 2021, αλλά αντιμετώπισε καθυστερήσεις, κυρίως λόγω ζητημάτων χρηματοδότησης. Η λύση ήρθε με τη συμμετοχή των τραπεζών – Alpha Bank, Eurobank, Εθνική Τράπεζα και Τράπεζα Πειραιώς – οι οποίες δήλωσαν ότι προτίθενται να συμμετάσχουν στο μετοχικό κεφάλαιο του Φορέα με ποσό έως 100 εκατ. ευρώ συνολικά, ισόποσα κατανεμημένο.
Το ερώτημα της επόμενης μέρας
Με άλλα λόγια, το μοντέλο είναι ήδη δοκιμασμένο: οι τράπεζες λειτουργούν ως συμπληρωματικός «δημοσιονομικός βραχίονας».
Το κρίσιμο ερώτημα πάντως που εκφράζουν ανοικτά έμπειροι τραπεζικοί αναλυτές, δεν είναι αν θα υπάρξει νέα εισφορά από την πλευρά των συστιμικών τραπεζών αλλά εάν αυτή θα έχει μια μόνιμη μορφή.
Στην περίπτωση που οι εξελίξεις τις επόμενες εβδομάδες φωτογραφίσουν μια θετική απάντηση, τότε αλλάζει ριζικά το επενδυτικό αφήγημα για τον κλάδο. Σε αυτή την περίπτωση, τονίζουν οι ίδιες πηγές, οι τράπεζες δεν θα αξιολογούνται μόνο με βάση τα θεμελιώδη μεγέθη τους, αλλά και με βάση τον βαθμό έκθεσής τους σε πολιτικές αποφάσεις. Και αυτό, όσο κι αν παρουσιάζεται ως «κοινωνική ευθύνη», για τις αγορές λέγεται πολιτικός κίνδυνος με ότι αυτό συνεπάγεται.
Διαβάστε ακόμη:
- Καταστατικό της… ντροπής ετοιμάζουν Ανδρουλάκης – Χριστοδουλάκης στο ΠΑΣΟΚ
- Ολοκληρώθηκε η στρατηγική συνένωση Allwyn και ΟΠΑΠ – Κομάρεκ: Ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο
- Κυριάκος Μητσοτάκης: Το… χαλαρό βίντεο από τη Θεσσαλονίκη με τα παραλειπόμενα
- Γιατί η λήξη της σύγκρουσης στο Ιράν δεν θα ρίξει άμεσα τις τιμές των καυσίμων