Με θετικό αποτύπωμα σε επίπεδο οργανικής κερδοφορίας, ισχυρή δυναμική στις νέες χρηματοδοτήσεις και αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα στα καθαρά έσοδα από τόκους ολοκλήρωσαν οι τέσσερις συστημικές τράπεζες το πρώτο τρίμηνο του 2026, επιβεβαιώνοντας ότι το ελληνικό τραπεζικό σύστημα εξακολουθεί να κινείται σε τροχιά υψηλής λειτουργικής απόδοσης, παρά την αυξανόμενη γεωπολιτική αβεβαιότητα και τις νέες πιέσεις που προκαλεί η κρίση στη Μέση Ανατολή.
Η εικόνα που προκύπτει από τα αποτελέσματα των Eurobank, Εθνικής Τράπεζας, Alpha Bank και Τράπεζας Πειραιώς παραπέμπει σε ένα τραπεζικό σύστημα το οποίο εξακολουθεί να παράγει ισχυρά λειτουργικά κέρδη, να διευρύνει τη δανειακή του βάση και να επωφελείται από τη σημαντική αύξηση των εσόδων από προμήθειες, κυρίως μέσω χορηγήσεων, bancassurance, asset management και νέων εξαγορών.
Την ίδια στιγμή όμως, οι διοικήσεις των τραπεζών εμφανίζονται πλέον πιο επιφυλακτικές για τις μακροοικονομικές προοπτικές, καθώς η παράταση της κρίσης στον Περσικό Κόλπο, οι αναταράξεις στις αγορές ενέργειας και η πιθανότητα διατήρησης υψηλών τιμών πετρελαίου δημιουργούν ένα νέο περιβάλλον κινδύνων για την ευρωπαϊκή οικονομία και κατ’ επέκταση για την ελληνική αγορά.
Ηδη, σύμφωνα με τραπεζικές πηγές, έχουν αρχίσει να αναθεωρούνται οι βασικές παραδοχές για την πορεία της ελληνικής οικονομίας το 2026. Οι εκτιμήσεις για την ανάπτυξη τοποθετούνται πλέον χαμηλότερα από το 2%, ενώ οι προβλέψεις για τον πληθωρισμό αναμένεται να κινηθούν πάνω από το 3%, κυρίως λόγω της ενεργειακής ακρίβειας και των αυξημένων μεταφορικών και παραγωγικών δαπανών.
Παρά τη μεταβολή αυτή, οι τραπεζίτες διαμηνύουν ότι προς το παρόν τα τριετή business plans των ομίλων δεν τίθενται υπό αμφισβήτηση. Οπως αναφέρουν χαρακτηριστικά στελέχη του κλάδου, οι ελληνικές τράπεζες έχουν πλέον διαφοροποιήσει σημαντικά τις πηγές εσόδων τους, έχουν ισχυρότερη κεφαλαιακή βάση και εμφανίζουν μεγαλύτερη ευελιξία στη διαχείριση του ισολογισμού τους σε σχέση με προηγούμενες περιόδους διεθνούς αστάθειας.
Το σημείο κλειδί
Ωστόσο, όλοι συμφωνούν ότι η επόμενη κρίσιμη παράμετρος αφορά τη διάρκεια της γεωπολιτικής κρίσης. Στο επίκεντρο βρίσκεται η κατάσταση στα Στενά του Ορμούζ, από όπου διέρχεται σημαντικό μέρος της παγκόσμιας διακίνησης πετρελαίου και φυσικού αερίου. Όπως αναφέρουν τραπεζικές πηγές, εάν μέχρι το τέλος του πρώτου εξαμήνου δεν υπάρξει αποκλιμάκωση και αποκατάσταση της ομαλής λειτουργίας των θαλάσσιων διαδρόμων, τότε η ενεργειακή κρίση μπορεί να αποκτήσει μόνιμα χαρακτηριστικά.
Σε ένα τέτοιο σενάριο, οι διεθνείς τιμές πετρελαίου θα μπορούσαν να κινηθούν σε αισθητά υψηλότερα επίπεδα, επηρεάζοντας αρνητικά τον πληθωρισμό, την κατανάλωση, το κόστος δανεισμού και τις επενδύσεις. Η ανησυχία των τραπεζών αφορά κυρίως τις επιπτώσεις που θα μπορούσαν να υπάρξουν στην επιχειρηματική δραστηριότητα, στον τουρισμό, στις μεταφορές και στη συνολική πιστοληπτική ικανότητα επιχειρήσεων και νοικοκυριών.
«Εάν η κρίση αποκλιμακωθεί μέσα στις επόμενες πέντε έως έξι εβδομάδες, οι επιπτώσεις στα επιχειρησιακά μας πλάνα θα είναι περιορισμένες. Αν όμως η κατάσταση παραταθεί, θα είναι δύσκολο να αποφευχθεί μία δυσμενέστερη καθοδήγηση για το σύνολο των μεγεθών του κλάδου», αναφέρει χαρακτηριστικά υψηλόβαθμο τραπεζικό στέλεχος.
Λειτουργική ανθεκτικότητα
Προς το παρόν πάντως, τα οικονομικά αποτελέσματα του πρώτου τριμήνου αποτυπώνουν μια εικόνα ισχυρής λειτουργικής ανθεκτικότητας. Συνολικά, οι τέσσερις συστημικές τράπεζες εμφάνισαν καθαρά έσοδα από τόκους που ξεπέρασαν τα 2,1 δισ. ευρώ, καταγράφοντας αύξηση σχεδόν 2% σε σχέση με το αντίστοιχο περσινό διάστημα, παρά τη σταδιακή αποκλιμάκωση των επιτοκίων στην Ευρωζώνη.
Η εξέλιξη αυτή θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική, καθώς οι αγορές ανέμεναν μεγαλύτερη πίεση στα τραπεζικά περιθώρια μετά την έναρξη της χαλάρωσης της νομισματικής πολιτικής από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Ωστόσο, η αύξηση των δανειακών χαρτοφυλακίων, η αποτελεσματική διαχείριση ενεργητικού και παθητικού, αλλά και η ενσωμάτωση νέων δραστηριοτήτων μέσω εξαγορών λειτούργησαν αντισταθμιστικά.
Ακόμη πιο ισχυρή ήταν η εικόνα στα έσοδα από προμήθειες, τα οποία εξελίσσονται πλέον σε βασικό πυλώνα της τραπεζικής κερδοφορίας. Τα καθαρά έσοδα από προμήθειες ανήλθαν συνολικά σε 667 εκατ. ευρώ, αυξημένα κατά σχεδόν 23% σε σχέση με το πρώτο τρίμηνο του 2025.
Η άνοδος αυτή προήλθε από πολλαπλές πηγές: τις νέες χορηγήσεις επιχειρηματικών και στεγαστικών δανείων, τη σημαντική ενίσχυση των εργασιών διαχείρισης κεφαλαίων, τις πωλήσεις ασφαλιστικών και επενδυτικών προϊόντων, αλλά και τη συνεισφορά εξαγορών που ολοκληρώθηκαν το προηγούμενο διάστημα.
Η ακτινογραφία των αποτελεσμάτων
Η Eurobank κατέγραψε έσοδα από προμήθειες ύψους 203 εκατ. ευρώ, αυξημένα κατά 19,9%, με αιχμή τις χορηγήσεις, το asset management και τις ασφαλιστικές δραστηριότητες. Στην Τράπεζα Πειραιώς, τα καθαρά έσοδα από υπηρεσίες αυξήθηκαν κατά 32%, φτάνοντας τα 210 εκατ. ευρώ, κυρίως λόγω της αυξημένης δραστηριότητας στη διαχείριση κεφαλαίων και της συνεισφοράς της Εθνικής Ασφαλιστικής.
Η Εθνική Τράπεζα εμφάνισε αύξηση 7,6% στα έσοδα από προμήθειες, τα οποία ανήλθαν στα 114 εκατ. ευρώ, με ισχυρή συμβολή από τις πωλήσεις επενδυτικών προϊόντων και αμοιβαίων κεφαλαίων, ενώ η Alpha Bank κατέγραψε αύξηση 29% στα έσοδα από αμοιβές και υπηρεσίες, τα οποία διαμορφώθηκαν στα 139,7 εκατ. ευρώ.
Παράλληλα όμως, ανοδικά κινήθηκαν και οι λειτουργικές δαπάνες των τραπεζών. Συνολικά ανήλθαν σε 1,05 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά 9,6% σε ετήσια βάση, κυρίως λόγω της ενοποίησης εξαγορασθεισών εταιρειών αλλά και της σημαντικής αύξησης του μισθολογικού κόστους, το οποίο ενισχύθηκε κατά 34%.
Σημαντικό στοιχείο αποτελεί το γεγονός ότι οι προβλέψεις για τον πιστωτικό κίνδυνο παρέμειναν ουσιαστικά αμετάβλητες, γεγονός που δείχνει ότι μέχρι στιγμής δεν διαφαίνεται επιδείνωση στην ποιότητα των χαρτοφυλακίων. Οι συνολικές προβλέψεις διαμορφώθηκαν περίπου στα 210 εκατ. ευρώ για το πρώτο τρίμηνο.
Κέρδη άνω του 1 δις ευρώ
Σε επίπεδο τελικής γραμμής, οι τέσσερις συστημικές τράπεζες εμφάνισαν συνολικά λογιστικά καθαρά κέρδη ύψους 1,065 δισ. ευρώ. Αν και το ποσό παραμένει εντυπωσιακό, είναι μειωμένο κατά περίπου 4,7% σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2025.
Η υποχώρηση αυτή δεν αποδίδεται σε λειτουργική αδυναμία, αλλά σχετίζεται σχεδόν αποκλειστικά με μη επαναλαμβανόμενα κόστη αναδιάρθρωσης και προγράμματα εθελουσίας εξόδου προσωπικού.
Η Eurobank κατέγραψε τα υψηλότερα κέρδη του κλάδου, ύψους 331 εκατ. ευρώ, αυξημένα κατά 5,3% σε σχέση με πέρυσι. Η Τράπεζα Πειραιώς εμφάνισε καθαρά κέρδη 281 εκατ. ευρώ, ουσιαστικά σταθερά σε σχέση με το πρώτο τρίμηνο του 2025.
Η Εθνική Τράπεζα ανακοίνωσε καθαρά κέρδη 272 εκατ. ευρώ, έναντι 301 εκατ. ευρώ πέρυσι, εξέλιξη που αποδίδεται κυρίως στο υψηλό κόστος του προγράμματος εθελουσίας εξόδου προσωπικού, ύψους 180 εκατ. ευρώ. Αντίστοιχα, η Alpha Bank εμφάνισε καθαρά κέρδη 181,5 εκατ. ευρώ, μειωμένα σε σχέση με τα 218,5 εκατ. ευρώ του 2025, κυρίως λόγω εξόδων αναδιάρθρωσης ύψους 47 εκατ. ευρώ.
Το βασικό συμπέρασμα από τα αποτελέσματα του α΄ τριμήνου είναι ότι οι ελληνικές τράπεζες έχουν πλέον περάσει σε μία νέα φάση λειτουργίας, όπου η ανάπτυξη των εργασιών, οι νέες χρηματοδοτήσεις, οι προμήθειες και οι επενδυτικές υπηρεσίες αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη βαρύτητα στη δημιουργία κερδοφορίας.
Το μεγάλο ερώτημα πλέον αφορά το εξωτερικό περιβάλλον και κυρίως το κατά πόσο η γεωπολιτική κρίση θα αποκλιμακωθεί έγκαιρα ώστε να μην επηρεάσει βαθύτερα την οικονομική δραστηριότητα στην Ευρώπη και την Ελλάδα. Για την ώρα, οι τράπεζες εμφανίζονται προετοιμασμένες να διαχειριστούν ένα περιβάλλον αυξημένης μεταβλητότητας. Ομως οι επόμενες εβδομάδες θεωρούνται καθοριστικές τόσο για τις αγορές όσο και για τις προοπτικές του ελληνικού τραπεζικού συστήματος.