Μέχρι πριν από λίγους μήνες η στάση της κυβέρνησης απέναντι στον Αντώνη Σαμαρά ήταν ξεκάθαρη. Κάθε δημόσια παρέμβασή του δεχόταν άμεση απάντηση, ενώ κορυφαία στελέχη της Νέας Δημοκρατίας έσπευδαν να τον επικρίνουν. Το μήνυμα ήταν ότι ο πρώην πρωθυπουργός αποτελούσε ένα πολιτικό πρόβλημα που έπρεπε να περιοριστεί.
Σήμερα, όμως, η εικόνα δείχνει διαφορετική. Οι δηλώσεις του Άδωνι Γεωργιάδη, ο οποίος άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο μελλοντικής συνεργασίας με τον Αντώνη Σαμαρά, προκάλεσαν αίσθηση. Από τη σύγκρουση, η κυβέρνηση φαίνεται να περνά στη λογική των γεφυρών. Και αυτό μόνο τυχαίο δεν μοιάζει. Και μάλιστα, να λέει να συνεργαστούμε με τον Σαμαρά εάν αυτός αποδεχτεί ως Πρωθυπουργό τον Μητσοτάκη… Τέτοια καούρα να είναι ξανά Πρωθυπουργός!
Η αλλαγή στάσης δείχνει ότι στο Μέγαρο Μαξίμου αντιλαμβάνονται πως τίποτα δεν είναι δεδομένο. Η φθορά της κυβέρνησης αποτυπώνεται στις δημοσκοπήσεις, όπου η Νέα Δημοκρατία κινείται αισθητά χαμηλότερα από τα ποσοστά των τελευταίων εκλογών, ενώ η δυσαρέσκεια για την ακρίβεια, την οικονομία, το μεταναστευτικό και την καθημερινότητα μεγαλώνει.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, τα σενάρια για τη δημιουργία νέου πολιτικού φορέα από τον Αντώνη Σαμαρά προκαλούν έντονο προβληματισμό. Μπορεί να μην υπάρχει επίσημη ανακοίνωση, όμως οι πολιτικές συζητήσεις και οι εκτιμήσεις που κυκλοφορούν είναι αρκετές για να προκαλέσουν ανησυχία στη Νέα Δημοκρατία. Κανείς στην κυβέρνηση δεν μπορεί να αγνοήσει το ενδεχόμενο μιας νέας διάσπασης στον χώρο της Κεντροδεξιάς.
Η ιστορία, άλλωστε, έχει διδάξει πολλά. Η Πολιτική Άνοιξη τη δεκαετία του ’90, ο ΛΑΟΣ και αργότερα οι Ανεξάρτητοι Έλληνες αφαίρεσαν πολύτιμες δυνάμεις από τη Νέα Δημοκρατία και άλλαξαν τους πολιτικούς συσχετισμούς. Ένα αντίστοιχο ενδεχόμενο σήμερα θα μπορούσε να δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα στην προσπάθεια του Κυριάκου Μητσοτάκη να διατηρήσει την πολιτική του κυριαρχία.
Γι’ αυτό και η αλλαγή της κυβερνητικής γραμμής δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί σύμπτωση. Όταν μια κυβέρνηση σταματά να επιτίθεται σε έναν πολιτικό αντίπαλο και αρχίζει να αφήνει ανοιχτές πόρτες συνεργασίας, στέλνει το μήνυμα ότι τον υπολογίζει. Και όταν τον υπολογίζει, σημαίνει ότι αναγνωρίζει πως διαθέτει πολιτική επιρροή.
Η κυβέρνηση μπορεί να επιχειρεί να εμφανίσει αυτή τη μεταστροφή ως κίνηση πολιτικής ωριμότητας. Για πολλούς, όμως, πρόκειται κυρίως για μια κίνηση άμυνας. Μια προσπάθεια να περιορίσει τις απώλειες πριν δημιουργηθούν νέα δεδομένα στην Κεντροδεξιά. Γιατί όσο αυξάνεται η φθορά της, τόσο μεγαλώνει και ο φόβος ότι ο χώρος στα δεξιά της δεν θα μείνει πολιτικά ακάλυπτος.
