Σε μια περίοδο κατά την οποία οι ελληνικές τράπεζες εμφανίζουν την ισχυρότερη κερδοφορία των τελευταίων δεκαετιών και επανέρχονται δυναμικά σε διανομές μερισμάτων προς τους μετόχους, το ζήτημα της ποιότητας των κεφαλαίων επιστρέφει στο προσκήνιο.
Και αυτή τη φορά όχι από τις αγορές, αλλά από το ίδιο το ΔΝΤ.
Στην τελευταία έκθεση του, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο αναγνωρίζει μεν την πρόοδο του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, ωστόσο στέλνει ένα σαφές μήνυμα: η υψηλή συμμετοχή των DTC (Deferred Tax Credits) στα εποπτικά κεφάλαια εξακολουθεί να αποτελεί διαρθρωτική αδυναμία.
Η επισήμανση δεν είναι τυπική. Αγγίζει τον πυρήνα της επενδυτικής αξιολόγησης των τραπεζών, σε μια συγκυρία όπου τα ελληνικά assets επαναπροσελκύουν διεθνή κεφάλαια μετά τη διόρθωση του πρώτου τριμήνου.
Το πρόβλημα δεν είναι η επάρκεια – είναι η ποιότητα
Το βασικό σημείο της παρέμβασης του ΔΝΤ συνοψίζεται σε μια φράση: τα κεφάλαια υπάρχουν, αλλά δεν είναι όλα ίδιας ποιότητας.
Τα DTC, που δημιουργήθηκαν στη διάρκεια της κρίσης και μετατράπηκαν σε φορολογικές απαιτήσεις έναντι του Δημοσίου, εξακολουθούν να αντιπροσωπεύουν σημαντικό μέρος του CET1. Παρότι λογιστικά προσμετρώνται πλήρως, δεν αποτελούν «οργανικό» κεφάλαιο.
Αυτό σημαίνει, σύμφωνα με έμπειρο τραπεζικό αναλυτή, ότι δεν προκύπτουν από κερδοφορία, δεν έχουν την ίδια απορροφητική ικανότητα ζημιών σε πραγματικό χρόνο, και συνδέονται, σε τελική ανάλυση, με τη δημοσιονομική ισχύ του κράτους.
Ακριβώς γι’ αυτό το ΔΝΤ ζητά τη θεσμική κατοχύρωση επιταχυνόμενης απόσβεσης των DTC, σε ευθυγράμμιση με το υφιστάμενο προληπτικό πλαίσιο, ώστε να βελτιωθεί η ποιότητα των κεφαλαίων.
Η σημερινή εικόνα
Παρά τη σταθερή αποκλιμάκωση του αναβαλλόμενου φόρου τα τελευταία χρόνια, τα μεγέθη παραμένουν υψηλά καθώς ο Δείκτης DTC/CET1 διαμορφώνεται σε περίπου 40% – 50% κατά μέσο όρο με το συνολικό ύψος να διαμορφώνεται σε περίπου 11,5 δισ. ευρώ
Για τους επενδυτές, τα ποσοστά αυτά αποτελούν κρίσιμο δείκτη, καθώς επηρεάζουν την αποτίμηση των τραπεζών, το risk profile και την ικανότητα διανομής κεφαλαίων στο μέλλον.
Άλλωστε δεν είναι τυχαίο ότι σε κάθε roadshow και Capital Markets Day, το DTC αποτελεί σταθερά βασική ερώτηση των ξένων θεσμικών.
Το σχέδιο αποκλιμάκωσης έως το 2027
Οι διοικήσεις των ελληνικών τραπεζών από την πλευρά τους, έχουν ήδη χαράξει σαφές μονοπάτι μείωσης, αξιοποιώντας κυρίως την υψηλή οργανική κερδοφορία:
- Eurobank → στόχος ~20% DTC/CET1
- Alpha Bank → ~25%
- Εθνική Τράπεζα → ~25%
- Τράπεζα Πειραιώς → ~30%
Μάλιστα όπως έχουν ενημερώσει την επενδυτική κοινότητα η αποκλιμάκωση αυτή στηρίζεται σε τρεις βασικούς πυλώνες:
Πρώτον, στην υψηλή κερδοφορία που δημιουργεί «φρέσκο» κεφάλαιο και μειώνει αναλογικά το DTC.
Δεύτερον, στη σταδιακή απορρόφησή του μέσω φορολογικών συμψηφισμών και τρίτον, στη διατήρηση ισορροπίας μεταξύ διανομών και κεφαλαιακής ενίσχυσης.
Συγκεκριμένα οι τράπεζες βρίσκονται σε φάση αυξημένων διανομών – με payout ratios που κινούνται ήδη στο 50%-60% – επιχειρώντας να επαναπροσελκύσουν μακροπρόθεσμα κεφάλαια και να ενισχύσουν την επενδυτική τους εικόνα.
Ωστόσο, η επιτάχυνση της μείωσης του DTC ενδέχεται να λειτουργήσει ανταγωνιστικά ως προς τις διανομές, εφόσον απαιτηθεί μεγαλύτερη «συγκράτηση» κεφαλαίων.
Αυτό είναι και το δίλημμα που παρακολουθεί στενά η αγορά: ταχύτερη βελτίωση ποιότητας κεφαλαίων ή πιο γενναιόδωρη ανταμοιβή μετόχων.
Συμπερασματικά η παρέμβαση του ΔΝΤ δεν συνιστά «καμπανάκι κινδύνου», αλλά περισσότερο ένα σήμα για το επόμενο στάδιο ωρίμανσης του ελληνικού τραπεζικού συστήματος.
Μετά την εξυγίανση των ισολογισμών και την επιστροφή στην κερδοφορία, το επόμενο βήμα είναι η πλήρης ευθυγράμμιση με τα ευρωπαϊκά standards κεφαλαιακής ποιότητας.
Οι ελληνικές τράπεζες έχουν αφήσει πίσω τους τον κύκλο της κρίσης, αλλά για να «κλειδώσουν» μόνιμα υψηλότερες αποτιμήσεις, θα πρέπει να περιορίσουν την εξάρτηση από τα DTC.
Και αυτό ακριβώς είναι μεταξύ των στοιχημάτων της επόμενης τριετίας.
