Σε 121 εκατ. ευρώ ανήλθαν τα καθαρά αποτελέσματα της Τράπεζας Κύπρου, τα αναλογούντα στους μετόχους για το πρώτο τρίμηνο του 2026, επιβεβαιώνοντας τη δυναμική ανάπτυξης και την ανθεκτικότητα του ισολογισμού της. Η Απόδοση Ενσώματων Ιδίων Κεφαλαίων (ROTE) διαμορφώθηκε στο ιδιαίτερα υψηλό επίπεδο του 18,0%, ενώ τα βασικά κέρδη ανά μετοχή έφθασαν τα €0,28. Παράλληλα, ο δείκτης κόστους προς έσοδα διατηρήθηκε σε ανταγωνιστικό επίπεδο, στο 37%, αποτυπώνοντας τη λειτουργική αποτελεσματικότητα της τράπεζας.

Η πιστωτική επέκταση συνέχισε να κινείται δυναμικά, με νέο δανεισμό ύψους €829 εκατ., αυξημένο κατά 9% σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο. Το χαρτοφυλάκιο εξυπηρετούμενων δανείων ανήλθε στα €11,1 δισ., καταγράφοντας αύξηση 2% σε τριμηνιαία βάση, ενώ η καταθετική βάση, η οποία αποτελείται κυρίως από καταθέσεις λιανικής, διατηρήθηκε σταθερή στα €22,3 δισ.

Σε επίπεδο ποιότητας ενεργητικού, η εικόνα παρέμεινε ιδιαίτερα ισχυρή, με τον δείκτη μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ) να υποχωρεί περαιτέρω στο 1,1%. Επιπλέον, οι προβλέψεις για πιστωτικές ζημιές διαμορφώθηκαν σε καθαρή πίστωση 17 μονάδων βάσης, κυρίως λόγω αναστροφής πρόβλεψης που αφορούσε συγκεκριμένο πελάτη, γεγονός που επιβεβαιώνει τη βελτιωμένη ποιότητα του χαρτοφυλακίου.

Η κεφαλαιακή θέση της Τράπεζας Κύπρου παρέμεινε εξαιρετικά ισχυρή, με τον δείκτη CET1 να ανέρχεται στο 20,7% και τον συνολικό δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας στο 25,5%, ενώ η οργανική δημιουργία κεφαλαίων διαμορφώθηκε στις 114 μονάδες βάσης. Ταυτόχρονα, η διοίκηση συνεχίζει να υλοποιεί τη στρατηγική ανάπτυξης μέσω στοχευμένων εξαγορών και επενδύσεων. Στο πλαίσιο αυτό, ανακοινώθηκε συμφωνία με την Cyprus Development Bank για την απόκτηση χαρτοφυλακίου εξυπηρετούμενων δανείων ύψους περίπου €150 εκατ. και καταθέσεων περίπου €500 εκατ. Επιπλέον, η τράπεζα προχώρησε σε συμφωνία επένδυσης στην Wealthyhood, μια πανευρωπαϊκή fintech εταιρεία που προσφέρει ψηφιακή πρόσβαση σε επενδύσεις σε μετοχές και ETFs, αποκτώντας ποσοστό συμμετοχής 26%, ενισχύοντας έτσι τη στρατηγική της παρουσία στον τομέα του wealth management και των ψηφιακών επενδυτικών υπηρεσιών.

Ο κ. Πανίκος Νικολάου CEO της τράπεζας δήλωσε:

«Ξεκινήσαμε τη χρονιά δυναμικά, σημειώνοντας κέρδη μετά τη φορολογία ύψους €121 εκατ. και Απόδοση Ενσώματων Ιδίων Κεφαλαίων (ROTE) ύψους 18.0% βασισμένη σε υψηλή κεφαλαιακή βάση, πιο πάνω από τον στόχο που θέσαμε για το 2026 για επίπεδα mid-teens. Η απόδοση μας υποστηρίχθηκε από την σταθεροποίηση των καθαρών εσόδων από τόκους και την συνεχή πειθαρχημένη διαχείριση των εξόδων μας. Η ποιότητα του δανειακού μας χαρτοφυλακίου παραμένει ισχυρή, με το nποσοστό ΜΕΔ προς δάνεια να μειώνεται περαιτέρω σε περίπου 1%.

Ο νέος δανεισμός ανήλθε σε €829 εκατ. κατά το α’ τρίμηνο 2026, διατηρώντας παράλληλα αυστηρά κριτήρια δανεισμού. Ως αποτέλεσμα, το χαρτοφυλάκιο των εξυπηρετούμενων δανείων μας αυξήθηκε κατά 2% από την αρχή του έτους, υποστηριζόμενο από ζήτηση για δάνεια τόσο από την εγχώρια όσο και από τον τομέα διεθνών εργασιών. Η καταθετική μας βάση, που στην πλειονότητα της είναι λιανική παρέμεινε σταθερή στα €22.3 δις στις 31 Μαρτίου 2026. Το επιχειρηματικό μας μοντέλο συνεχίζει να αποφέρει ισχυρή οργανική δημιουργία κεφαλαίων και να ενισχύει τον ισολογισμό μας. Κατά το α’ τρίμηνο 2026 πετύχαμε οργανική δημιουργία κεφαλαίων ύψους 114 μ.β. Αναγνωρίζοντας πρόβλεψη για διανομή μερισμάτων στο 70% (payout ratio), στο ανώτατο όριο της Πολιτικής Διανομής μας, ο Δείκτης Κεφαλαίου Κοινών Μετοχών Κατηγορίας 1 (CET1) και ο Συνολικός Δείκτης Κεφαλαιακής Επάρκειας ανήλθαν σε 20.7% και 25.5% αντίστοιχα.

Σύμφωνα με την στρατηγική μας, κατά το α΄ τρίμηνο 2026 ανακοινώσαμε δύο στοχευμένες εξαγορές για περαιτέρω διαφοροποίηση του επιχειρηματικού μας μοντέλου και ανάπτυξη του ισολογισμού μας: την απόκτηση συμμετοχής 26% στη Wealthyhood για να προσφέρουμε ψηφιακά πρόσβαση στους πελάτες του τομέα ιδιωτών σε ένα εύρος μετοχών και ETFs και την απόκτηση χαρτοφυλακίου εξυπηρετούμενων δανείων και καταθέσεων ύψους περίπου €150 εκατ. και περίπου €500 εκατ. αντίστοιχα από την Κυπριακή Τράπεζα Αναπτύξεως Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ (‘CDB’) Η κυπριακή οικονομία επιδεικνύει ανθεκτικότητα και σταθερή ανάπτυξη παρά τη συνεχιζόμενη γεωπολιτική αβεβαιότητα. Οι πρόσφατες επίσημες προβλέψεις εκτιμούν ρυθμό ανάπτυξης μεταξύ 2.7%1 και 2.9%1 για το 2026 που αναμένεται να ξεπεράσει σημαντικά τον μέσο όρο της Ευρωζώνης.

Κατά την εκδήλωση ενημέρωσης επενδυτών τον Μάρτιο 2026, παρουσιάσαμε τις στρατηγικές προτεραιότητες για συνεχή δημιουργία σταθερής και ανθεκτικής κερδοφορίας και παροχή ισχυρών αποδόσεων στους μετόχους μας. Οι χρηματοοικονομικοί στόχοι για την περίοδο 2026-2028 περιλαμβάνουν την επίτευξη Απόδοσης Ενσώματων Ιδίων Κεφαλαίων (ROTE) σε επίπεδα mid-teens ετησίως, η οποία αντιστοιχεί σε ROTE άνω του 20% υπολογισμένη σε δείκτη CET1 ύψους 15%.

Παραμένουμε δεσμευμένοι για ουσιαστική διανομή, με συνολικό ποσοστό (payout ratio) ύψους μέχρι 90% της κερδοφορίας του 2026 και μέχρι 100% της ετήσιας κερδοφορίας για το 2027-2028. Παρά την παγκόσμια γεωπολιτική αστάθεια και τις επιπτώσεις στην κυπριακή οικονομία να παραμένουν αβέβαιες, η Τράπεζα Κύπρου βρίσκεται σε θέση ισχύος για να διαχειριστεί την περίοδο αυτή, συνεχίζοντας να επιτυγχάνουμε πρόοδο στους τομείς υπό τον έλεγχο μας. Το αποδοτικό επιχειρηματικό μας μοντέλο, η συνεχιζόμενη ισχυρή ποιότητα του δανειακού μας χαρτοφυλακίου, η ισχυρή κεφαλαιακή μας θέση και ρευστότητα καθώς και η αποδεδειγμένη ικανότητα της υλοποίησης της στρατηγική μας, μας τοποθετούν σε θέση ισχύος για να προσφέρουμε ελκυστικές και συνετές αποδόσεις στους μετόχους μας.

Η δέσμευση μας παραμένει σταθερή: να στηρίζουμε τους πελάτες μας και την ευρύτερη κυπριακή οικονομία, συνεχίζοντας να προσφέρουμε ελκυστικές και συνετές αποδόσεις και να δημιουργούμε αξία για τους μετόχους μας.

Η κεφαλαιακή θέση του Συγκροτήματος παρέμεινε ιδιαίτερα ισχυρή κατά το πρώτο τρίμηνο του 2026, επιβεβαιώνοντας τη δυνατότητα της τράπεζας να διατηρεί υψηλά επίπεδα κεφαλαιακής επάρκειας παρά το αυστηρό εποπτικό πλαίσιο και τις αυξημένες απαιτήσεις της αγοράς. Το σύνολο ιδίων κεφαλαίων, εξαιρουμένων των δικαιωμάτων μειοψηφίας, ανήλθε σε €3,049 δισ. στις 31 Μαρτίου 2026, παρουσιάζοντας αύξηση σε σύγκριση με τα €2,930 δισ. στις 31 Δεκεμβρίου 2025. Παράλληλα, τα ίδια κεφάλαια που αναλογούν στους ιδιοκτήτες της Εταιρίας διαμορφώθηκαν σε €2,829 δισ., έναντι €2,710 δισ. στο τέλος του 2025, αντανακλώντας τη συνεχιζόμενη οργανική δημιουργία κεφαλαίου και την ισχυρή κερδοφορία του Συγκροτήματος.

Ο δείκτης Κεφαλαίου Κοινών Μετοχών Κατηγορίας 1 (CET1) με μεταβατικές διατάξεις, υπολογισμένος για εποπτικούς σκοπούς, διαμορφώθηκε σε 20,5% στις 31 Μαρτίου 2026, έναντι 21,0% στις 31 Δεκεμβρίου 2025. Η μικρή αυτή υποχώρηση οφείλεται κυρίως στις αυξημένες εποπτικές απαιτήσεις και στις επιβαρύνσεις που σχετίζονται με τα ανακτηθέντα ακίνητα και τις προβλέψεις για μη εξυπηρετούμενα δάνεια. Ωστόσο, συμπεριλαμβάνοντας τα κέρδη του πρώτου τριμήνου του 2026, μειωμένα κατά την πρόβλεψη για πιθανή διανομή μερίσματος με βάση το ανώτατο εγκεκριμένο ποσοστό διανομής 70%, ο δείκτης CET1 ενισχύεται στο 20,7%, αποδεικνύοντας τη σημαντική δυνατότητα εσωτερικής δημιουργίας κεφαλαίων της τράπεζας.

Αξίζει να σημειωθεί ότι από τον Σεπτέμβριο του 2023 συνεχίζει να εφαρμόζεται επιβάρυνση στα ίδια κεφάλαια που αφορά τις προληπτικές προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια, η οποία αντιστοιχούσε σε 19 μονάδες βάσης στις 31 Μαρτίου 2026, παραμένοντας σταθερή σε σχέση με το τέλος του 2025. Παράλληλα, το Συγκρότημα υπόκειται σε αυξημένες κεφαλαιακές απαιτήσεις αναφορικά με το χαρτοφυλάκιο ανακτηθέντων ακινήτων, σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές της Διαδικασίας Εποπτικής Εξέτασης και Αξιολόγησης (ΔΕΕΑ). Η σχετική επίπτωση στον δείκτη CET1 ανήλθε σε 76 μονάδες βάσης στις 31 Μαρτίου 2026, αυξημένη σε σχέση με τις 65 μονάδες βάσης στο τέλος του προηγούμενου έτους, αντανακλώντας τις μεταβολές στην αξία και τη σύνθεση των ακινήτων που παραμένουν στον ισολογισμό του Συγκροτήματος.

Ο Συνολικός Δείκτης Κεφαλαιακής Επάρκειας με μεταβατικές διατάξεις διαμορφώθηκε σε 25,3% στις 31 Μαρτίου 2026, έναντι 25,9% στις 31 Δεκεμβρίου 2025. Συμπεριλαμβάνοντας τα κέρδη του πρώτου τριμήνου και τη σχετική πρόβλεψη διανομής, ο δείκτης αυξάνεται στο 25,5%, επίπεδο που παραμένει αισθητά υψηλότερο από τις ελάχιστες εποπτικές απαιτήσεις. Συγκεκριμένα, η ελάχιστη απαίτηση για τον δείκτη CET1 είχε καθοριστεί στο 11,93%, ενώ η ελάχιστη απαίτηση για τον συνολικό δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας διαμορφωνόταν στο 16,53%. Ως εκ τούτου, η τράπεζα διατηρεί σημαντικά κεφαλαιακά αποθέματα ασφαλείας, τα οποία της επιτρέπουν να στηρίζει τη χρηματοδότηση της οικονομίας, να εξετάζει στρατηγικές επενδύσεις και παράλληλα να δημιουργεί προϋποθέσεις για ενισχυμένες αποδόσεις προς τους μετόχους.

Ιδιαίτερα θετική εξέλιξη αποτέλεσε και η απόφαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, στο πλαίσιο της ετήσιας ΔΕΕΑ του 2025, να μειώσει τις απαιτήσεις του Πυλώνα ΙΙ κατά 25 μονάδες βάσης από την 1η Ιανουαρίου 2026, γεγονός που ενισχύει περαιτέρω την κεφαλαιακή ευελιξία του Συγκροτήματος. Παράλληλα, η ΕΚΤ παρείχε και χαμηλότερη μη δημόσια καθοδήγηση για τα πρόσθετα κεφαλαιακά αποθέματα CET1, επιβεβαιώνοντας την εμπιστοσύνη των εποπτικών αρχών στη συνολική ανθεκτικότητα και τη διαχείριση κινδύνων της τράπεζας.
Διανομές ως και 90% το 2026

Η τράπεζα συγκαταλέγεται μεταξύ των ισχυρότερα κεφαλαιοποιημένων και με τη μεγαλύτερη δυνατότητα δημιουργίας κεφαλαίου τραπεζών στην Ευρώπη. Η διοίκηση στοχεύει σε ποσοστό διανομής κερδών (payout ratio) έως 90% για το 2026 και έως 100% ετησίως για την περίοδο 2027-2028, επιβεβαιώνοντας τη σημαντική ικανότητα δημιουργίας αξίας και επιστροφής κεφαλαίου προς τους μετόχους.

Διαβάστε ακόμη: