Σε φάση βαθιάς αναδιάρθρωσης, εισέρχεται η ευρωπαϊκή αγορά φυσικού αερίου καθώς η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει θέσει ως στρατηγικό στόχο την πλήρη απεξάρτηση από το ρωσικό φυσικό αέριο έως το 2027.

Στο πλαίσιο αυτό, το LNG και ο κάθετος διάδρομος μεταφοράς φυσικού αερίου από τον Νότο προς τον Βορρά αποκτούν κρίσιμη σημασία για την ενεργειακή ασφάλεια της Ανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης. Ωστόσο, η υλοποίηση αυτού του σχεδίου προσκρούει σε σειρά γεωπολιτικών, εμπορικών και θεσμικών εμποδίων. Μεταξύ των σημαντικότερων συγκαταλέγονται όχι μόνο η ασαφής στάση των Βρυξελλών και η θέση της Ουκρανίας αλλά και η πολιτική αστάθεια στη Βουλγαρία καθώς και η ανάγκη διασφάλισης δεσμευτικών συμφωνιών και ανταγωνιστικού κόστους.

Η ενεργειακή αντίφαση της Ουκρανίας

Παρά τη στρατηγική επιλογή της να απεξαρτηθεί από τη Ρωσία, η Ουκρανία εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από ρωσικό φυσικό αέριο μέσω έμμεσων διαδρομών. Συγκεκριμένα, περίπου το 44% των εισαγωγών της προέρχεται από την Ουγγαρία, με τις ποσότητες αυτές να είναι στην πράξη 100% ρωσικής προέλευσης, ενώ επιπλέον περίπου 20% εισέρχεται μέσω Σλοβακίας, επίσης βασισμένο σε ρωσικές ροές που διοχετεύονται μέσω του ευρωπαϊκού συστήματος μεταφοράς.

Συνολικά, σχεδόν τα δύο τρίτα των εισαγωγών φυσικού αερίου της Ουκρανίας εξακολουθούν να συνδέονται άμεσα ή έμμεσα με ρωσικό αέριο. Η πραγματικότητα αυτή δημιουργεί μια σαφή αντίφαση, καθώς η χώρα, ενώ συνεχίζει να είναι σε πόλεμο με τη Ρωσία και επιδιώκει ενεργειακή απεξάρτηση, αποτελώντας βασικό αποδέκτη δυτικής πολιτικής και οικονομικής στήριξης, συνεχίζει να καλύπτει σημαντικό μέρος των ενεργειακών της αναγκών μέσω του ίδιου συστήματος που επιχειρεί να αντικαταστήσει.

Παράλληλα, αν και η δυνατότητα εισαγωγής LNG μέσω Ελλάδας και του κάθετου διαδρόμου έχει ήδη αποδειχθεί στην πράξη, η ουκρανική πλευρά δεν έχει ακόμη προχωρήσει σε δεσμεύσεις για το σύνολο των ποσοτήτων που απαιτούνται για την πλήρη αντικατάσταση των υφιστάμενων ροών. Η στάση αυτή δημιουργεί αβεβαιότητα για τη βιωσιμότητα των νέων ενεργειακών επενδύσεων.

Ανεπαρκείς δεσμεύσεις και ο κρίσιμος ρόλος του DFC

Οι χώρες του κάθετου διαδρόμου έχουν προχωρήσει σε αρχικές δεσμεύσεις για την εισαγωγή LNG, ωστόσο οι ποσότητες αυτές παραμένουν περιορισμένες και δεν καλύπτουν τις πραγματικές ενεργειακές τους ανάγκες. Σε πολλές περιπτώσεις, οι δεσμεύσεις αφορούν μόνο μέρος των απαιτούμενων ποσοτήτων, αφήνοντας σημαντικό κενό μεταξύ των υφιστάμενων εισαγωγών και των μελλοντικών αναγκών.

Η εξέλιξη αυτή έχει άμεσες συνέπειες για την ανάπτυξη των απαραίτητων υποδομών, καθώς οι επενδύσεις σε νέους τερματικούς σταθμούς και σε παραγωγική δυναμικότητα LNG απαιτούν μακροχρόνια συμβόλαια με εγγυημένη ζήτηση.

Καθοριστικό ρόλο διαδραματίζει η Αμερικανική Αναπτυξιακή Τράπεζα (DFC), η οποίο αποτελεί βασικό μηχανισμό χρηματοδότησης και εγγυήσεων για ενεργειακά έργα στην περιοχή. Το DFC όπως αναφέρουν αρμόδιες πηγές δεν πρόκειται να παράσχει εγγυήσεις και χρηματοδότηση εάν δεν υπάρξουν πλήρως δεσμευτικές συμφωνίες αγοράς από τις χώρες που θα αποτελέσουν τους τελικούς αποδέκτες των ποσοτήτων LNG. Ως εκ τούτου, η εξασφάλιση δεσμεύσεων από χώρες όπως η Ουκρανία αποτελεί βασική προϋπόθεση για την ενεργοποίηση των επενδύσεων και την πλήρη λειτουργία του διαδρόμου.

Βουλγαρία: Ο κρίσιμος περιοριστικός κρίκος

Η Βουλγαρία αποτελεί απαραίτητο κρίκο για τη μεταφορά φυσικού αερίου από την Ελλάδα προς τη Ρουμανία και την Ουκρανία. Ωστόσο, η παρατεταμένη πολιτική αστάθεια και η κατάσταση ακυβερνησίας έχουν δημιουργήσει σημαντικά εμπόδια στη λειτουργία του διαδρόμου.

Η έλλειψη σταθερής κυβέρνησης περιορίζει τη δυνατότητα λήψης στρατηγικών αποφάσεων και καθυστερεί τη σύναψη δεσμευτικών συμφωνιών, ενώ παράλληλα δημιουργεί αβεβαιότητα για την αξιοποίηση της διαθέσιμης δυναμικότητας μεταφοράς. Επιπλέον, η προσαρμογή του συστήματος ώστε να υποστηρίζει πλήρως τη ροή φυσικού αερίου από τον Νότο προς τον Βορρά εξελίσσεται με αργούς ρυθμούς, γεγονός που περιορίζει τη δυνατότητα ταχείας αντικατάστασης των υφιστάμενων ενεργειακών ροών.

Η εξέλιξη αυτή καθιστά τη Βουλγαρία κρίσιμο περιοριστικό κρίκo για την πλήρη ανάπτυξη του κάθετου διαδρόμου, καθώς χωρίς την απρόσκοπτη λειτουργία του βουλγαρικού δικτύου δεν μπορεί να διασφαλιστεί η σταθερή τροφοδοσία των αγορών της Ανατολικής Ευρώπης με LNG.

Η ανάγκη επιδότησης του LNG

Ένα από τα βασικά ζητήματα που καλείται να αντιμετωπίσει η Ευρώπη είναι το υψηλότερο κόστος του LNG σε σύγκριση με το φυσικό αέριο που μεταφέρεται μέσω αγωγών. Η διαδικασία υγροποίησης, μεταφοράς και επαναεριοποίησης συνεπάγεται πρόσθετο κόστος, καθιστώντας το LNG ακριβότερο από το ρωσικό αέριο που διοχετευόταν απευθείας μέσω αγωγών.

Για τον λόγο αυτό, έχει ξεκινήσει μια συζήτηση για την εφαρμογή μηχανισμών στήριξης, συμπεριλαμβανομένων επιδοτήσεων ή χρηματοδοτικών εργαλείων, ώστε να καταστεί το LNG ανταγωνιστικό και να επιτραπεί η πλήρης αντικατάσταση των ρωσικών ποσοτήτων. Η παρέμβαση αυτή θεωρείται απαραίτητη προκειμένου να διασφαλιστεί η ενεργειακή μετάβαση χωρίς να μετακυλιστεί το πρόσθετο κόστος στους καταναλωτές και χωρίς να προκληθούν νέες αυξήσεις στις τιμές ενέργειας.

Η εξασφάλιση ανταγωνιστικών τιμών αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη βιωσιμότητα της ευρωπαϊκής ενεργειακής στρατηγικής και για τη διασφάλιση της κοινωνικής και οικονομικής σταθερότητας.

Ο στρατηγικός ρόλος της ΔΕΠΑ και της Ρεβυθούσας

Καθοριστική για τη λειτουργία του κάθετου διαδρόμου είναι και η πρόσβαση στη δυναμικότητα επαναεριοποίησης LNG στον τερματικό σταθμό της Ρεβυθούσας. Στο πλαίσιο αυτό, η ΔΕΠΑ, ως κάτοχος δεσμευμένων slots επαναεριοποίησης, διαδραμάτισε κρίσιμο ρόλο, καθώς μέσω αυτών κατέστη δυνατή η εισαγωγή φορτίων LNG με τελικό αποδέκτη την ουκρανική Naftogaz. H εκχώρηση των slots της ΔΕΠΑ στην Atlantic See αποτέλεσε βασικό όπλο της στρατηγικής συνεργασίας για την μεταφορά αμερικανικού LNG μεταξύ της Aktor και της ΔΕΠΑ Εμπορίας.

Τα slots αυτά, τα οποία αποτελούν δικαιώματα χρήσης της εγκατάστασης για την εκφόρτωση και διοχέτευση φυσικού αερίου στο σύστημα μεταφοράς, είχαν δεσμευτεί από τη ΔΕΠΑ και αξιοποιήθηκαν για τη μεταφορά ποσοτήτων προς την Ουκρανία μέσω του κάθετου διαδρόμου.

Καθοριστική η συνάντηση της Ουάσιγκτον

Καθοριστική σημασία για το μέλλον του Vertical Corridor αποκτά η συνάντηση που έχει προγραμματιστεί στην Ουάσιγκτον στις 24 Φεβρουαρίου, όπου στόχος είναι να εξασφαλιστούν πλήρως δεσμευτικές συμφωνίες για την προμήθεια συγκεκριμένων ποσοτήτων LNG από τις χώρες του κάθετου διαδρόμου.

Η συνάντηση αυτή αναμένεται να αποτελέσει σημείο καμπής για την ενεργοποίηση των απαραίτητων επενδύσεων και την παροχή εγγυήσεων από το DFC. Θα ακολουθήσει και μια δεύτερη συνάντηση στο Τέξας προς τα τέλη Μαρτίου στο πλαίσιο της μεγάλης ενεργειακής διοργάνωσης CERAWeek, στην οποία θα παραστεί τόσο ο υπουργός όσο και ο υφυπουργός περιβάλλοντος και ενέργειας Σταύρος Παπασταύρου και Νίκος Τσάφος.

Η επιτυχία αυτών των διαβουλεύσεων θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό εάν ο κάθετος διάδρομος θα μπορέσει να λειτουργήσει ως αξιόπιστη εναλλακτική ενεργειακή οδός για την Ανατολική και Κεντρική Ευρώπη, επιτρέποντας την οριστική απεξάρτηση από το ρωσικό φυσικό αέριο και την ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας της περιοχής.

Διαβάστε ακόμη: