Δεκαετίες επιτυχημένης επιστημονικής συνεργασίας στην Αρκτική βρίσκονται πλέον υπό σοβαρή απειλή, καθώς η κλιμάκωση των πολιτικών εντάσεων μεταξύ Ευρώπης και Ηνωμένων Πολιτειών διαταράσσει ένα δίκτυο συνεργασίας που λειτουργούσε αδιάλειπτα για περισσότερα από 30 χρόνια.
Από τα τέλη της δεκαετίας του 1970, η Αρκτική χάνει κατά μέσο όρο περίπου 33.000 τετραγωνικά μίλια θαλάσσιου πάγου ετησίως – έκταση αντίστοιχη με αυτή της Τσεχίας. Η περιοχή αποτελεί έναν από τους βασικούς «αισθητήρες» της κλιματικής αλλαγής σε παγκόσμιο επίπεδο.
Από τον Ψυχρό Πόλεμο στη ρήξη
Ακόμη και στα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου, επιστήμονες από τις ΗΠΑ και τη Ρωσία συνεργάζονταν, ανταλλάσσοντας δεδομένα με ερευνητές από τον Καναδά, τη Δανία, τη Νορβηγία, την Ισλανδία, τη Φινλανδία και τη Σουηδία.
Η ίδρυση του Αρκτικό Συμβούλιο το 1991 ενίσχυσε θεσμικά αυτή τη συνεργασία.
Ωστόσο, η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022 ανέστειλε μεγάλο μέρος των κοινών προγραμμάτων, επαναφέροντας εμπόδια που θεωρούνταν ξεπερασμένα.
Γιατί η Γροιλανδία είναι κομβικής σημασίας
Η Γροιλανδία, η οποία τα τελευταία χρόνια βρέθηκε στο επίκεντρο των γεωπολιτικών φιλοδοξιών του Ντόναλντ Τραμπ, αποτελεί μία από τις πιο ευάλωτες περιοχές απέναντι στην κλιματική κρίση.
Περίπου τα 4/5 του νησιού καλύπτονται από στρώμα πάγου, το οποίο λιώνει με αυξανόμενο ρυθμό λόγω των ανθρωπογενών εκπομπών.
Η πλήρης απώλεια του παγοκαλύμματος θα μπορούσε να ανεβάσει τη στάθμη της θάλασσας έως και κατά 7,4 μέτρα, επηρεάζοντας εκατομμύρια ανθρώπους παγκοσμίως.
Ταυτόχρονα, η υποχώρηση των πάγων διευκολύνει την πρόσβαση σε κοιτάσματα σπάνιων γαιών, αυξάνοντας το γεωοικονομικό ενδιαφέρον.
Οι πάγοι ως «χρονομηχανή» της Γης
Οι παγοπυρήνες της Αρκτικής λειτουργούν σαν φυσικά αρχεία του πλανήτη.
Μέσα από μικροσκοπικές φυσαλίδες αέρα, οι επιστήμονες μπορούν να «διαβάσουν» την ατμοσφαιρική ιστορία χιλιάδων ετών.
Παράλληλα, η περιοχή έχει προσφέρει σημαντικά ευρήματα, όπως ο μετεωρίτης του York, ένας από τους μεγαλύτερους μεταλλικούς μετεωρίτες που έχουν βρεθεί στη Γη.
Σημαντικό ρόλο παίζουν και οι κοινωνικές επιστήμες, που μελετούν την υγεία, τον πολιτισμό και την επιβίωση των αυτόχθονων πληθυσμών.
«Ό,τι συμβαίνει εδώ, επηρεάζει όλο τον κόσμο»
Μιλώντας στη Deutsche Welle, η περιβαλλοντική αρχαιολόγος Μέριμπεθ Μουρέι, διευθύντρια του Αρκτικού Ινστιτούτου της Βόρειας Αμερικής, σημείωσε:
«Ό,τι συμβαίνει στην Αρκτική έχει παγκόσμιες συνέπειες. Είναι ένα ζήτημα πολύ μεγάλο για να αντιμετωπιστεί από μία μόνο χώρα».
Σύμφωνα με την ίδια, οι εντάσεις γύρω από τη Γροιλανδία έχουν ήδη καταστήσει πολλούς επιστήμονες επιφυλακτικούς στον σχεδιασμό νέων ερευνητικών προγραμμάτων.
Το πλήγμα στο πρόγραμμα INTERACT
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το πρόγραμμα INTERACT, το οποίο παρείχε πρόσβαση σε δεκάδες ερευνητικές υποδομές σε όλη την Αρκτική.
Μετά το 2022, η συμμετοχή 21 ρωσικών σταθμών ανεστάλη, δημιουργώντας σοβαρά κενά δεδομένων.
Η πρώην συντονίστρια του προγράμματος, Μαργκαρέτα Γιόχανσον, τονίζει ότι:
«Χωρίς τα ρωσικά στοιχεία, ουσιαστικά αγνοούμε τι συμβαίνει σε μεγάλο μέρος της Αρκτικής».
Η επιστήμη ως εργαλείο διπλωματίας
Προγράμματα όπως το INTERACT θεωρούνται παραδείγματα «επιστημονικής διπλωματίας», όπου η έρευνα λειτουργεί ως γέφυρα μεταξύ κρατών.
Ο επιστημονικός διπλωμάτης Πολ Μπέρκμαν, που συνεργάζεται με το Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ, επισημαίνει:
«Η Αρκτική είναι δίκοπο μαχαίρι. Μπορεί να γίνει πεδίο σύγκρουσης ή χώρος διεθνούς συνεργασίας».
Όπως υπογραμμίζει, η συνύπαρξη Κίνας, Ρωσίας, ΗΠΑ και Ευρώπης στην περιοχή δημιουργεί ταυτόχρονα κινδύνους και ευκαιρίες διαλόγου.
Ένα μέλλον με αβεβαιότητα
Οι ειδικοί συμφωνούν ότι η επιστημονική συνεργασία στην Αρκτική βρίσκεται σε κρίσιμο σταυροδρόμι.
Αν οι γεωπολιτικές εντάσεις συνεχίσουν να υπερισχύουν της συνεργασίας, ο κόσμος κινδυνεύει να χάσει ένα από τα σημαντικότερα «παρατηρητήρια» της κλιματικής αλλαγής.
Και σε μια εποχή παγκόσμιας περιβαλλοντικής κρίσης, το κόστος αυτού του «παγώματος» ίσως αποδειχθεί ανυπολόγιστο.