Η ένταση ανάμεσα στο Ισραήλ και το Ιράν δεν είναι μια συνηθισμένη σύγκρουση. Πίσω από τα στρατιωτικά πλήγματα, τις απειλές και τη σκληρή ρητορική κρύβεται ένα πολύ πιο σύνθετο γεωπολιτικό παιχνίδι, στο οποίο πρωταγωνιστικό ρόλο έχουν και οι Ηνωμένες Πολιτείες.
Το βασικό ερώτημα είναι απλό: αν η ανατροπή του καθεστώτος των μουλάδων θεωρείται σχεδόν αδύνατη χωρίς γενικευμένο πόλεμο, τότε τι ακριβώς επιδιώκουν η Ουάσιγκτον και το Τελ Αβίβ;
Η απάντηση που δίνουν πολλοί αναλυτές είναι ότι ο στόχος δεν είναι απαραίτητα η αλλαγή καθεστώτος, αλλά ο στρατηγικός περιορισμός του Ιράν.
Η ανατροπή του καθεστώτος εκτός από δύσκολη είναι και επικίνδυνη αφού μπορεί να προκαλέσει εμφυλιοπολεμικό χάος στο εσωτερικό του Ιράν με ανεξέλεγκτες καταστάσεις.
Ο φόβος της πυρηνικής εξάπλωσης
Πρώτη και βασική επιδίωξη είναι να μην αποκτήσει η Τεχεράνη πυρηνικό όπλο. Για το Ισραήλ, ένα πυρηνικό Ιράν θεωρείται υπαρξιακή απειλή. Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, θα σήμαινε την κατάρρευση της ισορροπίας δυνάμεων στη Μέση Ανατολή και πιθανότατα την έναρξη μιας ανεξέλεγκτης κούρσας πυρηνικών εξοπλισμών.
Δεν είναι τυχαίο ότι χώρες όπως η Σαουδική Αραβία, η Τουρκία ή ακόμη και η Αίγυπτος θα μπορούσαν να κινηθούν προς την ίδια κατεύθυνση αν το Ιράν περάσει το πυρηνικό κατώφλι.
Δεύτερος στόχος είναι να περιοριστεί η περιφερειακή επιρροή της Τεχεράνης. Το Ιράν έχει δημιουργήσει τα τελευταία χρόνια ένα εκτεταμένο δίκτυο συμμαχιών και ένοπλων οργανώσεων στη Μέση Ανατολή, από τη Χεζμπολάχ στον Λίβανο μέχρι τους Χούθι στην Υεμένη και τη Χαμάς στη Γάζα. Μέσω αυτών των οργανώσεων μπορεί να ασκεί πίεση στο Ισραήλ και να επηρεάζει εξελίξεις σε ολόκληρη την περιοχή.
Τρίτος στόχος είναι η στρατιωτική και οικονομική φθορά του καθεστώτος. Με κυρώσεις, επιθέσεις ακριβείας, κυβερνοεπιχειρήσεις και διπλωματική πίεση, η Δύση επιχειρεί να κρατήσει το Ιράν σε μια κατάσταση μόνιμης πίεσης και περιορισμένης ισχύος.
Αυτό δεν σημαίνει ότι ο κίνδυνος κλιμάκωσης δεν είναι υπαρκτός. Το σενάριο που φοβούνται περισσότερο οι διεθνείς αγορές είναι το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ από το Ιράν, ένα θαλάσσιο πέρασμα από το οποίο διέρχεται περίπου το ένα πέμπτο της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου. Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να εκτοξεύσει τις τιμές της ενέργειας και να προκαλέσει παγκόσμια οικονομική αναταραχή.
Ταυτόχρονα, η ενεργοποίηση όλων των συμμάχων της Τεχεράνης θα μπορούσε να μετατρέψει τη σύγκρουση σε έναν πολυμέτωπο περιφερειακό πόλεμο. Σε ένα τέτοιο σενάριο, το Ισραήλ θα δεχόταν πίεση από πολλές κατευθύνσεις, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες θα αναγκάζονταν να εμπλακούν πιο ενεργά.
Γι’ αυτό και, παρά τη σκληρή ρητορική, η στρατηγική της Δύσης φαίνεται να κινείται σε μια λεπτή ισορροπία: αρκετή πίεση ώστε το Ιράν να μην ενισχυθεί στρατηγικά, αλλά όχι τόσο μεγάλη ώστε να οδηγήσει σε έναν ανεξέλεγκτο πόλεμο.
Με άλλα λόγια, το πραγματικό ζητούμενο για την Ουάσιγκτον και το Τελ Αβίβ δεν είναι απαραίτητα η πτώση του καθεστώτος στην Τεχεράνη, αλλά κάτι ίσως πιο κυνικό: ένας οικονομικός στραγγαλισμός του Ιράν, ώστε να υπάρχει, αλλά όχι αρκετά ισχυρό ώστε να μπορεί να αλλάξει την ισορροπία δυνάμεων στη Μέση Ανατολή.
Είναι σαφές ότι για να γίνουν όλα τα παραπάνω απαιτείται αρκετός χρόνος. Δεν επιτυγχάνονται σε έναν πόλεμο ορισμένων ημερών. Το καθεστώς διαθέτει ισχυρό μηχανισμό ασφαλείας, με βασικό πυλώνα τους Φρουρούς της Επανάστασης.
Το Ιράν είναι μια τεράστια χώρα περίπου 90 εκατομμυρίων κατοίκων και δεν μπορεί να καταληφθεί στρατιωτικά εύκολα. Επιπλέον, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν φαίνεται να επιθυμούν μια νέα εισβολή τύπου Ιράκ το 2003, με όλες τις γεωπολιτικές και οικονομικές συνέπειες που θα μπορούσε να προκαλέσει.
Διαβάστε ακόμη:
- Τσακ Νόρις: Ο κομάντο του σινεμά, οι πολεμικές τέχνες και τα ανέκδοτα που τον έκαναν θρύλο
- Όσκαρ 2026: Ανώνυμες ψήφοι αποκαλύπτουν το φαβορί για «ταινία της χρονιάς»
- Νέες αυξήσεις στα καύσιμα: Η βενζίνη μπορεί να φτάσει τα 1,90 ευρώ
- Συναγερμός στην Αθήνα για τρομοκρατικό χτύπημα – Στο μικροσκόπιο αμερικανικοί και ισραηλινοί στόχοι