Αν ψάξεις αρκετά forums για ουίσκι, ειδικά αυτά που αφορούν bourbon ή rye, θα το δεις να εμφανίζεται ξανά και ξανά: «Δεν μου άρεσε το neck pour σε αυτό το μπουκάλι». Και οι περισσότεροι έχουν το εύλογο ερώτημα: Τι είναι το neck pour;

Το “neck pour” είναι αυτό που κάποιοι λάτρεις του ουίσκι αποκαλούν την πρώτη ποσότητα που σερβίρεται από ένα μπουκάλι. Η πεποίθηση, που υποστηρίζεται από έναν εκπληκτικά μεγάλο αριθμό καταναλωτών, είναι ότι το ουίσκι που βρίσκεται στον λαιμό του μπουκαλιού έχει οξειδωθεί και έχει διαφορετική γεύση από το υπόλοιπο. Μάλιστα, είναι σύνηθες για όσους πιστεύουν σε αυτή τη θεωρία να πετούν την πρώτη δόση.

Η συζήτηση γύρω από το αν υπάρχει πραγματικά το “neck pour” προκαλεί πονοκέφαλο στους master distillers. Και οι περισσότεροι πιστεύουν πως δεν υπάρχει. Αν πάρεις ένα μπουκάλι και το γυρίσεις ανάποδα και μετά το ακουμπήσεις κάτω κανονικά, θα δεις ότι το neck pour θα εξαφανιστεί. Είναι λοιπόν τόσο απλό και η επιστήμη το υποστηρίζει.

Το μπουκάλι έχει ταξιδέψει σε κιβώτια, έχει μεταφερθεί με φορτηγά διανομής, έχει τοποθετηθεί σε ράφια, έχει μετακινηθεί ξανά μέχρι να φτάσει στο σπίτι. Το υγρό είναι πλήρως αναμεμειγμένο». Ακόμη κι αν είναι γεμάτο, όταν ανοίγεις και ρίχνεις, το υγρό αναδεύεται ξανά. Και δεν ξέρουμε αν κάποιος θα μπορούσε να καταλάβει διαφορά στη γεύση.

Η οξείδωση στο ουίσκι είναι πραγματική, αλλά συμβαίνει σε χρονικά διαστήματα που κάνουν τη συζήτηση για το neck pour σχεδόν αστεία. Εταιρίες όπως η Heaven Hill διεξάγει πολυετή μελέτη σε τρία βαρέλια, τοποθετημένα σε διαφορετικά επίπεδα αποθήκευσης (χαμηλό, μεσαίο και υψηλό), με αισθητήρες διαλυμένου οξυγόνου ενσωματωμένους στα καπάκια των βαρελιών. Πρόκειται για έρευνα που είναι συνηθισμένη στο κρασί, αλλά εφαρμόζεται για πρώτη φορά συστηματικά στο ουίσκι.

Τα δεδομένα δείχνουν ότι η απορρόφηση οξυγόνου είναι εξαιρετικά αργή, διαφέρει ανάλογα με το σημείο αποθήκευσης και γίνεται σημαντική μόνο μετά από χρόνια ωρίμανσης. Και ακόμη κι έτσι, μόνο όταν το βαρέλι αναδεύεται συχνά, κάτι που δεν συμβαίνει σε μια αποθήκη βαρελιών.

Τώρα, σύγκρινε αυτό με ένα μπουκάλι. Η επιφάνεια στον λαιμό ενός τυπικού μπουκαλιού ουίσκι είναι περίπου όσο ένα νόμισμα. Το υγρό έχει υψηλό αλκοολικό βαθμό, κάτι που περιορίζει ακόμη περισσότερο τη διάλυση οξυγόνου. Όταν ανοίγεις ένα μπουκάλι, ρίχνεις ένα ποτό και το ξανακλείνεις, εισέρχεται φρέσκος αέρας, αλλά η ποσότητα που πραγματικά διαλύεται στο υγρό είναι αμελητέα. Δεν μετριέται. Δεν γίνεται αντιληπτή στη γεύση.

Αν νομίζεις ότι συμβαίνει κάτι που μπορείς να γευτείς πιθανότατα είναι placebo.

Υπάρχει λοιπόν μία περίπτωση όπου ένα ανοιγμένο ουίσκι μπορεί να αλλάξει; Ναι μάλλον, είναι η απάντηση. Αν αφήσεις το μπουκάλι σου (εσύ ή κάποιος μπάρμαν) στο μπαρ, σχεδόν άδειο, για ένα-δύο χρόνια. Τότε έχεις διαφορετική αναλογία επιφάνειας προς υγρό και μια πραγματική πιθανότητα αλλαγής στη γεύση.

 

Διαβάστε ακόμη: