Σύμφωνα με πρόσφατη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, η φορολογική διοίκηση οφείλει, αμέσως μετά τη συμπλήρωση πέντε ετών από την έκδοση των καταλογιστικών πράξεων για μη απόδοση φόρων, τελών ή άλλων επιβαρύνσεων, να προχωρεί αυτεπαγγέλτως στην άρση των διασφαλιστικών μέτρων που έχουν επιβληθεί σε βάρος του φορολογουμένου ή του εκπροσώπου μιας εταιρείας. Στα μέτρα αυτά περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, η δέσμευση τραπεζικών λογαριασμών και άλλοι περιορισμοί που επιβλήθηκαν για τη διασφάλιση των συμφερόντων του Δημοσίου.

Η διαδικασία αυτή δεν προϋποθέτει την υποβολή αίτησης από τον φορολογούμενο. Αντίθετα, η αρμόδια ΔΟΥ έχει υποχρέωση να ενεργήσει αυτεπαγγέλτως, ενημερώνοντας χωρίς καθυστέρηση όλα τα εμπλεκόμενα όργανα, όπως τις δημόσιες υπηρεσίες, την Τράπεζα της Ελλάδος, το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και τα πιστωτικά ιδρύματα, ώστε να παύσει άμεσα η εφαρμογή των περιοριστικών μέτρων.

Ο Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας προβλέπει ότι, όταν διαπιστώνεται μη απόδοση παρακρατούμενων φόρων, τελών ή εισφορών που υπερβαίνουν το ποσό των 150.000 ευρώ, η φορολογική αρχή μπορεί να επιβάλει διασφαλιστικά μέτρα επείγοντος χαρακτήρα. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται η δέσμευση του 50% των τραπεζικών καταθέσεων, των λογαριασμών και των παρακαταθηκών, καθώς και η πλήρης δέσμευση του περιεχομένου τραπεζικών θυρίδων, είτε αυτό αφορά χρηματικά ποσά είτε άλλα πολύτιμα αντικείμενα.

Παράλληλα, οι φορολογικές υπηρεσίες μπορούν να αρνηθούν τη χορήγηση των απαραίτητων εγγράφων για μεταβιβάσεις περιουσιακών στοιχείων, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις είναι δυνατή και η επιβολή μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης, όπως η κατάσχεση μέρους μισθού ή ακινήτων.

Τα διασφαλιστικά μέτρα δεν επιβάλλονται μόνο στην εταιρεία, αλλά μπορούν να επεκταθούν και στα πρόσωπα που είχαν ευθύνη διοίκησης ή εκπροσώπησης, όπως πρόεδροι, διευθύνοντες σύμβουλοι, διαχειριστές ή ομόρρυθμοι εταίροι. Η ευθύνη αυτή μπορεί να υφίσταται ακόμη και αν τα συγκεκριμένα πρόσωπα έχουν αποχωρήσει από τη θέση τους πριν από την επιβολή των μέτρων.

Η συγκεκριμένη υπόθεση αφορούσε εκπρόσωπο ανώνυμης εταιρείας, σε βάρος του οποίου επιβλήθηκαν διασφαλιστικά μέτρα, επειδή η εταιρεία δεν είχε αποδώσει τέλη χαρτοσήμου και εισφορά υπέρ ΟΓΑ χαρτοσήμου για την περίοδο 2005–2011, συνολικού ύψους 1.042.792 ευρώ. Ο ενδιαφερόμενος προσέφυγε στη Δικαιοσύνη ζητώντας την ακύρωση των μέτρων, ωστόσο τόσο η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών όσο και το Διοικητικό Πρωτοδικείο απέρριψαν την προσφυγή του. Στη συνέχεια άσκησε αίτηση ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Το Β΄ Τμήμα του ΣτΕ έκρινε ότι η διοίκηση υποχρεούται να άρει τα διασφαλιστικά μέτρα σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, όπως όταν ακυρωθεί οριστικά η καταλογιστική πράξη με δικαστική απόφαση ή όταν παρέλθει πενταετία από την έκδοσή της. Επιπλέον, για μέτρα που είχαν επιβληθεί με βάση το προγενέστερο νομοθετικό καθεστώς του ν. 2523/1997, προβλέπεται άρση τους μετά την παρέλευση πέντε ετών από την έναρξη ισχύος του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, δηλαδή από την 1η Ιανουαρίου 2014.

Στην εξεταζόμενη υπόθεση, οι καταλογιστικές πράξεις είχαν εκδοθεί το 2016. Κατά συνέπεια, η πενταετία συμπληρώθηκε μέσα στο 2021, γεγονός που δημιούργησε αυτομάτως την υποχρέωση της φορολογικής διοίκησης να προχωρήσει στην άρση όλων των επιβληθέντων μέτρων. Ωστόσο, κατά τον χρόνο εκδίκασης της υπόθεσης, η αρμόδια φορολογική αρχή δεν είχε ολοκληρώσει τις απαιτούμενες ενέργειες, ούτε είχε ενημερώσει τους αρμόδιους φορείς για την παύση των περιορισμών.

Για τον λόγο αυτό, το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε ότι η διοίκηση όφειλε να εκδώσει τις σχετικές πράξεις άρσης και να προβεί στις αναγκαίες κοινοποιήσεις προς όλους τους εμπλεκόμενους φορείς. Μάλιστα, ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης και όρισε νέα δικάσιμο, προκειμένου να δοθεί ο απαραίτητος χρόνος στη φορολογική αρχή να συμμορφωθεί με την υποχρέωσή της και να ολοκληρώσει τη διαδικασία άρσης των διασφαλιστικών μέτρων.

Καταθέσεις: Άλμα 8,6 δισ. ευρώ τον Ιούνιο, αύξηση και στα νέα δάνεια προς επιχειρήσεις

Διαβάστε ακόμη: