Τη βαθμίδα BBB με σταθερό το outlook επιβεβαίωσε ο οίκος Standard & Poor’s το ελληνικό αξιόχρεο, στη δεύτερη αξιολόγηση της ελληνικής οικονομίας για το 2026.

Η Ελλάδα βρίσκεται σε τροχιά επίτευξης ενός ακόμη πρωτογενούς πλεονάσματος, το οποίο η S&P εκτιμά ότι θα φτάσει το 3,8% του ΑΕΠ για το 2026, χάρη στις μεταρρυθμίσεις για τη φορολογική συμμόρφωση και τη μείωση της ανεργίας, παρά τις αυξημένες δαπάνες για δημόσιες επενδύσεις.

Παρότι οι εξωτερικές ανισορροπίες της ελληνικής οικονομίας παραμένουν, θεωρεί ότι η συμμετοχή της στην ευρωζώνη και η συμμόρφωσή της με τις δημοσιονομικές συνθήκες της ΕΕ παρέχουν προστασία απέναντι στον κίνδυνο ενός σοκ στο ισοζύγιο πληρωμών.

Η οικονομική ανάπτυξη παρέμεινε ανθεκτική παρά τα διαδοχικά σοκ, ενώ οι προοπτικές παραμένουν σταθερές χάρη στον σταθερά υψηλό όγκο προγραμματισμένων επενδύσεων.

Στην αιτιολόγηση της σημερινής αξιολόγησης ο οίκος σημειώνει ότι:

Η κυβέρνηση αναμένεται να υπερβεί τους δημοσιονομικούς στόχους για το 2026. Τα μηνιαία στοιχεία έως τον Αύγουστο δείχνουν ότι ο κρατικός προϋπολογισμός κινείται περίπου 1,1 δισ. ευρώ πάνω από τον στόχο, χάρη στα ισχυρά τουριστικά έσοδα που ενισχύουν την αύξηση των εσόδων από ΦΠΑ, στην περαιτέρω υποχώρηση της ανεργίας, καθώς και στην επίδραση των μεταρρυθμίσεων για τη φορολογική συμμόρφωση που υποστηρίζουν τα έσοδα από τον φόρο εισοδήματος.

Πλέον προβλέπει ότι το ενοποιημένο ισοζύγιο της γενικής κυβέρνησης θα καταγράψει πλεόνασμα 0,8% του ΑΕΠ, με το πρωτογενές πλεόνασμα να διαμορφώνεται στο 3,8% του ΑΕΠ για φέτος, γεγονός που βρίσκεται περίπου κατά 1 ποσοστιαία μονάδα του ΑΕΠ πάνω από τον αρχικό στόχο της κυβέρνησης.

Αυτή η βελτιωμένη πρόβλεψη έρχεται παρά το γεγονός ότι οι δαπάνες υπερβαίνουν τις προβλέψεις του προϋπολογισμού και παρά τις πρόσφατες ανακοινώσεις που υποδηλώνουν αύξηση των επενδύσεων που χρηματοδοτούνται από εγχώριους πόρους, ήδη από φέτος.

Στη συνέχεια, ο οίκος αναβάθμισε τις προβλέψεις για τα μελλοντικά δημοσιονομικά αποτελέσματα. Το ιστορικό της Ελλάδας στην υπέρβαση των δημοσιονομικών στόχων, παρά τους τα νέα εξωτερικά και γεωπολιτικά σοκ, υποδηλώνει ότι η κυβέρνηση συνεχίσει να καταγράφει συνολικά δημοσιονομικά πλεονάσματα, τα οποία ο οίκος εκτιμά ότι θα διαμορφωθούν κατά μέσο όρο στο 0,2% του ΑΕΠ, με το πρωτογενές πλεόνασμα να διαμορφώνεται στο 3,2% του ΑΕΠ, κατά την περίοδο 2027-2029.

Η δημοσιονομική προσαρμογή μειώνει το καθαρό δημόσιο χρέος

Ο οίκος εκτιμά ότι το χρέος της γενικής κυβέρνησης, μετά την αφαίρεση των ρευστών διαθεσίμων, θα διαμορφωθεί στο 123% του ΑΕΠ έως το τέλος του τρέχοντος έτους, σημειώνοντας βελτίωση κατά 40 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το τέλος του 2019.

Η προσδοκία της S&P για συνέχιση της δημοσιονομικής πειθαρχίας σε συνδυασμό με τη διατηρήσιμη ονομαστική αύξηση του ΑΕΠ υποστηρίζουν την πρόβλεψή της για περαιτέρω υποχώρηση του δείκτη στο 107% του ΑΕΠ έως το τέλος του 2029.

Η οικονομική δραστηριότητα παρέμεινε ανθεκτική

Η οικονομική δραστηριότητα έχει επιδείξει ανθεκτικότητα, με οδηγό τις επενδύσεις, παρά το δυσμενές εξωτερικό περιβάλλον. Η δυναμική της πραγματικής αύξησης του ΑΕΠ παρέμεινε σταθερή το δεύτερο τρίμηνο του 2026, στο 1,9% σε ετήσια βάση (παρόμοια με το 2% του πρώτου τριμήνου), υποδηλώνοντας περιορισμένα σημάδια επιβράδυνσης στον απόηχο του πολέμου ΗΠΑ-Ιράν.

Ο τουρισμός και η επενδυτική δραστηριότητα οδηγούν την ανάπτυξη, με την τελευταία να υποστηρίζεται ιδιαίτερα από το χρηματοδοτούμενο από την ΕΕ σχέδιο του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF), το οποίο εισέρχεται στο τελικό του στάδιο.

Η Ελλάδα υπέβαλε τα δύο τελευταία αιτήματα πληρωμής του RRF στις 29 Σεπτεμβρίου 2026, τα οποία, εν αναμονή της αξιολόγησης από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, σηματοδοτούν την ολοκλήρωση και των 376 οροσήμων και στόχων, καθώς και την πλήρη εκταμίευση των 35,95 δισ. ευρώ που αναλογούν στην Ελλάδα στο πενταετές πλαίσιο του σχεδίου.

Εισοδήματα και επενδυτικές προοπτικές

Τα εισοδήματα συγκλίνουν σταδιακά προς τους ευρωπαϊκούς μέσους όρους, ενώ ο σταθερά ισχυρός όγκος προγραμματισμένων επενδύσεων υποστηρίζει τις αναπτυξιακές προοπτικές.

Παρά την ολοκλήρωση του RRF, ο οίκος αναμένει από την Ελλάδα να μετατοπίσει σταδιακά τη στόχευσή της προς άλλα διαθέσιμα κονδύλια της ΕΕ που προηγουμένως είχαν χαμηλότερη προτεραιότητα.

Αναμένει επίσης αύξηση των εγχώριων πόρων για δημόσιες επενδύσεις, καθώς οι αρχές είναι πιθανό να δώσουν προτεραιότητα στην αξιοποίηση των πρόσθετων δημοσιονομικών περιθωρίων σε κεφαλαιουχικές επενδύσεις.

Σε συνδυασμό με τις αναμενόμενες συνεχείς βελτιώσεις στην αγορά εργασίας, ο οίκος προβλέπει ότι ότι η ελληνική οικονομία θα αναπτύσσεται με μέσο ρυθμό 2,1% την περίοδο 2027-2029. Αυτό θα μεταφραστεί σε κατά κεφαλήν ΑΕΠ που θα φτάσει τα 35.100 δολάρια το 2029 (περίπου το 55% του μέσου όρου της ΕΕ), έναντι 47% που ήταν το 2019.

Θεσμικό και οικονομικό προφίλ: Οι επενδύσεις και ο τουρισμός αντισταθμίζουν τις επιπτώσεις του πολέμου στη Μέση Ανατολή στην οικονομία

Ο οίκος αξιολόγησης ξεχωρίζει τρεις πυλώνες για την ελληνική οικονομία.

Συγκεκριμένα αναφέρει:

– Η οικονομική δραστηριότητα έχει επιδείξει ανθεκτικότητα απέναντι στο ενεργειακό σοκ που προκαλεί ο συνεχιζόμενος πόλεμος στη Μέση Ανατολή, ενώ το ισχυρό επενδυτικό απόθεμα στηρίζει την πρόβλεψή μας για μέσο ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης 2,1% την περίοδο 2026-2029.

– Οι εκλογές, οι οποίες πρέπει να διεξαχθούν έως τον Ιούλιο του 2027, ενδέχεται να οδηγήσουν σε απώλεια της απόλυτης κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας από την κυβέρνηση, αν και εκτιμούμε ότι υπάρχει διακομματική συναίνεση ως προς βασικούς στόχους πολιτικής, όπως η διατήρηση βιώσιμων δημόσιων οικονομικών και η ενίσχυση της ανάπτυξης του ΑΕΠ.

– Η Ελλάδα αντιμετωπίζει σοβαρές μακροπρόθεσμες προκλήσεις λόγω της γήρανσης του πληθυσμού και της κλιματικής απορρύθμισης.

Πιο συγκεκριμένα:

Η οικονομική δραστηριότητα διατηρείται σε ικανοποιητικά επίπεδα χάρη στις ισχυρές τουριστικές εισπράξεις και την επενδυτική δραστηριότητα. Παρά το ενεργειακό σοκ που προκαλεί ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή, η οικονομική ανάπτυξη συνεχίστηκε και φέτος, με τον ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ να διαμορφώνεται κατά μέσο όρο στο 1,9% το πρώτο εξάμηνο, περίπου στα ίδια επίπεδα με τα προηγούμενα χρόνια. Οι πολύ ισχυρές τουριστικές επιδόσεις —με τις αφίξεις ταξιδιωτών από το εξωτερικό να αυξάνονται κατά 14,7% έως τον Ιούνιο— σε συνδυασμό με την επιτάχυνση των επενδύσεων που συνδέονται με έργα του Μηχανισμού Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF) και τις ισχυρές εξαγωγές αγαθών, φαίνεται να αντισταθμίζουν την επιβάρυνση της κατανάλωσης των νοικοκυριών από το πρόσφατο ενεργειακό σοκ. Το εποχικά προσαρμοσμένο ποσοστό ανεργίας υποχώρησε στο 7,4% τον Αύγουστο, στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων 18 ετών. Η εξέλιξη αυτή υποδηλώνει ότι, πέρα από το ενεργειακό σοκ, τα νοικοκυριά βρίσκονται σε ισχυρότερη θέση σε σύγκριση με τα προηγούμενα χρόνια, γεγονός που θα στηρίξει την ανάπτυξη.

Αναμένουμε ευρεία ανάπτυξη της οικονομικής δραστηριότητας, με τη στήριξη μιας ευνοϊκής δημοσιονομικής πολιτικής. Δεν προβλέπουμε σημαντική επιβράδυνση των επενδύσεων, καθώς οι κρατικές πιστώσεις για το επενδυτικό πρόγραμμα εξακολουθούν να αυξάνονται παράλληλα με τη διεύρυνση του δημοσιονομικού περιθωρίου. Επιπλέον, παρότι οι εκταμιεύσεις του RRF θα ολοκληρωθούν έως το τέλος του 2026, οι δαπάνες για την υλοποίηση των έργων θα συνεχιστούν και το 2027 και το 2028, ιδίως για όσα χρηματοδοτούνται μέσω δανείων και προβλέπουν συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα. Στη συνέχεια, αναμένουμε μεγαλύτερη αξιοποίηση άλλων ευρωπαϊκών κονδυλίων. Ως χώρα με το τρίτο χαμηλότερο κατά κεφαλήν ΑΕΠ στην ΕΕ, εκτιμούμε ότι η Ελλάδα θα εξακολουθήσει να αποτελεί σημαντικό αποδέκτη αυτών των πόρων.

Οι διαρθρωτικές αδυναμίες εξακολουθούν να περιορίζουν τις αναπτυξιακές δυνατότητες της Ελλάδας. Οι διαδοχικές ελληνικές κυβερνήσεις έχουν εφαρμόσει διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που έχουν μετασχηματίσει τα οικονομικά και δημοσιονομικά δεδομένα της χώρας, θέτοντας και τα δύο σε σαφώς πιο βιώσιμη τροχιά. Ωστόσο, εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικά εμπόδια στην πλήρη αξιοποίηση των οικονομικών δυνατοτήτων της χώρας. Παρότι ο τραπεζικός τομέας και η αγορά εργασίας έχουν μεταρρυθμιστεί με επιτυχία, οι μεταρρυθμίσεις στις αγορές προϊόντων ήταν πιο περιορισμένες, όπως και η πρόοδος σε άλλους τομείς, μεταξύ των οποίων η αντίληψη για τη διαφθορά.

Η συρρίκνωση και η γήρανση του πληθυσμού αποτελούν μακροπρόθεσμο πρόβλημα για την Ελλάδα. Ο πληθυσμός έχει μειωθεί κατά περισσότερο από 6% από το υψηλότερο επίπεδό του το 2011, εξέλιξη που οφείλεται στην κατάρρευση των γεννήσεων τις προηγούμενες δεκαετίες, σε συνδυασμό με ένα κύμα μετανάστευσης μετά την κρίση χρέους της χώρας. Η Ελλάδα είναι πλέον η τέταρτη γηραιότερη χώρα της ΕΕ, ενώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει ότι έως το 2050 το ποσοστό του πληθυσμού ηλικίας άνω των 65 ετών θα είναι το υψηλότερο μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ. Αυτή η δυσμενής αναλογία εξαρτώμενων προς οικονομικά ενεργά άτομα αναμένεται να επιβαρύνει τη μακροπρόθεσμη οικονομική ανάπτυξη.

Θετικό στοιχείο αποτελεί το γεγονός ότι οι προηγούμενες ελληνικές κυβερνήσεις έχουν λάβει σημαντικά μέτρα για τον περιορισμό της δημοσιονομικής επιβάρυνσης του κράτους από τη δημογραφική μεταβολή, ιδίως μέσω εκτεταμένων μεταρρυθμίσεων στο συνταξιοδοτικό σύστημα μετά την κρίση χρέους. Πιο πρόσφατες φορολογικές μεταρρυθμίσεις μείωσαν τον φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων για ορισμένες πολύτεκνες οικογένειες. Ωστόσο, δεν είναι ακόμη σαφές εάν η επίδραση αυτής της αλλαγής θα συμβάλει ουσιαστικά στην αύξηση του χαμηλού ποσοστού γεννήσεων.

Οι βουλευτικές εκλογές πρέπει να διεξαχθούν έως τον Ιούλιο του 2027 και, σύμφωνα με τις σημερινές δημοσκοπήσεις, ενδέχεται να οδηγήσουν σε απώλεια της απόλυτης πλειοψηφίας από το κυβερνών κεντροδεξιό κόμμα της Νέας Δημοκρατίας (ΝΔ), το οποίο ωστόσο θα μπορούσε να παραμείνει στην εξουσία μέσω κυβερνητικού συνασπισμού. Η δημοτικότητα της ΝΔ έχει υποχωρήσει από τις πρόωρες εκλογές του Ιουνίου του 2023, όταν το κόμμα εξασφάλισε οριακά τις ψήφους που απαιτούνταν για την απόλυτη κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Ωστόσο, οι δημοσκοπήσεις εξακολουθούν να δείχνουν ότι η ΝΔ παραμένει το δημοφιλέστερο κόμμα της χώρας, γεγονός που καθιστά πολύ πιθανό να αναδειχθεί πρώτη στις επόμενες εκλογές, αν και πιθανότατα θα χρειαστεί να σχηματίσει κυβέρνηση συνεργασίας.

Δεδομένου ότι τα περισσότερα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα συμφωνούν πλέον σε βασικά ζητήματα πολιτικής, μεταξύ των οποίων η ανάγκη διατήρησης βιώσιμων δημόσιων οικονομικών και η στήριξη της οικονομικής δραστηριότητας, δεν αναμένουμε ουσιαστική αλλαγή στην κατεύθυνση της κυβερνητικής πολιτικής μετά τις εκλογές.

Ευελιξία και Απόδοση: Οι εξωτερικές ανισορροπίες επιβαρύνουν το πιστοληπτικό προφίλ της Ελλάδας

Η δημοσιονομική απόδοση παρέμεινε ισχυρή, και ο οίκος αναμένει ότι τα πρωτογενή πλεονάσματα του προϋπολογισμού θα διαμορφωθούν κατά μέσο όρο στο 3,3% του ΑΕΠ την περίοδο 2026-2029, ακόμη και με αυξημένους εγχώριους πόρους προς έργα δημόσιων επενδύσεων.

Το χρέος της γενικής κυβέρνησης είναι υψηλό αλλά συρρικνώνεται. Ο οίκος εκτιμά ότι το καθαρό χρέος της γενικής κυβέρνησης θα διαμορφωθεί στο 123% του ΑΕΠ για φέτος και προβλέπει ότι ο δείκτης θα υποχωρήσει στο 107% έως το τέλος του 2029.

Στο μεταξύ, η εκτίναξη των παγκόσμιων τιμών ενέργειας θα διευρύνει περαιτέρω τις εξωτερικές ανισορροπίες της Ελλάδας.

Τα δημοσιονομικά αποτελέσματα κινούνται για άλλη μια φορά πάνω από τους στόχους
Η S&P αναφέρει:

Προβλέπουμε πλεόνασμα στον προϋπολογισμό της γενικής κυβέρνησης 0,8% του ΑΕΠ (πρωτογενές πλεόνασμα 3,8%) για φέτος, έναντι του αρχικού στόχου των αρχών για έλλειμμα 0,1% του ΑΕΠ (πρωτογενές πλεόνασμα 2,8%). Τα δημοσιονομικά στοιχεία έως τον Αύγουστο δείχνουν ότι τα έσοδα από τον ΦΠΑ και τους φόρους εισοδήματος οδηγούν την υπεραπόδοση έναντι του στόχου, με τα συνολικά ενοποιημένα φορολογικά έσοδα να καταγράφουν αύξηση 7,6% σε σύγκριση με την ίδια περίοδο του 2025.

Η υποχώρηση της ανεργίας και οι περαιτέρω μεταρρυθμίσεις φορολογικής συμμόρφωσης (ειδικότερα, η εφαρμογή της ψηφιακής κάρτας εργασίας) υποστήριξαν αυτή την ισχυρή απόδοση. Οι δαπάνες ήταν επίσης πάνω από τον στόχο, αν και αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο ότι οι επενδυτικές δαπάνες έτρεξαν ταχύτερα από το αναμενόμενο, λόγω της επιταχυνόμενης ολοκλήρωσης των έργων του Ταμείου Ανακάμψης (RRF).

Τα μέτρα ενεργειακής στήριξης που εφαρμόστηκαν για την απορρόφηση των επιπτώσεων από τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή ήταν περιορισμένα, με κόστος περίπου 0,3% του ΑΕΠ φέτος, καθώς απευθύνθηκαν κυρίως στις επιχειρήσεις. Αναμένουμε τα μέτρα αυτά να είναι προσωρινά, καθώς, για παράδειγμα, αποσύρθηκαν τον Ιούνιο όταν υποχώρησαν οι τιμές του πετρελαίου, αν και στη συνέχεια επανήλθαν τον Οκτώβριο.

Η βιωσιμότητα του χρέους βελτιώνεται

Η Ελλάδα διατηρεί ένα από τα υψηλότερα επίπεδα καθαρού δημόσιου χρέους παγκοσμίως από την κρίση χρέους της ευρωζώνης, φτάνοντας στο κορύφωμά του στο 192% του ΑΕΠ το 2020. Ωστόσο, από το 2020, ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ βελτιώνεται.

Για το 2026, προβλέπουμε ότι ο δείκτης καθαρού χρέους προς ΑΕΠ θα υποχωρήσει στο 123%, κινούμενος πλέον σταθερά χαμηλότερα από εκείνον της πιο χρεωμένης χώρας της ευρωζώνης, της Ιταλίας (πρόβλεψη για 132%).

Έως το 2029, προβλέπουμε ότι ο δείκτης καθαρού χρέους προς ΑΕΠ της Ελλάδας θα έχει υποχωρήσει περαιτέρω, στο 107%.

Οι ανισορροπίες στο ισοζύγιο πληρωμών είναι πιθανό να διατηρηθούν. Μετά από μια παρατεταμένη περίοδο σχετικά χαμηλών ελλειμμάτων κατά την περίοδο 2015-2019, μετά την κρίση χρέους, το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών επιδεινώθηκε σημαντικά το 2020 και έκτοτε παραμένει σε υψηλά επίπεδα, με το έλλειμμα να διαμορφώνεται κατά μέσο όρο στο 7,3% του ΑΕΠ την περίοδο 2020-2025.

Αυτό αντανακλά εν μέρει την ανάκαμψη της οικονομικής δραστηριότητας και του οικονομικού κλίματος, καθώς και τις εισαγωγές που συνδέονται με το ΤΑΑ. Οφείλεται, όμως, και στην υπερβολική εξάρτηση από εισαγόμενα αγαθά, συμπεριλαμβανομένων των υδρογονανθράκων, καθώς και στη συνεχιζόμενη χαμηλή ανταγωνιστικότητα του εξωτερικού τομέα. Αναμένουμε ότι η πρόσφατη βελτίωση θα αντιστραφεί, με το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών να διευρύνεται στο 7,0% του ΑΕΠ φέτος, από 5,8% το 2025. Καθώς το ΤΑΑ θα αρχίσει να ολοκληρώνεται σταδιακά από το 2027 και οι τιμές της ενέργειας θα εξομαλύνονται, εκτιμούμε ότι το έλλειμμα θα αρχίσει και πάλι να υποχωρεί, φθάνοντας στο 4,5% του ΑΕΠ έως το τέλος της περιόδου προβλέψεών μας, το 2029.

Η εξωτερική θέση της Ελλάδας είναι συγκριτικά ασθενής και επιβαρύνει την πιστοληπτική της εικόνα. Οι Έλληνες κάτοικοι είχαν καθαρή εξωτερική χρεωστική θέση ύψους 304 δισ. δολαρίων το 2025, ποσό που αντιστοιχούσε στο 231% των εισπράξεων από τρέχουσες συναλλαγές (CARs). Εάν εξαιρεθούν τα περιουσιακά στοιχεία του μη χρηματοπιστωτικού τομέα, τα οποία γενικά θεωρούμε λιγότερο ρευστοποιήσιμα για τους σκοπούς της αξιολόγησης της εξωτερικής θέσης των κρατών, το ποσό αυξάνεται στα 355 δισ. δολάρια (270% των εισπράξεων από τρέχουσες συναλλαγές).

Η καθαρή εξωτερική χρεωστική θέση παραμένει σε γενικές γραμμές σταθερή από το 2022 και αναμένουμε ότι αυτή η τάση θα συνεχιστεί. Ωστόσο, τα σημερινά και τα προβλεπόμενα επίπεδα εξακολουθούν να είναι σημαντικά υψηλότερα από εκείνα των περισσότερων χωρών με ανάλογα χαρακτηριστικά. Σε συνδυασμό με το υψηλό έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, αυτή η δυσμενής εξωτερική χρεωστική θέση συνεπάγεται σημαντικές ανάγκες εξωτερικής χρηματοδότησης για την Ελλάδα, εκθέτοντας τη χώρα στις συνθήκες που επικρατούν στις διεθνείς αγορές χρηματοδότησης.

Κατά την άποψή μας, οι κίνδυνοι για τις ελληνικές τράπεζες παραμένουν περιορισμένοι, παρά την αύξηση των τιμών της ενέργειας, χάρη στην οικονομική ανάπτυξη, την ενίσχυση του ιδιωτικού τομέα και τη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Οι παράγοντες αυτοί στηρίζουν την ικανότητα των τραπεζών να παράγουν κέρδη και συμβάλλουν στη μείωση του κινδύνου στα χαρτοφυλάκια δανείων, παράλληλα με τη βελτίωση της κεφαλαιακής τους επάρκειας και των επιχειρηματικών τους μοντέλων.

Ως αποτέλεσμα, αναθεωρήσαμε νωρίτερα φέτος σε θετικές τις προοπτικές ορισμένων ελληνικών τραπεζών τις οποίες αξιολογούμε (βλ. “Οι προοπτικές των ελληνικών τραπεζών αναθεωρούνται σε θετικές λόγω της υποχώρησης των οικονομικών κινδύνων και της ανθεκτικής κερδοφορίας· οι αξιολογήσεις επιβεβαιώνονται”, 27 Ιανουαρίου 2026).

Παρότι οι κίνδυνοι παραμένουν υψηλότεροι σε σύγκριση με ορισμένες άλλες χώρες, ο λόγος του εταιρικού χρέους προς ΑΕΠ έχει μειωθεί σημαντικά, ενώ τόσο τα νοικοκυριά όσο και οι επιχειρήσεις έχουν βελτιώσει τους ισολογισμούς τους. Οι βελτιώσεις στο νομικό και ρυθμιστικό πλαίσιο της Ελλάδας, συμπεριλαμβανομένου του εκσυγχρονισμένου πλαισίου αφερεγγυότητας και του ηλεκτρονικού μητρώου ενεχύρων, διευκολύνουν περαιτέρω τις διαδικασίες ανάκτησης οφειλών.

Τι θα οδηγούσε σε αναβάθμιση και τι σε υποβάθμιση

Αρνητικό σενάριο

Ο οίκος αναφέρει ότι θα μπορούσε να υποβαθμίσει την αξιολόγηση εάν η δημοσιονομική απόδοση της Ελλάδας σημείωνε αισθητή επιδείνωση.

Θετικό σενάριο

Στο αντίποδα, η S&P θα μπορούσε να αναβαθμίσει την αξιολόγηση εάν οι εξωτερικές ανισορροπίες της Ελλάδας βελτιώνονταν ουσιαστικά και με διάρκεια. Για παράδειγμα, αυτό θα μπορούσε να συμβεί εάν ο οίκος παρατηρούσε μείωση της εξάρτησης της ελληνικής οικονομίας από τις εισαγωγές.

Θα μπορούσε επίσης να αναβαθμίσει την Ελλάδα εάν το εξωτερικό χρέος της χώρας —μεγάλο μέρος του οποίου είναι δημόσιο— μειωνόταν σημαντικά.

Υπενθυμίζεται ότι στην πρώτη αξιολόγηση του οίκου για το 2026, στις 14 Απριλίου, η S&P είχε διατηρήσει την ελληνική οικονομία στο BBB και την προοπτική της σταθερή.

Η τελευταία αξιολόγηση της χρονιάς θα γίνει στις 6 Νοεμβρίου από τον οίκο Fitch. Στην πρώτη αξιολόγησή του, τον Μάιο, ο οίκος διατήρησε την πιστοληπτική ικανότητα της χώρας στη βαθμίδα BBB, με την προοπτική της οικονομίας “σταθερή”.

Τον Νοέμβριο κλείνει ο κύκλος των αξιολογήσεων
Ο S&P είναι ο τέταρτος κατά σειρά από τους πέντε αναγνωρισμένους από την ΕΚΤ οίκους αξιολόγησης, ο οποίος αξιολόγησε την ελληνική οικονομία στο β’ εξάμηνο του 2026. Τον Σεπτέμβριο, ο οίκος Scope αναβάθμισε την Ελλάδα στη βαθμίδα ΒΒΒ+, ενώ τον ίδιο μήνα ο Moody’s και ο DBRS αναβάθμισαν σε θετικές από σταθερές τις προοπτικές του αξιόχρεου στη βαθμίδα Baa3 και ΒΒΒ, αντίστοιχα. Τον κύκλο των αξιολογήσεων για το 2026 κλείνει ο Fitch τον Νοέμβριο.

Διαβάστε ακόμη: