Οι αυξημένες αποδόσεις των κρατικών ομολόγων ανεβάζουν και τον πήχυ για τη χρηματοδότηση των ελληνικών επιχειρήσεων, των τραπεζών και, τελικά, των νοικοκυριών, σε μια συγκυρία κατά την οποία η πρόσβαση στο χρήμα παραμένει ακριβότερη σε σχέση με τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Η Ελλάδα δεν βρίσκεται στο επίκεντρο της νέας αναταραχής στις διεθνείς αγορές χρέους και η δομή του δημοσίου χρέους λειτουργεί ως ισχυρό ανάχωμα απέναντι σε ένα άμεσο δημοσιονομικό σοκ. Ωστόσο, το ακριβότερο επιτόκιο βάσης περνάει σταδιακά στην τιμολόγηση κάθε νέας έκδοσης ομολόγων, στις χορηγήσεις προς τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά όταν ο δανεισμός είναι με βάση το euribor. Κυρίως όμως, εάν διατηρηθεί, αποθαρρύνει τη διάθεση για την ανάληψη επενδυτικών πρωτοβουλιών από τις επιχειρήσεις ή την αγορά κατοικίας από τα νοικοκυριά.

«Την αύξηση των αποδόσεων των ελληνικών ομολόγων δεν πρέπει να τη δούμε ως μεμονωμένο γεγονός», επισημαίνει ο Ηλίας Λεκκός, Chief Economist και επικεφαλής Οικονομικής Ανάλυσης και Επενδυτικής Στρατηγικής του ομίλου της Τράπεζας Πειραιώς. Αντιθέτως, όπως εξηγεί, «εντάσσεται σε ένα πλαίσιο γενικευμένης αύξησης των επιτοκίων στις περισσότερες δυτικές οικονομίες. Η επιτάχυνση της οικονομικής δραστηριότητας στις ΗΠΑ οδήγησε σε αύξηση των επιτοκίων στα αμερικανικά κρατικά ομόλογα η οποία μεταδόθηκε στα γερμανικά ομόλογα και κατ’ επέκταση στις αποδόσεις των κρατικών ομολόγων ολόκληρης της Ευρωζώνης. Επιπροσθέτως, τα spreads των ελληνικών κρατικών ομολόγων διευρύνθηκαν εξαιτίας της “επιμόλυνσής” τους από τη διεύρυνση των γαλλικών και ιταλικών spreads. Και μπορεί η οικονομία των ΗΠΑ να διαθέτει τη δυναμική να αντεπεξέλθει στα υψηλότερα επιτόκια, στην περίπτωση της Ευρωζώνης, ωστόσο, τα υψηλότερα επιτόκια αποτελούν σημαντικό ανασχετικό παράγοντα. Το θετικό για την ελληνική οικονομία είναι ότι οι χρηματοδοτικές ανάγκες του Δημοσίου είναι ελάχιστες και οι ελληνικές επιχειρήσεις συνεχίζουν να ωφελούνται από προγράμματα χρηματοδότησης του Ταμείου Ανάκαμψης και της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας με χαμηλό κόστος χρήματος».

«Οι πιέσεις στις αγορές σταθερού εισοδήματος έχουν ενταθεί τις τελευταίες ημέρες και πλέον αντανακλώνται και στις πραγματικές αποδόσεις, καθώς οι αγορές προεξοφλούν πιο συσταλτική νομισματική πολιτική λόγω πληθωρισμού, ισχυρότερες πιέσεις στις χώρες με δυσκολίες δημοσιονομικής προσαρμογής και αυξημένη ζήτηση για κεφάλαια», σημειώνει ο Νίκος Μαγγίνας, επικεφαλής οικονομολόγος της Εθνικής Τράπεζας. Για την Ελλάδα, ο κ. Μαγγίνας επισημαίνει ότι «τα αποθέματα ρευστότητας, του Δημοσίου, των τραπεζών, αλλά και των εταιρειών, παραμένουν ισχυρά, συγκρατώντας την ανατιμολόγηση του κόστους άντλησης ρευστότητας που παρατηρείται διεθνώς». Σημειώνει, ωστόσο, ότι «οι έμμεσες επιδράσεις είναι πιθανόν πιο σημαντικές, καθώς σε ένα τέτοιο περιβάλλον οι διεθνείς ροές κεφαλαίων και η επιχειρηματική κινητικότητα επιβραδύνονται», προειδοποιώντας ότι «θα είναι, λοιπόν, δύσκολο, αν οι πιέσεις παραταθούν, να διατηρηθούν οι εισροές άμεσων ξένων επενδύσεων στην Ελλάδα, η άντληση κεφαλαίων από τις αγορές και η αξία των συγχωνεύσεων και εξαγορών στα ιστορικά υψηλά επίπεδα που βιώσαμε τα προηγούμενα έτη, αλλά και κατά τη διάρκεια του 2026».

Από την αρχή του έτους, οι αποδόσεις των ομολόγων που έχουν εκδώσει ελληνικές επιχειρήσεις έχουν αυξηθεί κατά περίπου 60 έως 100 μονάδες βάσης για την πλειονότητα των μεγάλων εκδοτών, αποτυπώνοντας κυρίως την άνοδο του επιτοκίου βάσης στις διεθνείς αγορές. Στα ευρωομόλογα ελληνικών επιχειρηματικών ομίλων, δηλαδή στις εκδόσεις που διαπραγματεύονται στις διεθνείς αγορές, η αύξηση προσεγγίζει τις 93 μονάδες βάσης – ακόμη και αν εξαιρεθούν ακραίες περιπτώσεις. Στα εγχώρια εταιρικά ομόλογα, ή mini bonds, η αντίστοιχη αύξηση διαμορφώνεται γύρω στις 62 μονάδες βάσης. Για τους βασικούς εκδότες της αγοράς, οι αυξήσεις είναι γενικά μεταξύ 40 και 120 μονάδων βάσης, γεγονός που δείχνει ότι το κόστος νέας χρηματοδότησης έχει αυξηθεί ακόμη και για επιχειρήσεις των οποίων ο πιστωτικός κίνδυνος δεν έχει επιδεινωθεί.

Η εξέλιξη αυτή δεν δημιουργεί άμεσο πρόβλημα σε επιχειρήσεις που έχουν ήδη εξασφαλίσει χρηματοδότηση με μακρές λήξεις και σταθερά κουπόνια. Γίνεται κρίσιμη, όμως, για όσες χρειάζονται αναχρηματοδότηση τα επόμενα χρόνια ή θέλουν να στηρίξουν επενδυτικά προγράμματα, εξαγορές και μεγάλες υποδομές με νέο δανεισμό. Μια επένδυση που ήταν βιώσιμη με κόστος κεφαλαίου 4% ή 5% μπορεί να αναβληθεί όταν το κόστος πλησιάζει ή υπερβαίνει το 6%, ιδιαίτερα εάν συνδυάζεται με αβεβαιότητα για την ενεργειακή δαπάνη και τη ζήτηση.

Στα τραπεζικά ομόλογα, οι αποδόσεις έχουν αυξηθεί σε όλες τις βαθμίδες της κεφαλαιακής διάρθρωσης και από την αρχή του έτους η απόδοση των senior preferred τίτλων –της κατηγορίας με τη χαμηλότερη επενδυτική επικινδυνότητα– έχει αυξηθεί κατά 67 μονάδες βάσης, των Tier 2 κατά 93 μονάδες βάσης και των AT1 κατά 55 μονάδες βάσης. Η εικόνα επιβεβαιώνει ότι το κόστος με το οποίο οι τράπεζες θα αντικαθιστούν σταδιακά παλαιότερες εκδόσεις –ειδικά εκείνες που ανάγονται σε περίοδο χαμηλών επιτοκίων– θα αυξάνεται. Αν και αυτό δεν σημαίνει ότι ο πιστωτικός κίνδυνος των τραπεζών έχει επιδεινωθεί –καθώς η μεταβολή της απόδοσης ενσωματώνει και την άνοδο του επιτοκίου βάσης– δείχνει όμως ότι, ακόμη και με βελτιωμένα ή σταθερά πιστωτικά spreads, το συνολικό κόστος νέων εκδόσεων και των κεφαλαιακών τίτλων γίνεται υψηλότερο.

Το ερώτημα δεν είναι εάν, αλλά σε ποιο βαθμό η επιβάρυνση αυτή θα περάσει στα δάνεια και στο κόστος δανεισμού των ελληνικών επιχειρήσεων που μέχρι σήμερα έχουν στηριχθεί από τα δάνεια του ΤΑΑ, τα προγράμματα της ΕΑΤ και τον ανταγωνισμό μεταξύ των τραπεζών για τους καλύτερους πελάτες. Για τη μεγάλη μερίδα μικρότερων επιχειρήσεων, όμως, το κόστος γίνεται απαγορευτικό και η πρόσβαση στην τραπεζική χρηματοδότηση πρακτικά αδύνατη.

Για τα νοικοκυριά, το πιο ευαίσθητο πεδίο είναι η στεγαστική πίστη. Η δυνατότητα αγοράς κατοικίας είχε ήδη περιοριστεί από τη μεγάλη αύξηση των τιμών ακινήτων. Σε αυτή την αδυναμία προστίθεται τώρα η υψηλότερη τιμολόγηση των νέων στεγαστικών δανείων. Αφενός σε αυτά που είναι κυμαινόμενου επιτοκίου και τα οποία ανατιμολογούνται αυτόματα με βάση το euribor, που έχει φτάσει στο 2,6%, και αφετέρου στα δάνεια σταθερού επιτοκίου που αποτελούν τον «κράχτη» της αγοράς. «Τα σταθερά επιτόκια δεν αντέχουν άλλο σε αυτά τα χαμηλά επίπεδα», αναφέρουν χαρακτηριστικά αρμόδια τραπεζικά στελέχη, προαναγγέλλοντας ουσιαστικά ότι οι τιμές των νέων σταθερών στεγαστικών θα πιεστούν ανοδικά εάν η αναταραχή συνεχιστεί, καθώς το σταθερό στεγαστικό εξαρτάται από το κόστος με το οποίο η τράπεζα μπορεί να αντισταθμίσει τον κίνδυνο επιτοκίου για πολλά χρόνια. Οσο ανεβαίνουν οι μακροπρόθεσμες αποδόσεις και τα swaps, τόσο δυσκολότερο γίνεται να προσφέρονται σταθερά επιτόκια στα σημερινά επίπεδα. Η αλλαγή αφορά τους νέους δανειολήπτες και κυρίως όσους προσπαθούν να καλύψουν τη μεγάλη απόσταση ανάμεσα στην τιμή ενός ακινήτου και στο διαθέσιμο εισόδημά τους.

Διαβάστε ακόμη: