Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα προετοιμάζεται για μία ακόμη αύξηση επιτοκίων τον Δεκέμβριο, την τρίτη μέσα στο 2026, καθώς η ενεργειακή κρίση, η άνοδος των αποδόσεων των ομολόγων και η έκρηξη των επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη περιπλέκουν τις αποφάσεις της για την επόμενη χρονιά.

Παρότι οι αξιωματούχοι της ΕΚΤ που συμμετείχαν αυτή την εβδομάδα στις συζητήσεις στην Μπανγκόκ δεν απέκλεισαν το ενδεχόμενο παρέμβασης ήδη από τον Οκτώβριο, έδειξαν να προκρίνουν τον Δεκέμβριο ως τον πιθανότερο χρόνο για την επόμενη αύξηση. Την ίδια εκτίμηση συμμερίζονται σε μεγάλο βαθμό οι αγορές και οι οικονομολόγοι.

Οι συζητήσεις, ωστόσο, ανέδειξαν και την αυξανόμενη ανησυχία στους κόλπους της κεντρικής τράπεζας για το περιβάλλον μέσα στο οποίο θα πρέπει να ασκήσει τη νομισματική πολιτική το 2027. Η εκτίναξη του ενεργειακού κόστους, η άνοδος των κρατικών αποδόσεων και οι μεγάλες επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη δημιουργούν ένα ολοένα πιο σύνθετο σκηνικό, στο οποίο η αντιμετώπιση του πληθωρισμού ενδέχεται να συγκρουστεί με την ανάγκη στήριξης της οικονομικής δραστηριότητας.

«Οι συμβιβασμοί που θα απαιτούνται από τη νομισματική πολιτική θα γίνουν πιο δύσκολοι», δήλωσε ο Μάρτινς Καζακς, μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΚΤ και διοικητής της κεντρικής τράπεζας της Λετονίας, σε συνέντευξή του. Όπως εξήγησε, οι αποφάσεις μέχρι σήμερα ήταν σχετικά εύκολες, αλλά πλέον η αβεβαιότητα είναι μεγάλη και η ορατότητα για την πορεία της οικονομίας περιορισμένη.

Η ενεργειακή κρίση δοκιμάζει την ανθεκτικότητα της Ευρώπης

Στο επίκεντρο των συζητήσεων στην πρωτεύουσα της Ταϊλάνδης βρέθηκε η αντοχή της ευρωπαϊκής οικονομίας απέναντι στη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή. Η μέχρι τώρα ανθεκτικότητα της οικονομικής δραστηριότητας δεν θεωρείται δεδομένο ότι θα διατηρηθεί, καθώς οι αυξανόμενες ενεργειακές πιέσεις απειλούν να επιβαρύνουν νοικοκυριά και επιχειρήσεις.

Την Παρασκευή, η τιμή του πετρελαίου Brent ξεπέρασε τα 110 δολάρια το βαρέλι για πρώτη φορά από τον Μάιο, μετά τις πυραυλικές επιθέσεις και τις επιθέσεις με drones των ανταρτών Χούθι, που υποστηρίζονται από το Ιράν, εναντίον της Σαουδικής Αραβίας, καθώς και τις εκατέρωθεν επιθέσεις Ρωσίας και Ουκρανίας σε ενεργειακές υποδομές.

Η εξέλιξη αυτή εντείνει τους φόβους ότι οι υψηλές τιμές της ενέργειας θα τροφοδοτήσουν νέο κύμα πληθωρισμού. Ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη κατευθύνεται προς το 4%, δηλαδή σε επίπεδο διπλάσιο από τον στόχο της ΕΚΤ, χωρίς μέχρι στιγμής οι αυξήσεις να έχουν διαχυθεί ευρέως στην οικονομία.

Αυτό προσφέρει στην κεντρική τράπεζα ένα περιορισμένο περιθώριο χρόνου, όχι όμως και την πολυτέλεια του εφησυχασμού. Οι αξιωματούχοι δεν διακρίνουν ενδείξεις αποκλιμάκωσης των πληθωριστικών πιέσεων που προκαλεί η ενέργεια και παρακολουθούν προσεκτικά τον κίνδυνο αυτές να περάσουν στους μισθούς και στις τιμές άλλων αγαθών και υπηρεσιών.

Η πρόεδρος της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, δήλωσε στο CNN ότι η τράπεζα εξετάζει πώς οι ενεργειακές αναταράξεις μεταφέρονται στην οικονομία, καθώς την επόμενη άνοιξη αναμένονται νέες μισθολογικές διαπραγματεύσεις. Όπως σημείωσε, δεν διακρίνονται ακόμη τέτοιες δευτερογενείς επιπτώσεις, αλλά απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή για τον εντοπισμό ακόμη και των πρώτων ενδείξεών τους.

Γιατί ο Δεκέμβριος θεωρείται πιθανότερος για την αύξηση

Οι αξιωματούχοι της ΕΚΤ φαίνεται να προτιμούν τη διατήρηση ενός τριμηνιαίου ρυθμού αυξήσεων, επιλέγοντας να συγκεντρώσουν περισσότερα οικονομικά στοιχεία πριν από κάθε απόφαση. Μια τέτοια προσέγγιση οδηγεί στον Δεκέμβριο, όταν η κεντρική τράπεζα θα διαθέτει και νέες προβλέψεις για την οικονομία.

Η επόμενη συνεδρίαση είναι προγραμματισμένη για τις 17 Δεκεμβρίου, χωρίς ωστόσο να αποκλείεται μια κίνηση νωρίτερα, τον Οκτώβριο.

«Από τη σκοπιά ενός υπεύθυνου χάραξης πολιτικής, θέλεις να λαμβάνεις αποφάσεις όταν διαθέτεις τον μεγαλύτερο δυνατό όγκο δεδομένων. Η επόμενη συνεδρίαση που προσφέρει αυτή τη δυνατότητα είναι τον Δεκέμβριο», δήλωσε ο Γκεντιμίνας Σίμκους, διοικητής της κεντρικής τράπεζας της Λιθουανίας και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΚΤ. Πρόσθεσε, ωστόσο, ότι δεν μπορεί να αγνοηθεί η συνεδρίαση του Οκτωβρίου.

Οι δύο προηγούμενες αυξήσεις, τον Ιούνιο και τον Σεπτέμβριο, έφεραν το επιτόκιο αποδοχής καταθέσεων στο ανώτερο άκρο του εύρους που η ΕΚΤ είχε προηγουμένως προσδιορίσει ως ουδέτερο επίπεδο. Πρόκειται για το σημείο στο οποίο η νομισματική πολιτική δεν ενισχύει ούτε περιορίζει την οικονομική δραστηριότητα.

Περαιτέρω αυξήσεις θα οδηγούσαν την πολιτική της ΕΚΤ σε πιο περιοριστική κατεύθυνση, με στόχο να ανακόψουν τη ζήτηση και να συγκρατήσουν τον πληθωρισμό. Το δίλημμα είναι ότι η αυστηρότερη πολιτική θα μπορούσε να επιβραδύνει την οικονομία ακριβώς τη στιγμή που αρχίζει να διαμορφώνεται η πολυαναμενόμενη ανάκαμψη.

Οι αγορές προεξοφλούν ήδη τρεις επιπλέον αυξήσεις έως τον Σεπτέμβριο του 2027. «Η αγορά αποτιμά το ενδεχόμενο να χρειαστεί να κάνουμε περισσότερα», δήλωσε στο Bloomberg TV ο Πιερ Βουνς, μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΚΤ και διοικητής της κεντρικής τράπεζας του Βελγίου. Όπως ανέφερε, αυτό αποτελεί ένα εύλογο βασικό σενάριο, μέσα όμως σε ένα εξαιρετικά αβέβαιο διεθνές περιβάλλον.

Η Γαλλία και το μέτωπο των ομολόγων

Πρόσθετη πηγή ανησυχίας για την ΕΚΤ αποτελεί η δημοσιονομική κατάσταση της Γαλλίας. Η αναταραχή στην αγορά ομολόγων, με την άνοδο του κόστους δανεισμού της χώρας λόγω του υψηλού ελλείμματος και του πολιτικού αδιεξόδου, επαναφέρει στη μνήμη τις κρίσεις κρατικού χρέους που συγκλόνισαν την Ευρώπη κατά τη δεκαετία του 2010.

Οι εξελίξεις ενισχύουν τις ανησυχίες ότι τα δημοσιονομικά προβλήματα των μεγάλων οικονομιών μπορούν να μετατραπούν σε ευρύτερη απειλή για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Στις συζητήσεις της Μπανγκόκ, αρκετοί συμμετέχοντες, μεταξύ των οποίων και η επικεφαλής του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα, υπογράμμισαν την ανάγκη άμεσης αντιμετώπισης των υψηλών ελλειμμάτων και του δημόσιου χρέους.

Οι ανεπτυγμένες οικονομίες, σημείωσαν, συγκαταλέγονται στους μεγαλύτερους παραβάτες όσον αφορά τη δημοσιονομική πειθαρχία.

Ορισμένοι αξιωματούχοι της ΕΚΤ εκτιμούν ότι το μήνυμα των αγορών έχει γίνει αντιληπτό από τη γαλλική κυβέρνηση, καθώς προετοιμάζεται για κρίσιμες ψηφοφορίες σχετικά με τον προϋπολογισμό. Άλλοι, ωστόσο, εξετάζουν ήδη πώς θα μπορούσε να αντιδράσει η κεντρική τράπεζα εάν η κατάσταση επιδεινωθεί.

«Η εργαλειοθήκη μάς προσφέρει αρκετές δυνατότητες», δήλωσε ο Μάρτιν Κόχερ, μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΚΤ. Διευκρίνισε ότι δεν έχει φτάσει ακόμη η στιγμή να συζητηθεί η ενεργοποίηση συγκεκριμένων μέτρων, αλλά τα διαθέσιμα εργαλεία υπάρχουν εφόσον χρειαστούν.

Την ίδια στιγμή, οι αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές και η απρόβλεπτη στάση του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ προσθέτουν ένα ακόμη επίπεδο αβεβαιότητας στις διεθνείς οικονομικές και γεωπολιτικές εξελίξεις.

Και η ηγεσία της ΕΚΤ στο μικροσκόπιο

Οι προκλήσεις της νομισματικής πολιτικής συμπίπτουν με μια περίοδο σημαντικών αλλαγών στην ηγεσία της ΕΚΤ. Σύμφωνα με πληροφορίες από πρόσωπα που γνωρίζουν τις σχετικές συζητήσεις, αυξάνεται η δυσαρέσκεια μεταξύ αξιωματούχων για την απροθυμία της Κριστίν Λαγκάρντ να αποσαφηνίσει εάν σκοπεύει να αποχωρήσει πριν από τη λήξη της θητείας της.

Η θητεία της προέδρου ολοκληρώνεται τυπικά τον Οκτώβριο του 2027, ενώ η Ιζαμπέλ Σνάμπελ αναμένεται να αποχωρήσει από το Εκτελεστικό Συμβούλιο τον Ιανουάριο και η θητεία του επικεφαλής οικονομολόγου Φίλιπ Λέιν λήγει τον Μάιο. Ο Μπόρις Βούιτσιτς ανέλαβε καθήκοντα αντιπροέδρου τον Ιούνιο.

Οι αλλαγές αυτές προσθέτουν μια θεσμική διάσταση στην αβεβαιότητα που αντιμετωπίζει η κεντρική τράπεζα. Το βασικό ερώτημα, ωστόσο, παραμένει οικονομικό: πόσο ακόμη θα χρειαστεί να αυξηθούν τα επιτόκια για να συγκρατηθεί ο πληθωρισμός, χωρίς να ανακοπεί η ανάκαμψη και χωρίς οι πιέσεις από την ενέργεια, το δημόσιο χρέος και τις διεθνείς αγορές να μετατραπούν σε έναν νέο κύκλο οικονομικής αστάθειας.

Διαβάστε ακόμη: