Με αυξημένη προσοχή παρακολουθούν οι διοικήσεις των ελληνικών τραπεζών τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, καθώς μια παρατεταμένη γεωπολιτική κρίση θα μπορούσε να επηρεάσει τις μακροοικονομικές παραδοχές πάνω στις οποίες βασίζονται τα επιχειρησιακά τους σχέδια για την επόμενη τριετία.
Την περίοδο αυτή οι συστημικές τράπεζες παρουσιάζουν τα νέα στρατηγικά τους πλάνα, τα οποία εκτείνονται έως το 2030 και περιλαμβάνουν στόχους για την πιστωτική επέκταση, την κερδοφορία, τη διαχείριση κόστους και τη μερισματική πολιτική. Ωστόσο, η αβεβαιότητα που δημιουργεί η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή προσθέτει έναν σημαντικό εξωγενή παράγοντα κινδύνου, ο οποίος μπορεί να μεταβάλει το οικονομικό περιβάλλον μέσα στο οποίο θα υλοποιηθούν οι στόχοι αυτοί.
Τραπεζικές πηγές επισημαίνουν στo «Radar» ότι είναι ακόμη νωρίς για την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων. Όπως τονίζουν, η επίδραση της κρίσης θα εξαρτηθεί πρωτίστως από τη διάρκεια και την ένταση της σύγκρουσης. «Είναι πολύ νωρίς για να εκτιμηθούν οι επιπτώσεις. Το βασικό ερώτημα είναι πόσο θα διαρκέσει η ένταση και κατά πόσο θα επηρεαστούν κρίσιμοι παράγοντες όπως οι τιμές της ενέργειας, ο πληθωρισμός και η ανάπτυξη», σημειώνει υψηλόβαθμο τραπεζικό στέλεχος.
Το τραπεζικό σύστημα, πάντως, εισέρχεται σε αυτή τη φάση με σημαντικά ισχυρότερη κεφαλαιακή θέση σε σχέση με το παρελθόν, ενώ η υψηλή κερδοφορία των τελευταίων ετών δημιουργεί ένα «μαξιλάρι» απορρόφησης πιθανών κραδασμών.
Οι βασικές παραδοχές των τραπεζικών σχεδίων
Τα επιχειρησιακά πλάνα των ελληνικών τραπεζών βασίζονται σε ένα σύνολο συγκεκριμένων μακροοικονομικών παραδοχών για την πορεία της οικονομίας και των χρηματοπιστωτικών αγορών τα επόμενα χρόνια.
Μεταξύ των βασικών υποθέσεων που έχουν ενσωματωθεί στα σχέδια των τραπεζών περιλαμβάνονται:
- η διατήρηση των επιτοκίων κοντά στα σημερινά επίπεδα έως και το τέλος του 2026
• ρυθμοί ανάπτυξης στην Ελλάδα υψηλότεροι από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης
• σταθεροποίηση του πληθωρισμού σε επίπεδα λίγο πάνω από το 2%
• συνέχιση της ανόδου των τιμών των ακινήτων, αλλά με πιο ήπιους ρυθμούς σε σχέση με το 2025
• περαιτέρω μείωση της ανεργίας και αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τη βάση πάνω στην οποία οι τράπεζες έχουν χτίσει τους στόχους τους για την πιστωτική επέκταση και την κερδοφορία τους.
Η στρατηγική των τραπεζών για την επόμενη τριετία εστιάζει στη διατήρηση ισχυρών καθαρών εσόδων από τόκους, στην αύξηση των εσόδων από προμήθειες, στον περιορισμό του λειτουργικού κόστους μέσω ψηφιοποίησης και στη συνέχιση της διανομής υψηλών μερισμάτων προς τους μετόχους. Ωστόσο, η επιτυχία αυτής της στρατηγικής εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη σταθερότητα του διεθνούς οικονομικού περιβάλλοντος.

Η επίδραση των τιμών ενέργειας
Ένας από τους βασικούς κινδύνους που αναδεικνύουν οι αναλυτές αφορά τις τιμές της ενέργειας. Σε περίπτωση παρατεταμένης σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή, δεν αποκλείεται να υπάρξει νέα άνοδος στις τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου. Η εξέλιξη αυτή θα μπορούσε να προκαλέσει νέο κύμα πληθωριστικών πιέσεων στην Ευρώπη, με συνέπειες τόσο για την οικονομική ανάπτυξη όσο και για τη νομισματική πολιτική.
Η Ελλάδα, ως καθαρός εισαγωγέας ενεργειακών προϊόντων, είναι ιδιαίτερα ευαίσθητη σε τέτοιου είδους εξελίξεις. Η αύξηση του ενεργειακού κόστους επηρεάζει την κατανάλωση των νοικοκυριών και τα λειτουργικά έξοδα των επιχειρήσεων, περιορίζοντας τη δυναμική της οικονομικής δραστηριότητας.
Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, οι τράπεζες θα μπορούσαν να δουν τη ζήτηση για νέα δάνεια να επιβραδύνεται, γεγονός που θα επηρέαζε τους στόχους τους για πιστωτική επέκταση.

Ο ρόλος των επιτοκίων
Ιδιαίτερη σημασία έχει η πορεία των επιτοκίων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Εάν οι πληθωριστικές πιέσεις ενταθούν λόγω της γεωπολιτικής κρίσης, η ΕΚΤ θα μπορούσε να καθυστερήσει τις μειώσεις επιτοκίων ή ακόμη και να εξετάσει νέες αυξήσεις. Ήδη ορισμένοι αναλυτές εξετάζουν το ενδεχόμενο αύξησης των επιτοκίων κατά 0,25% μέσα στη χρονιά, εφόσον ο πληθωρισμός παρουσιάσει νέα άνοδο.
Ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΚΤ, Γιάννης Στουρνάρας, έχει επισημάνει ότι η κεντρική τράπεζα πρέπει να διατηρήσει ανοιχτές όλες τις επιλογές της, καθώς ο αντίκτυπος της κρίσης στον πληθωρισμό και στην ανάπτυξη θα εξαρτηθεί από τη διάρκεια της σύγκρουσης.
Για τις τράπεζες, η πορεία των επιτοκίων έχει διττή επίδραση. Από τη μία πλευρά, τα υψηλότερα επιτόκια ενισχύουν τα καθαρά έσοδα από τόκους. Από την άλλη όμως επιβαρύνουν τους δανειολήπτες, αυξάνοντας τον κίνδυνο δημιουργίας νέων «κόκκινων» δανείων.
Η πιθανή επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας αποτελεί έναν ακόμη παράγοντα κινδύνου για τις τράπεζες. Η άνοδος του κόστους ζωής και η αύξηση των επιτοκίων μπορεί να περιορίσουν την οικονομική δυνατότητα νοικοκυριών και επιχειρήσεων να εξυπηρετούν τις υποχρεώσεις τους. Σε ένα τέτοιο σενάριο, οι τράπεζες θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν αύξηση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και άνοδο του κόστους πιστωτικού κινδύνου.
Παρότι τα ποσοστά των «κόκκινων» δανείων έχουν μειωθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, η διατήρηση της ποιότητας των χαρτοφυλακίων αποτελεί βασική προτεραιότητα για τις διοικήσεις των τραπεζών.

Η επίδραση στις αγορές και στα μερίσματα
Η γεωπολιτική αβεβαιότητα επηρεάζει και τις χρηματοπιστωτικές αγορές. Σε περιόδους έντονης μεταβλητότητας οι επενδυτές τείνουν να αποφεύγουν τα προϊόντα υψηλότερου ρίσκου και να στρέφονται σε πιο ασφαλείς τοποθετήσεις. Αυτό μπορεί να επηρεάσει τις δραστηριότητες διαχείρισης κεφαλαίων των τραπεζών, οι οποίες αποτελούν σημαντική πηγή εσόδων από προμήθειες.
Εάν οι αγορές παραμείνουν ασταθείς για μεγάλο χρονικό διάστημα, η ζήτηση για αμοιβαία κεφάλαια και άλλα επενδυτικά προϊόντα ενδέχεται να μειωθεί, περιορίζοντας τα μη επιτοκιακά έσοδα των τραπεζών.
Ένας ακόμη παράγοντας που παρακολουθούν στενά οι επενδυτές αφορά τη μερισματική πολιτική των τραπεζών. Τα τελευταία χρόνια οι ελληνικές τράπεζες έχουν επιστρέψει σε υψηλές διανομές κερδών προς τους μετόχους, χάρη στην ισχυρή κερδοφορία και τη βελτίωση της κεφαλαιακής τους θέσης.
Ωστόσο, σε περίπτωση που το οικονομικό περιβάλλον επιδεινωθεί και οι κίνδυνοι αυξηθούν, οι διοικήσεις ενδέχεται να υιοθετήσουν πιο συντηρητική στάση. Η διατήρηση ισχυρών κεφαλαιακών αποθεμάτων αποτελεί βασική προτεραιότητα, ιδιαίτερα σε περιόδους αυξημένης αβεβαιότητας.

Τα γεωπολιτικά stress tests της ΕΚΤ
Την ίδια στιγμή, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έχει ξεκινήσει τη διενέργεια γεωπολιτικών stress tests για τις τράπεζες της Ευρωζώνης. Τα τεστ αυτά εξετάζουν σενάρια έντονης και παρατεταμένης κρίσης, αξιολογώντας την ανθεκτικότητα των τραπεζικών ισολογισμών.
Τα αποτελέσματα ενδέχεται να οδηγήσουν σε διατήρηση υψηλότερων κεφαλαιακών αποθεμάτων, ενισχύοντας τη σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος αλλά περιορίζοντας ενδεχομένως τις μελλοντικές διανομές κερδών.
Παρά τις προκλήσεις, οι ελληνικές τράπεζες εισέρχονται σε αυτή τη συγκυρία με σημαντικά ισχυρότερους ισολογισμούς σε σχέση με την προηγούμενη δεκαετία. Η δραστική μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, η ενίσχυση της κεφαλαιακής επάρκειας και η βελτίωση της κερδοφορίας έχουν δημιουργήσει μεγαλύτερα περιθώρια αντοχής.
Ωστόσο, η γεωπολιτική αβεβαιότητα αποτελεί έναν παράγοντα που μπορεί να επηρεάσει την πορεία της οικονομίας και κατ’ επέκταση τις επιδόσεις του τραπεζικού κλάδου. Για τον λόγο αυτό, οι διοικήσεις των τραπεζών παραμένουν σε επιφυλακή, προσαρμόζοντας τις στρατηγικές τους σε ένα περιβάλλον αυξημένης μεταβλητότητας, με στόχο τη διατήρηση της σταθερότητας και της κερδοφορίας ακόμη και σε δυσμενέστερες συνθήκες.
Διαβάστε ακόμη:
- Ο Τσίπρας, η Κύπρος, οι Πρέσπες και το ΝΑΤΟ: Η στάση που άνοιξε νέα αντιπαράθεση
- Κεντροαριστερά: Οι παρασκηνιακές διεργασίες και το σενάριο ενός ενιαίου φορέα
- Διυλιστήρια: Θα βγάλουν κέρδη από την κρίση αλλά ουδείς γνωρίζει πόσα θα είναι αυτά
- Ο Άγγελος Κοταρίδης «επικράτησε» του Πέτρου Σουρέτη και πήρε το Nolita