Ψηφίστηκε o αναβαλλόμενος φόρος, με τροπολογία που δίνει τη δυνατότητα στις τράπεζες να συμψηφίζουν ποσά χρεωστικών διαφορών σε επόμενες κερδοφόρες χρήσεις. Αίρεται ο κίνδυνος αναγκαστικής εισόδου του Δημοσίου στο μετοχικό κεφάλαιο των τραπεζών λόγω ενεργοποίησης του DTC σε ζημιογόνα χρήση.

Με προσθήκη τροπολογία στο σχέδιο νόμου του Υπουργείου Οικονομικών «Οργανισμός του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (ΝΣΚ) και κατάσταση των λειτουργών και των υπαλλήλων του», ψηφίστηκε προχθές η διάταξη για τον αναβαλλόμενο φόρο (DTC) των τραπεζών.

Με τη ρύθμιση που αποτελεί πλέον νόμο, φεύγει από το προσκήνιο για τις τράπεζες ο κίνδυνος ενεργοποίησης του αναβαλλόμενου φόρου, καθώς τους δίνεται η δυνατότητα μετακύλισης τυχόν μη συμψηφισθέντων ποσών χρεωστικής διαφοράς, λόγω μη επάρκειας φορολογικών κερδών σε μία χρήση, σε επόμενο φορολογικό έτος στο οποίο θα υπάρχει επάρκεια φορολογικών κερδών.

Οι τράπεζες μπορούν έτσι να προχωρήσουν στην ολοκλήρωση του σχεδίου δραστικής μείωσης των κόκκινων δανείων τους με τις τιτλοποιήσεις του «Ηρακλή ΙΙ», αλλά και τις πωλήσεις χαρτοφυλακίων NPLs και με στόχο μονοψήφιο δείκτη Μη Εξυπηρετούμενων Δανείων το 2022, χωρίς να ανησυχούν για το ενδεχόμενο ζημιών σε μία χρήση που θα οδηγούσε, λόγω της ενεργοποίησης της ρήτρας του DTC, σε αναγκαστική είσοδο του Δημοσίου στο μετοχικό τους κεφάλαιο.

Η άρση του κινδύνου αυτού αίρει ένα ακόμη αντικίνητρο – μετά τα υψηλά NPLs – για επενδύσεις στις ελληνικές τράπεζες, ενισχύοντας την επενδυσιμότητά τους.

Η διάταξη για τη ρύθμιση του αναβαλλόμενου φόρου είχε προταθεί από τον Γιώργο Ζαββό, πρώην υφυπουργό Οικονομικών αρμόδιο για τον χρηματοπιστωτικό τομέα (η θέση καταργήθηκε στον κυβερνητικό ανασχηματισμό της 31ης Αυγούστου) στις 22 Ιουλίου στην ΕΚΤ, λαμβάνοντας τη θετική γνωμοδότησή της στις 29 Ιουλίου.

Στην τροπολογία που ψηφίστηκε στις 22 Σεπτεμβρίου αναφέρεται ότι το σχέδιο τροποποιήσεων (Μεταφορά ζημιών—Τροποποίηση του άρθρου 27 ν. 4172/2013) αποσκοπεί στην άρση τυχόν φορολογικών εμποδίων στο πλαίσιο πιθανής επιτάχυνσης των σχεδίων για μείωση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων (ΜΕΑ) των ελληνικών τραπεζών και στη διευκόλυνση της συμμετοχής τους στο ελληνικό Σχέδιο Προστασίας Περιουσιακών Στοιχείων «Ηρακλής», του οποίου η παράταση εγκρίθηκε πρόσφατα. Τα σχέδιο τροποποιήσεων θεωρείται αναγκαίο και για την εξομάλυνση τυχόν επιπτώσεων της απομόχλευσης του ελληνικού τραπεζικού συστήματος.

Όπως αναφέρεται στην τροπολογία, ο ελληνικός Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος επιτρέπει σήμερα στα πιστωτικά Ιδρύματα να εκπίπτουν από τα ακαθάριστο εισόδημά τους και, ως εκ τούτου, να αποσβένουν:

i) τη χρεωστική διαφορά που προκύπτει από την ανταλλαγή ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου ή εταιρικών ομολόγων με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κατ΄ εφαρμογή προγράμματος συμμετοχής στην αναδιάταξη του κρατικού χρέους. Η διαφορά αυτή μπορεί να εκπίπτει από τα ακαθόριστα έσοδα σε τριάντα ισόποσες ετήσιες δόσεις, αρχής γενόμενης από τη χρήση μέσα στην οποία πρσγματοποιείται ανταλλαγή των τίτλων, και

ii) τη χρεωστική διαφορά λόγω πιστωτικού κινδύνου, η οποία προκύπτει α) από διαγραφή ή συμφωνία ρύθμισης χρεών ή β) από τη μεταβίβαση δανείων, δηλαδή την πώληση ή τιτλοποίησή τους, ή τη μεταβίβασή τους σε χρηματοδοτικό πιστωτικό ίδρυμα ή σε άλλη εταιρεία νομική οντότητα, εφόσον τη διαχείρισή τους πραγματοποιεί πιστωτικό ίδρυμα κατά τις διατάξεις του ν. 4261/2014 (ΦΕΚ Α 107) ή Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις του ν. 4354/2015. Η διαφορά αυτή μπορεί σήμερα να εκπίπτει από τα ακαθάριστο έσοδα σε είκοσι ισόποσες ετήσιες δόσεις, αρχής γενομένης από τη χρήση στην οποία πραγματοποιήθηκε η διαγραφή του χρέους ή η μεταβίβαση του δανείου, ανεξάρτητα από τον χρόνο λογιστικής αποαναγνώρισης των οικείων περιουσιακών στοιχείων.

Οι παραπάνω περίοδοι απόσβεσης τριακονταετούς και εικοσαετούς διάρκειας, αντίστοιχα, αποτελούν εξαίρεση στον γενικό κανόνα κατά τον οποίο ζημία εντός ορισμένου φορολογικού έτους μπορεί να μεταφέρεται για να συμψηφισθεί με τα επιχειρηματικά κέρδη διαδοχικά στο επόμενα πέντε φορολογικά έτη.

Το σχέδιο τροποποιήσεων ορίζει ότι το υπολειπόμενο ποσό ετήσιας έκπτωσης που δεν συμψηφίστηκε θα μεταφέρεται προς έκπτωση σε επόμενα φορολογικά έτη της εικοσαετούς χρονικής περιόδου της περίπτωσης ii), στα οποία θα απομένει υπόλοιπο κερδών μετά την ετήσια έκπτωση των χρεωστικών διαφορών των περιπτώσεων i) και ii) που αντιστοιχούν στα έτη αυτά. Στη σειρά έκπτωσης των μεταφερόμενων ποσών θα προηγούνται τα παλαιότερα υπόλοιπα χρεωστικής διαφοράς έναντι των νεότερων. Αν στο τέλος της εικοσαετούς περιόδου απόσβεσης απομένουν υπόλοιπα που δεν έχουν συμψηφιστεί, αυτά θα αποτελούν ζημία που θα υπόκειται στον βασικό κανόνα της πενταετούς μεταφοράς.

Με το σχέδιο τροποποιήσεων προτείνεται αναδρομική εφαρμογή του από την 1η Ιανουαρίου 2021 όσον αφορά τις χρεωστικές διαφορές της περίπτωσης ii) οι οποίες έχουν προκύψει από την 1η Ιανουαρίου 2016.