Με θετικό πρόσημο αποτιμούν τις προοπτικές των ελληνικών τραπεζών οι διεθνείς επενδυτικοί οίκοι Jefferies, Bank of America και Citi, αλλά και η NBG Securities στον απόηχο της ανακοίνωσης των οικονομικών αποτελεσμάτων για το 2025, κάνοντας λόγο για ανθεκτική λειτουργική κερδοφορία και αυξημένες δυνατότητες ανταμοιβής των μετόχων τα επόμενα χρόνια.

Σύμφωνα με τους αναλυτές, οι επιδόσεις του δ’ τριμήνου επιβεβαιώνουν ότι ο ελληνικός τραπεζικός κλάδος εισέρχεται σε μια νέα φάση σταθερής οργανικής ανάπτυξης, παρά τη σταδιακή αποκλιμάκωση των επιτοκιακών περιθωρίων.

Επίσης, συγκλίνουν σε μια σαφώς πιο εποικοδομητική στάση απέναντι στον ελληνικό τραπεζικό κλάδο, αποτυπώνοντας την αλλαγή αφηγήματος που έχει συντελεστεί τα τελευταία δύο χρόνια, ήτοι από το story της εξυγίανσης, σε εκείνο της βιώσιμης κερδοφορίας και της επιστροφής κεφαλαίου.

Διαρθρωτικές βελτιώσεις είδε η Jefferies

Η Jefferies αντιμετωπίζει πλέον τις ελληνικές τράπεζες ως ένα από τα πιο ελκυστικά re-rating stories στην ευρωπαϊκή περιφέρεια, εστιάζοντας στο γεγονός ότι η κερδοφορία τους δεν αποτελεί συγκυριακό αποτέλεσμα των υψηλών επιτοκίων της ΕΚΤ αλλά στηρίζεται σε πιο διαρθρωτικές βελτιώσεις.

Η δραστική μείωση των NPEs, η εξομάλυνση του κόστους κινδύνου και η βελτίωση της λειτουργικής αποδοτικότητας έχουν οδηγήσει σε ένα νέο επίπεδο οργανικής δημιουργίας κεφαλαίου.

Σε αυτό το πλαίσιο, οι ελληνικές τράπεζες εμφανίζουν πλέον δείκτες απόδοσης ιδίων κεφαλαίων που κινούνται σε διψήφια επίπεδα, συγκρίσιμα ή και ανώτερα από αρκετές τράπεζες της Νότιας Ευρώπης, ενώ συνεχίζουν να διαπραγματεύονται με discount ως προς τις ευρωπαϊκές ομοειδείς τους

Για τη Jefferies, αυτή η αναντιστοιχία μεταξύ θεμελιωδών μεγεθών και αποτιμήσεων δημιουργεί περιθώριο περαιτέρω ανόδου, ειδικά καθώς η αγορά αρχίζει να αποτιμά πιο συστηματικά την ικανότητα διανομής μερισμάτων.

Σε πρώιμο στάδιο η πιστωτική επέκταση

Από την πλευρά της, η Citi προσεγγίζει τον κλάδο μέσα από ένα διαφορετικό πρίσμα, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στη δυναμική των καθαρών εσόδων από τόκους (NII) σε ένα περιβάλλον σταδιακής αποκλιμάκωσης επιτοκίων. Αν και αναγνωρίζει ότι το peak στα επιτοκιακά έσοδα πιθανότατα έχει ήδη καταγραφεί, εκτιμά ότι η επίπτωση από ενδεχόμενες μειώσεις επιτοκίων θα είναι διαχειρίσιμη, λόγω της βελτιωμένης δομής των ισολογισμών και της αύξησης των χορηγήσεων που συνδέονται με το Ταμείο Ανάκαμψης.

Επιπλέον, η Citi υπογραμμίζει ότι η πιστωτική επέκταση στην Ελλάδα βρίσκεται ακόμη σε πρώιμο στάδιο σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, γεγονός που αφήνει περιθώρια για περαιτέρω ενίσχυση των οργανικών εσόδων τα επόμενα χρόνια.

Ποιότητα βλέπει η NBG Securities

Με τη σειρά της, η NBG Securities στην περίπτωση της Eurobank, αξιολογεί τα αποτελέσματα ως ποιοτικά, με βασικούς πυλώνες την οργανική ανάπτυξη και τις συνέργειες από πρόσφατες εξαγορές. Η ισχυρή πιστωτική επέκταση και η αύξηση των καταθέσεων, σε συνδυασμό με τη σταδιακή αποκλιμάκωση των πιέσεων στην τιμολόγηση, οδήγησαν σε ανάκαμψη των καθαρών εσόδων από τόκους.

Παράλληλα, η επιτάχυνση των καθαρών εσόδων από προμήθειες ενίσχυσε τη διαφοροποίηση του βασικού εισοδήματος, περιορίζοντας την ευαισθησία στη μεταβλητότητα των επιτοκίων, ενώ η γεωγραφική διασπορά του ομίλου παραμένει ισορροπημένη.

Η συγκρατημένη αύξηση των λειτουργικών εξόδων και η υψηλή ποιότητα ενεργητικού –μέσω χαμηλότερου κόστους κινδύνου– οδήγησαν σε ενίσχυση της κερδοφορίας και της ανταμοιβής των μετόχων, χωρίς επιδείνωση της κεφαλαιακής βάσης, με τον δείκτη CET1 να διαμορφώνεται στο 15,6%. Η απόδοση ενσώματων ιδίων κεφαλαίων διαμορφώθηκε στο 16%, υπερβαίνοντας τον στόχο της διοίκησης για 15%, ενώ εκτιμάται ότι η απόφαση του Αρείου Πάγου σχετικά με τον νόμο Κατσέλη θα έχει σχεδόν μηδενική επίπτωση.

Για την Τράπεζα Πειραιώς, η χρηματιστηριακή κάνει λόγο για ένα ισχυρό σύνολο αποτελεσμάτων που επιβεβαιώνει την ικανότητα παραγωγής κερδών του ομίλου. Τα καθαρά έσοδα από τόκους φαίνεται να σταθεροποιήθηκαν στο προηγούμενο τρίμηνο, με ενδείξεις σταδιακής ανάκαμψης στηριζόμενης στην πιστωτική επέκταση, ενώ τα έσοδα από προμήθειες ενισχύθηκαν τόσο από υφιστάμενες όσο και από νέες δραστηριότητες, όπως η ενσωμάτωση της Εθνικής Ασφαλιστικής, παρά το γεγονός ότι η συμβολή της στο δ’ τρίμηνο ήταν περιορισμένη χρονικά.

Θετικά αξιολογείται η διαφοροποίηση του βασικού εισοδήματος, η πειθαρχημένη διαχείριση κόστους και η οργανική πολιτική προβλέψεων που βασίζεται στη βελτιωμένη ποιότητα ενεργητικού. Η ισχυρή επίδοση στηρίζει την απόφαση της διοίκησης για αύξηση του δείκτη διανομής κερδών προς τους μετόχους στο 55%, με προτεινόμενο μέρισμα 0,40 ευρώ ανά μετοχή, ενώ το επενδυτικό ενδιαφέρον μετατοπίζεται στην παρουσίαση των νέων στόχων για την περίοδο 2026–2030 στο επικείμενο Capital Markets Day της 5ης Μαρτίου.

Εντός προβλέψεων της BofA

Την ίδια ώρα, η Bank of America εκτιμά ότι τα αποτελέσματα της Alpha Bank για το δ’ τρίμηνο του 2025 κινήθηκαν σε γενικές γραμμές εντός προβλέψεων, παρά την επίδραση ορισμένων έκτακτων στοιχείων, με τα καθαρά κέρδη να διαμορφώνονται στα 237 εκατ. ευρώ, υψηλότερα από τη συναίνεση της αγοράς αλλά ελαφρώς χαμηλότερα από τις δικές της εκτιμήσεις.

Η ισχυρή πιστωτική επέκταση, κυρίως μέσω επιχειρηματικών δανείων, σε συνδυασμό με τη συμβολή της εξαγοράς της Astro Bank στήριξε την αύξηση των δανείων, ενώ τα καθαρά έσοδα από τόκους για το σύνολο του έτους ευθυγραμμίστηκαν με τις εκτιμήσεις. Ωστόσο, η άνοδος στο κόστος καταθέσεων και η αναταξινόμηση εσόδων από το real estate επηρέασαν τη συγκρισιμότητα των μεγεθών, με τον δείκτη CET1 να διαμορφώνεται στο 15%.

Σε στρατηγικό επίπεδο, η τράπεζα στοχεύει σε κέρδη ανά μετοχή 0,40 ευρώ το 2026 (+11% ετησίως), ενώ αύξησε το payout στο 55%, ευθυγραμμιζόμενη με τους εγχώριους ανταγωνιστές της, με την BofA να διατηρεί σύσταση Buy και τιμή στόχο τα 4,41 ευρώ, εκτιμώντας ότι η μετοχή προσφέρει σημαντικό περιθώριο ανόδου και μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης κερδών άνω του 15% την επόμενη τριετία.

Ισχυρά κεφάλαια

Κοινός παρονομαστής και των οίκων και αναλυτών είναι η αυξανόμενη σημασία της κεφαλαιακής ευρωστίας και της δυνατότητας για αποδόσεις προς τους μετόχους. Η επιστροφή σε πολιτικές μερισμάτων και, σε ορισμένες περιπτώσεις, η προοπτική επαναγορών ιδίων μετοχών σηματοδοτούν, σύμφωνα με τις εκθέσεις, μια μετάβαση σε ένα πιο ώριμο στάδιο κύκλου για τον κλάδο.

Σε αυτό το νέο περιβάλλον, τράπεζες όπως η Eurobank, η Εθνική Τράπεζα, η Alpha Bank και η Τράπεζα Πειραιώς εμφανίζονται ολοένα και πιο συχνά στα radars των διεθνών επενδυτών ως plays όχι μόνο ανάκαμψης αλλά και σταθερής αποδοτικότητας.

Συνολικά, οι αναλυτές θεωρούν ότι το επενδυτικό αφήγημα των ελληνικών τραπεζών έχει μετατοπιστεί προς τη βιωσιμότητα της κερδοφορίας, με βασικούς καταλύτες την πιστωτική ανάπτυξη μέσω ευρωπαϊκών πόρων, την ανθεκτικότητα των καθαρών επιτοκιακών περιθωρίων και την επανέναρξη διανομής κεφαλαίου.

Αν δεν υπάρξει σοβαρή επιδείνωση στο μακροοικονομικό περιβάλλον, οι οίκοι συγκλίνουν στην εκτίμηση ότι ο κλάδος διατηρεί περαιτέρω περιθώρια αποτίμησης σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα.

Οι δύο μοχλοί κερδοφορίας των ελληνικών τραπεζών

Θετικά αποτιμά τις επιδόσεις των ελληνικών τραπεζών για το δ’ τρίμηνο του 2025 η JP Morgan, επισημαίνοντας ότι η ισχυρή δυναμική των εσόδων και η συγκράτηση του λειτουργικού κόστους αποτέλεσαν βασικούς μοχλούς ενίσχυσης της κερδοφορίας, ενώ οι μεσοπρόθεσμες κατευθύνσεις των διοικήσεων κινούνται σε γενικές γραμμές εντός των εκτιμήσεων της αγοράς.

Σε ό,τι αφορά την Alpha Bank, η αμερικανική επενδυτική τράπεζα σημειώνει ότι τα κανονικοποιημένα καθαρά κέρδη διαμορφώθηκαν στα 225 εκατ. ευρώ, υπερβαίνοντας κατά 5% τη συναίνεση της αγοράς, εξέλιξη που αποδίδεται κυρίως στην ισχυρή επίδοση των προμηθειών και στον καλύτερο έλεγχο του λειτουργικού κόστους. Τα καθαρά έσοδα από τόκους κινήθηκαν σύμφωνα με τις προβλέψεις, ενώ η αύξηση των προβλέψεων για επισφαλείς απαιτήσεις περιόρισε εν μέρει τη θετική επίδραση στο τελικό αποτέλεσμα. Για το 2026, η διοίκηση στοχεύει σε EPS 0,40 ευρώ, επίπεδο που ευθυγραμμίζεται με τις εκτιμήσεις τόσο της αγοράς όσο και της JP Morgan.

Αναφορικά με την Eurobank, η JP Morgan κάνει λόγο για ένα ισχυρό κλείσιμο της χρονιάς, με τα προσαρμοσμένα καθαρά κέρδη του δ’ τριμήνου να διαμορφώνονται στα 355 εκατ. ευρώ, ελαφρώς υψηλότερα των εκτιμήσεων, χάρη κυρίως στην καλύτερη επίδοση των καθαρών εσόδων από τόκους και των προμηθειών. Η διοίκηση παρουσίασε νέους στόχους για την περίοδο 2026–2028, προβλέποντας απόδοση ιδίων κεφαλαίων της τάξης του 17% έως το 2028 και μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης κερδών περίπου 10%, στηριζόμενη στην πιστωτική επέκταση, την ενσωμάτωση της Eurolife και την ανάπτυξη δραστηριοτήτων διαχείρισης πλούτου. Αν και οι κατευθύνσεις αυτές βρίσκονται σε γενικές γραμμές εντός των εκτιμήσεων του οίκου, η JP Morgan τις χαρακτηρίζει συντηρητικές, εκτιμώντας ότι υπάρχουν περιθώρια υπεραπόδοσης τόσο στα καθαρά έσοδα από τόκους όσο και στις προμήθειες.

Για την Εθνική Τράπεζα, η JP Morgan επισημαίνει ότι τα καθαρά κέρδη του δ’ τριμήνου ανήλθαν στα 275 εκατ. ευρώ, υπερβαίνοντας τις προβλέψεις της αγοράς, με τα καθαρά έσοδα από τόκους να κινούνται σε γενικές γραμμές σταθερά και τις προμήθειες να καταγράφουν σημαντική αύξηση σε τριμηνιαία βάση. Η διοίκηση πρότεινε τακτική διανομή κερδών 60% για το 2025, συνοδευόμενη από έκτακτη διανομή μέσω επαναγοράς μετοχών, ανεβάζοντας το συνολικό payout σε επίπεδα άνω του 80% των καθαρών κερδών.

Παρά το γεγονός ότι η διανομή εμφανίζεται υψηλότερη σε σχέση με το παρελθόν, η JP Morgan σημειώνει ότι υπολείπεται των δικών της εκτιμήσεων, δεδομένης της ισχυρής κεφαλαιακής θέσης της τράπεζας, με δείκτη CET1 κοντά στο 18,8% μετά τη διανομή. Το νέο επιχειρηματικό σχέδιο για την περίοδο 2026–2028 προβλέπει απόδοση ιδίων κεφαλαίων 17% και κέρδη ανά μετοχή άνω των 1,70 ευρώ, με βασικούς μοχλούς την αύξηση των καθαρών εσόδων από τόκους, τη διψήφια ανάπτυξη των προμηθειών και τη διατήρηση χαμηλού κόστους κινδύνου.

Διαβάστε ακόμη: