Η ευρωπαϊκή αγορά αυτοκινήτου περνά σε μια νέα, δύσκολη φάση. Ο όμιλος Renault ανακοίνωσε ότι το 2025 κατέγραψε απώλειες 733 εκατ. ευρώ, εξαιτίας της πτώσης των τιμών και του αυξημένου μεριδίου ηλεκτρικών οχημάτων στις πωλήσεις του.

Παρά την άνοδο των πωλήσεων και τη μείωση κόστους, η πίεση στις τιμές ακύρωσε τα οφέλη. Ο διευθύνων σύμβουλος της Renault, Φρανσουά Προβόστ, ξεκαθάρισε ότι η κατάσταση δεν δείχνει να βελτιώνεται. Όπως είπε, η πίεση στις τιμές είναι μεγαλύτερη από ό,τι πριν τρία χρόνια και δεν αναμένει αποκλιμάκωση.

Η μάχη με τη Stellantis

Ένας από τους βασικούς ανταγωνιστές της Renault είναι η Stellantis. Ο επικεφαλής της Stellantis στη Γαλλία, Χαβιέ Ντουσεμίν, δήλωσε ανοιχτά ότι η εταιρεία ακολουθεί πιο επιθετική εμπορική πολιτική με στόχο να αυξήσει τους όγκους πωλήσεων.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το Opel Corsa, η βασική έκδοση του οποίου μειώθηκε κατά 24% στη Γαλλία και πλέον πωλείται στα 15.900 ευρώ. Πρόκειται για άμεσο ανταγωνιστή του Renault Clio, το οποίο ξεκινά από 19.900 ευρώ.

Η διαφορά τιμής δημιουργεί σοβαρή πίεση στη Renault, ειδικά σε μια κατηγορία όπου το κόστος αγοράς είναι βασικό κριτήριο για τον καταναλωτή.

Τα τελευταία χρόνια, τόσο η Renault όσο και η Stellantis είχαν επιλέξει τη στρατηγική «αξία αντί για όγκο», δηλαδή λιγότερες εκπτώσεις και έμφαση στην κερδοφορία. Η στρατηγική αυτή λειτούργησε την περίοδο της έλλειψης ημιαγωγών, όταν τα αυτοκίνητα ήταν σε περιορισμένη διαθεσιμότητα. Από το 2024 όμως, η αγορά έχει ομαλοποιηθεί και οι καταναλωτές συγκρίνουν ξανά τιμές και προσφορές.

Πίεση από τα ηλεκτρικά και τους στόχους ρύπων

Η στροφή στα ηλεκτρικά οχήματα αυξάνει επιπλέον την πίεση. Οι αυτοκινητοβιομηχανίες πρέπει να πετύχουν συγκεκριμένους στόχους εκπομπών ρύπων και γι’ αυτό προωθούν πιο δυναμικά τα ηλεκτρικά μοντέλα.

Στο Ηνωμένο Βασίλειο, οι εκπτώσεις στα ηλεκτρικά αυτοκίνητα υπολογίζεται ότι κόστισαν περίπου 7,4 δισεκατομμύρια δολάρια σε δυνητικά έσοδα. Οι μειώσεις τιμών επηρεάζουν και τις αξίες μεταπώλησης, γεγονός που αυξάνει το κόστος μίσθωσης για τους πελάτες.

Η κινεζική επέλαση

Παράλληλα, οι κινεζικές αυτοκινητοβιομηχανίες κερδίζουν συνεχώς έδαφος στην Ευρώπη. Η BYD προσφέρει στη Γερμανία το plug-in υβριδικό Atto 2 Boost στα 22.990 ευρώ, από αρχική τιμή 38.990 ευρώ, συνδυάζοντας εταιρική έκπτωση και κρατικά κίνητρα.

Εταιρείες όπως η MG Motor, η Chery και η Geely αυξάνουν το μερίδιό τους, αξιοποιώντας χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις της επενδυτικής τράπεζας Bernstein, οι κινεζικές μάρκες μπορεί να φτάσουν το 20% των πωλήσεων στη Δυτική Ευρώπη έως το 2030. Το 2024 διπλασίασαν ήδη το μερίδιό τους στο 6,1% σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Μέχρι τώρα έχουν αποσπάσει κυρίως πωλήσεις από ιαπωνικές και αμερικανικές εταιρείες. Αν όμως συνεχιστεί η άνοδος, η πίεση θα περάσει όλο και περισσότερο στους ευρωπαϊκούς ομίλους, με πιθανές επιπτώσεις και στην απασχόληση.

Οι premium μάρκες και η Κίνα

Οι premium εταιρείες επηρεάζονται λιγότερο από τις εκπτώσεις στην Ευρώπη, αλλά αντιμετωπίζουν σημαντικά προβλήματα στην Κίνα. Η Mercedes-Benz έχει μιλήσει για «ακραία μέτρα» το τελευταίο τρίμηνο όσον αφορά τα ηλεκτρικά της μοντέλα στην κινεζική αγορά.

Η πίεση στις τιμές, όπως αναγνωρίζουν τα στελέχη της, δεν αναμένεται να εξαφανιστεί σύντομα.

Τι σημαίνει αυτό για την αγορά

Η ευρωπαϊκή αυτοκινητοβιομηχανία βρίσκεται μπροστά σε μια δύσκολη εξίσωση. Από τη μία πρέπει να επενδύσει στην ηλεκτροκίνηση και να πετύχει στόχους ρύπων. Από την άλλη αντιμετωπίζει έντονο ανταγωνισμό, τόσο από ευρωπαϊκούς ομίλους όσο και από κινεζικές εταιρείες με χαμηλότερο κόστος.

Το αποτέλεσμα είναι ένας διαρκής πόλεμος τιμών, που πιέζει τα περιθώρια κέρδους και δημιουργεί αβεβαιότητα για τα επόμενα χρόνια.