Παρά την εντυπωσιακή ανάπτυξη των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας και τη διαρκή αύξηση των επιλογών που προσφέρει η αγορά ηλεκτρισμού, οι λογαριασμοί ρεύματος εξακολουθούν να αποτελούν μία από τις μεγαλύτερες οικονομικές επιβαρύνσεις για τα ελληνικά νοικοκυριά.

Το παράδοξο γίνεται ακόμη μεγαλύτερο αν ληφθεί υπόψη ότι σήμερα οι καταναλωτές έχουν στη διάθεσή τους περισσότερα από 80 διαφορετικά προϊόντα και τιμολόγια ηλεκτρικής ενέργειας. Παρ’ όλα αυτά, η πλειονότητα εξακολουθεί να παραμένει σε ακριβότερες επιλογές, πληρώνοντας σημαντικά υψηλότερες χρεώσεις από όσες θα μπορούσε να εξασφαλίσει μέσω μιας διαφορετικής επιλογής τιμολογίου.

Τα συμπεράσματα αυτά αναδεικνύονται μέσα από νέα ανάλυση στοιχείων για την αγορά ηλεκτρισμού, η οποία επαναφέρει στο προσκήνιο τη συζήτηση για τις στρεβλώσεις της ελληνικής ενεργειακής αγοράς, τον τρόπο διαμόρφωσης των τιμών και το κατά πόσο η αύξηση των ΑΠΕ μεταφράζεται τελικά σε χαμηλότερο κόστος για τον τελικό καταναλωτή.

Το κόστος της αδράνειας

Σύμφωνα με τα στοιχεία της ανάλυσης, οι οικιακοί καταναλωτές θα μπορούσαν να πληρώνουν κατά μέσο όρο 58,3 ευρώ λιγότερα ανά μεγαβατώρα εάν επέλεγαν κάθε μήνα το φθηνότερο διαθέσιμο κίτρινο τιμολόγιο αντί να παραμένουν στα ακριβότερα πράσινα προϊόντα.

Σε επίπεδο αγοράς, η διαφορά αυτή μεταφράζεται σε επιπλέον επιβάρυνση που προσεγγίζει τα 1,23 δισεκατομμύρια ευρώ κατά τη διετία 2024-2025.

Το εύρημα αυτό αναδεικνύει ένα από τα βασικά προβλήματα της ελληνικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας: οι καταναλωτές αλλάζουν δύσκολα είτε πάροχο είτε προϊόν, ακόμη και όταν οι οικονομικές διαφορές είναι σημαντικές.

Η αναγνωρισιμότητα των μεγάλων εταιρειών, η δυσκολία κατανόησης των χρεώσεων και η έλλειψη συστηματικής σύγκρισης μεταξύ των διαθέσιμων επιλογών λειτουργούν αποτρεπτικά για πολλές οικογένειες.

Τα πράσινα τιμολόγια αποδείχθηκαν ακριβότερα

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα στοιχεία για τα διαφορετικά χρωματικά τιμολόγια που εφαρμόζονται στην αγορά.

Κατά τη διετία 2024-2025, τα κίτρινα τιμολόγια εμφανίζονται ως η οικονομικότερη επιλογή για τα νοικοκυριά, ενώ τα πράσινα αποδείχθηκαν κατά μέσο όρο σημαντικά ακριβότερα.

Οι διαφορές δεν ήταν αμελητέες. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, τα πράσινα τιμολόγια κόστισαν κατά μέσο όρο 27,3% περισσότερο από τα κίτρινα κατά την εξεταζόμενη περίοδο.

Ακόμη και το 2025, όταν η αγορά είχε πλέον προσαρμοστεί στο νέο μοντέλο τιμολόγησης, οι διαφορές παρέμειναν έντονες. Η μέση πράσινη κιλοβατώρα εμφανίζεται ακριβότερη κατά 23% από τη μέση μπλε και κατά 34,3% από τη μέση κίτρινη.

Παρά τα στοιχεία αυτά, η πλειονότητα των καταναλωτών συνέχισε να επιλέγει τα πράσινα ή τα μπλε τιμολόγια, δείχνοντας ότι η τελική επιλογή επηρεάζεται συχνά περισσότερο από την αίσθηση ασφάλειας παρά από αυστηρά οικονομικά κριτήρια.

Οι ΑΠΕ αυξάνονται, οι τιμές παραμένουν υψηλές

Το μεγαλύτερο ερώτημα αφορά το γιατί η Ελλάδα εξακολουθεί να καταγράφει τόσο υψηλές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας, παρά τη θεαματική ανάπτυξη των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας.

Η χώρα διαθέτει πλέον περίπου 18 GW εγκατεστημένης πράσινης ισχύος, κυρίως από φωτοβολταϊκά και αιολικά πάρκα. Θεωρητικά, η αυξημένη παραγωγή χαμηλού κόστους θα έπρεπε να συμπιέζει σημαντικά τις τιμές.

Ωστόσο, η λιανική αγορά εξακολουθεί να συγκαταλέγεται στις ακριβότερες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, η Ελλάδα βρέθηκε το 2025 στην πρώτη θέση της Ε.Ε. σε όρους αγοραστικής δύναμης των καταναλωτών και στην τρίτη θέση σε ονομαστικές τιμές όσον αφορά το ανταγωνιστικό σκέλος των τιμολογίων.

Η βασική εξήγηση βρίσκεται στη στενή σύνδεση της αγοράς ηλεκτρισμού με το φυσικό αέριο. Παρά τη μεγάλη συμμετοχή των ΑΠΕ, οι μονάδες φυσικού αερίου εξακολουθούν να καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό τις τιμές, ιδιαίτερα κατά τις βραδινές ώρες όταν η παραγωγή από φωτοβολταϊκά μηδενίζεται.

Το μεγάλο στοίχημα των μπαταριών

Στην εξίσωση προστίθεται και ένα ακόμη κρίσιμο ζήτημα: η αποθήκευση ενέργειας.

Παρά την έκρηξη επενδύσεων στις ΑΠΕ, η Ελλάδα παραμένει σημαντικά πίσω στην ανάπτυξη συστημάτων αποθήκευσης. Αυτό σημαίνει ότι μεγάλες ποσότητες φθηνής πράσινης ενέργειας είτε περικόπτονται είτε εξάγονται, αντί να αποθηκεύονται για χρήση τις ώρες που η ζήτηση αυξάνεται.

Η συνέπεια είναι ότι το ηλεκτρικό σύστημα συνεχίζει να βασίζεται στις ακριβότερες μονάδες φυσικού αερίου κατά τις βραδινές ώρες, διατηρώντας υψηλό το συνολικό κόστος.

Η συζήτηση γύρω από τις μπαταρίες αποκτά πλέον και πολιτικές διαστάσεις. Παράγοντες της αγοράς υποστηρίζουν ότι η ταχύτερη ανάπτυξη έργων αποθήκευσης θα μπορούσε να μειώσει σημαντικά τη συμμετοχή του φυσικού αερίου στο ενεργειακό μείγμα, οδηγώντας σε χαμηλότερες τιμές για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.

Το βέβαιο είναι ότι η επόμενη φάση της ενεργειακής μετάβασης δεν θα κριθεί μόνο από το πόσες ΑΠΕ θα εγκατασταθούν, αλλά από το αν το σύστημα θα αποκτήσει τις υποδομές που απαιτούνται ώστε η φθηνή πράσινη ενέργεια να φτάνει τελικά στον λογαριασμό του καταναλωτή.

Διαβάστε ακόμη: