Νέο πακέτο κυρώσεων που στοχεύει όχι μόνο τη Ρωσία, αλλά και όσους συνεχίζουν να αγοράζουν ρωσικά ενεργειακά προϊόντα προωθεί η Ουάσινγκτον με σκοπό να αυξήσει την οικονομική πίεση προς τη Μόσχα.
Η νομοθετική πρωτοβουλία που ανακοίνωσαν οι ΗΠΑ προβλέπει την επιβολή υψηλών δασμών στις εισαγωγές από χώρες που προμηθεύονται ρωσικό πετρέλαιο, φυσικό αέριο ή ουράνιο, με στόχο να αποθαρρύνει τις συναλλαγές με τη Μόσχα και να περιορίσει τα έσοδά της.
Το κατά πόσο το μέτρο θα αποδειχθεί καθοριστικό μένει να φανεί. Ωστόσο, η στόχευση είναι ξεκάθαρη: να πληγεί η βασική πηγή χρηματοδότησης της ρωσικής οικονομίας. Τα ορυκτά καύσιμα εξακολουθούν να αποτελούν τον πυλώνα των κρατικών εσόδων, αποφέροντας στη Ρωσία περίπου 734 εκατ. ευρώ ημερησίως.
Η ανάπτυξη επιβραδύνεται
Παρά το γεγονός ότι η ρωσική οικονομία εξακολουθεί να συγκαταλέγεται στις μεγαλύτερες του κόσμου, με ΑΕΠ περίπου 2,6 τρισ. δολάρια, οι ρυθμοί ανάπτυξης επιβραδύνονται αισθητά.
Οι προβλέψεις για το 2026 κάνουν λόγο για ανάπτυξη μόλις 0,4%, χαμηλότερη ακόμη και από το 1% που καταγράφηκε το 2025, όταν η χώρα απέφυγε οριακά την ύφεση.
Μετά τη συρρίκνωση που προκάλεσαν οι πρώτες κυρώσεις το 2022, η οικονομία ανέκαμψε προσωρινά το 2023, καταγράφοντας ανάπτυξη 4,1%, καθώς η Μόσχα αναπροσάρμοσε τις εμπορικές της σχέσεις προς την Ασία και άλλες αγορές. Ωστόσο, η ώθηση αυτή αποδείχθηκε προσωρινή, καθώς οι πολεμικές δαπάνες αυξάνονταν, οι τιμές της ενέργειας υποχωρούσαν και το κόστος της σύγκρουσης γινόταν ολοένα μεγαλύτερο.
Ο πόλεμος απορροφά τεράστιους πόρους
Σύμφωνα με πληροφορίες, το ρωσικό υπουργείο Άμυνας έχει ήδη ενημερώσει τον Βλαντίμιρ Πούτιν ότι απαιτούνται επιπλέον δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια για τη συνέχιση του πολέμου στην Ουκρανία.
Ο πολεμικός προϋπολογισμός έχει ήδη υπερβεί κατά τουλάχιστον 28 δισ. δολάρια τις αρχικές προβλέψεις, ενώ οι εκτιμήσεις κάνουν λόγο για επιπλέον υπερβάσεις ύψους 54 δισ. δολαρίων την περίοδο 2027-2028.
Η σύγκριση με τα προπολεμικά χρόνια είναι αποκαλυπτική. Την τριετία 2019-2021 η Ρωσία δαπανούσε περίπου 47 δισ. δολάρια ετησίως για την άμυνα, ενώ ο φετινός προϋπολογισμός προβλέπει στρατιωτικές δαπάνες που αγγίζουν τα 158,5 δισ. δολάρια.
Έρευνα του ερευνητή του Πανεπιστημίου Στάνφορντ David Henderson εκτιμά ότι το συνολικό οικονομικό κόστος της σύγκρουσης υπερβαίνει πλέον τα 2,5 τρισ. δολάρια.
Η άνοδος του πετρελαίου πρόσφερε προσωρινή ανάσα
Το 2025 οι πιέσεις στη ρωσική οικονομία είχαν ενταθεί αισθητά, καθώς οι κυρώσεις άρχισαν να αποδίδουν και οι τιμές του πετρελαίου κινήθηκαν κάτω από τα 73 δολάρια το βαρέλι.
Τον Ιανουάριο του 2026 τα έσοδα του ρωσικού προϋπολογισμού από πετρέλαιο και φυσικό αέριο είχαν υποχωρήσει περίπου κατά 50%.
Η πολεμική σύγκρουση μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν ανέτρεψε προσωρινά αυτή την εικόνα. Η άνοδος των διεθνών τιμών του πετρελαίου, σε συνδυασμό με τη χαλάρωση ορισμένων αμερικανικών περιορισμών στις εξαγωγές ρωσικού πετρελαίου, ενίσχυσε σημαντικά τα έσοδα της Μόσχας.
Το Brent κατέγραψε άνοδο έως και 55% από την έναρξη της κρίσης, προσεγγίζοντας τα 120 δολάρια ανά βαρέλι.
Ωστόσο, η γεωπολιτική αναταραχή δημιούργησε και νέα προβλήματα, καθώς πάγωσαν σημαντικά ρωσικά ενεργειακά έργα στο Ιράν, ενώ καθυστέρησαν και τα σχέδια ανάπτυξης του διαδρόμου μεταφορών που θα συνέδεε τη Ρωσία με την Ινδία μέσω ιρανικού εδάφους.
Ελλείψεις προσωπικού και δημογραφική πίεση
Παρά την προσωρινή ενίσχυση των εσόδων, η Ρωσία δυσκολεύεται να μετατρέψει τα χρήματα σε στρατιωτική ισχύ.
Οι ανθρώπινες απώλειες στο μέτωπο αυξάνονται συνεχώς, ενώ οι εκτιμήσεις κάνουν λόγο για περισσότερους από 1,4 εκατομμύρια νεκρούς, τραυματίες και αγνοούμενους συνολικά.
Παράλληλα, η αμυντική βιομηχανία αντιμετωπίζει σοβαρές ελλείψεις προσωπικού, καθώς δεν υπάρχουν αρκετοί εργαζόμενοι για να στελεχώσουν τα εργοστάσια παραγωγής οπλικών συστημάτων.
Στην εικόνα αυτή προστίθεται και η φυγή ανθρώπινου κεφαλαίου. Περισσότεροι από 650.000 Ρώσοι έχουν εγκαταλείψει τη χώρα από την έναρξη του πολέμου, στερώντας από την οικονομία εξειδικευμένο εργατικό δυναμικό.
Πληθωρισμός και πιέσεις στα νοικοκυριά
Ένας ακόμη πονοκέφαλος για το Κρεμλίνο είναι ο πληθωρισμός.
Ο γενικός δείκτης διαμορφώνεται πλέον περίπου στο 6%, το υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων πέντε μηνών, ενώ στις υπηρεσίες ξεπερνά το 10%.
Οι τιμές βασικών ειδών διατροφής συνεχίζουν να αυξάνονται, με τα προϊόντα των σούπερ μάρκετ να έχουν γίνει κατά περίπου 18% ακριβότερα μέσα στην περίοδο 2024-2026.
Την ίδια ώρα, το μεγαλύτερο μέρος των δημόσιων πόρων κατευθύνεται αποκλειστικά στη στρατιωτική παραγωγή, περιορίζοντας τη στήριξη προς την υπόλοιπη οικονομία.
Ο μη στρατιωτικός τομέας υποχωρεί
Η στροφή προς μια οικονομία πολέμου έχει επιβαρύνει σημαντικά τη μη στρατιωτική παραγωγή.
Οι επιχειρήσεις δυσκολεύονται να βρουν προσωπικό, ανταγωνίζονται τις αμυντικές βιομηχανίες που προσφέρουν υψηλότερους μισθούς, δανείζονται με πολύ υψηλό κόστος και δραστηριοποιούνται σε μια αγορά όπου η κατανάλωση παραμένει υποτονική.
Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, περίπου οι μισοί κλάδοι της μη στρατιωτικής βιομηχανίας βρίσκονται σε φάση συρρίκνωσης, με εξαίρεση κυρίως τη φαρμακοβιομηχανία και την παραγωγή εξοπλισμού μεταφορών.
Υψηλά επιτόκια και εξάντληση αποθεμάτων
Παρά τις περιορισμένες μειώσεις των τελευταίων μηνών, το βασικό επιτόκιο της Κεντρικής Τράπεζας της Ρωσίας εξακολουθεί να διαμορφώνεται σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα, περίπου στο 14,25%, διατηρώντας ακριβό τον δανεισμό για επιχειρήσεις και νοικοκυριά.
Παράλληλα, πληροφορίες που είδαν το φως της δημοσιότητας αναφέρουν ότι η Ρωσία έχει ήδη ρευστοποιήσει περίπου το 71% των αποθεμάτων χρυσού της, προκειμένου να χρηματοδοτήσει τις αυξημένες πολεμικές ανάγκες.
Ο κλοιός στενεύει
Παρά το γεγονός ότι η Ρωσία εξακολουθεί να διαθέτει τους πόρους για να συνεχίσει τη χρηματοδότηση του πολέμου βραχυπρόθεσμα, οι οικονομικές πιέσεις γίνονται ολοένα εντονότερες.
Εάν οι νέες αμερικανικές δευτερογενείς κυρώσεις εφαρμοστούν πλήρως, θα μπορούσαν να περιορίσουν ακόμη περισσότερο τα έσοδα από τις εξαγωγές ενέργειας, αλλά και την πρόσβαση της χώρας σε κρίσιμες εισαγωγές.
Η Μόσχα δείχνει αποφασισμένη να συνεχίσει τη στρατιωτική της εκστρατεία μέχρι να πετύχει τους στρατηγικούς της στόχους στην Ουκρανία. Ωστόσο, όσο ο πόλεμος παρατείνεται, τόσο αυξάνεται και το οικονομικό τίμημα για τη ρωσική οικονομία.