O κυβερνητικός εκπρόσωπος, Παύλος Μαρινάκης αναφέρθηκε στις κοινωνικές ομάδες που είναι στην πρώτη γραμμή της φετινής ΔΕΘ, υπογραμμίζοντας ότι οι οικογένειες, η μεσαία τάξη και οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις θα αποτελέσουν τους βασικούς αποδέκτες των επόμενων παρεμβάσεων. Παράλληλα, ο κ. Μαρινάκης ξεκαθάρισε ότι η Θεσσαλονίκη θα είναι και η αφετηρία για το πρόγραμμα με το οποίο η κυβέρνηση θα κινηθεί προς τις εκλογές του 2027.
Ειδικότερα, στη συνέντευξή του στον ΣΚΑΪ 100,3, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος σχολίασε επικριτικά τον Αλέξη Τσίπρα για την παρουσία του στη Θεσσαλονίκη πριν από τον Πρωθυπουργό, ενώ άφησε αιχμές για τον Αντώνη Σαμαρά αναφορικά με την κριτική στα ελληνοτουρκικά.
Πού θα πάνε τα χρήματα της ΔΕΘ
Για τον κ. Μαρινάκη, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο πόσο μεγάλο θα είναι το πακέτο, αλλά από πού προκύπτει ο δημοσιονομικός χώρος και ποιοι θα πρέπει να ωφεληθούν περισσότερο.
«Αφού βρίσκεις τα χρήματα χωρίς να φορολογήσεις τους πολίτες και τα βρίσκεις από την ανάπτυξη της οικονομίας και την αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής, πρέπει να δεις πού θα κατευθυνθούν», είπε.
«Θεωρώ ότι περισσότερα χρήματα πρέπει να δοθούν στις οικογένειες με δύο παιδιά, πολύ περισσότερο με τρία παιδιά και στους πολύτεκνους, στη μεσαία τάξη και στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις», ανέφερε.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στους συνταξιούχους που βρίσκονται λίγο πάνω από τα εισοδηματικά όρια ορισμένων ενισχύσεων. «Ένας συνταξιούχος των 1.300 ή 1.400 ευρώ δεν είναι πλούσιος», τόνισε.
Η τελευταία ΔΕΘ πριν από τις εκλογές
Σύμφωνα με τον κυβερνητικό εκπρόσωπο, η παρουσία του Κυριάκου Μητσοτάκη στη Θεσσαλονίκη δεν θα εξαντληθεί στα μέτρα που θα εφαρμοστούν την επόμενη χρονιά. Η φετινή ΔΕΘ είναι η τελευταία πριν από τις εθνικές εκλογές και εκεί αναμένεται να αρχίσει να ξεδιπλώνεται και το σχέδιο της κυβέρνησης για την επόμενη τετραετία.
«Ο πρωθυπουργός προφανώς θα περιγράψει τα μέτρα που θα εφαρμοστούν το 2027, αλλά και το πρόγραμμα, εφόσον οι πολίτες μάς εμπιστευθούν ξανά. Θα βάλει τις βάσεις των βασικών προτεραιοτήτων της κυβέρνησης την επόμενη τετραετία, κυρίως στο οικονομικό επίπεδο αλλά και ευρύτερα», σημείωσε ο κ. Μαρινάκης.
Παύλος Μαρινάκης: «Ο Τσίπρας σπάει μια παράδοση»
Σκληρή κριτική άσκησε επίσης για την επιλογή του Αλέξη Τσίπρα να βρεθεί στη Θεσσαλονίκη πριν από τον Πρωθυπουργό. «Ο κ. Τσίπρας σπάει μία παράδοση, δεδομένου μάλιστα ότι δεν είναι καν αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Είθισται να ανοίγει τη ΔΕΘ ο εκάστοτε πρωθυπουργός και να περιγράφει το πρόγραμμα του ίδιου και της κυβέρνησής του», σημείωσε ο κ. Μαρινάκης.
Μάλιστα, υπενθύμισε ότι όταν ο Κυριάκος Μητσοτάκης ήταν αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, δεν είχε επιλέξει να προηγηθεί του τότε Πρωθυπουργού στη Θεσσαλονίκη. «Ουδέποτε ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ενώ μάλιστα ήταν πρώτος στις δημοσκοπήσεις, τόλμησε να προηγηθεί του τότε πρωθυπουργού. Αυτό δείχνει πολλά για τον χαρακτήρα και τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται την πολιτική ο κ. Τσίπρας», είπε.
«Περήφανη Ελλάδα χωρίς ψευτοπατριωτικές κορώνες»
Αναφορικά με τα ελληνοτουρκικά, ο κ. Μαρινάκης απέρριψε την περιγραφή της κυβερνητικής στρατηγικής μόνο μέσα από τον όρο «ήρεμα νερά». «Αδικεί την εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης Μητσοτάκη ο τίτλος “ήρεμα νερά”. Η επικεφαλίδα είναι μια περήφανη Ελλάδα που μεγαλώνει χωρίς ψευτοπατριωτικές κορώνες», είπε.
Σχετικά με το εάν στους επικριτές που περιγράφει εντάσσει και τον Αντώνη Σαμαρά, υπενθύμισε ότι και ο πρώην πρωθυπουργός, όταν βρισκόταν στο Μέγαρο Μαξίμου, είχε ακολουθήσει πολιτική βασισμένη στο διεθνές δίκαιο και στη διατήρηση ανοιχτών διαύλων επικοινωνίας, ακόμη και σε περιόδους έντασης.
Και πρόσθεσε αιχμηρά: «Το να ακολουθείς τη σωστή πολιτική όταν είσαι πρωθυπουργός και να μην την ακολουθείς όταν δεν είσαι, για να απευθυνθείς σε ένα ακροατήριο δεξιότερα της παράταξης, δεν βοηθάει κάπου τη χώρα».
Διαβάστε ακόμη:
- Premier League: Χάνει 1 δισ. λίρες το χρόνο αλλά αξίζει χρυσάφι
- Οικονομικός «οδικός χάρτης» έως το 2027: Το πακέτο της ΔΕΘ και ο ελιγμός Πιερρακάκη
- Μετρητά, κάρτες και offline συναλλαγές: Τι φέρνει το ψηφιακό ευρώ από το 2027
- Ο λογαριασμός της σχολικής χρονιάς – Από την τσάντα των 100 ευρώ στα φροντιστήρια των 5.000

