Πρωτοφανής αναβρασμός επικρατεί στο εγχώριο τραπεζικό παρασκήνιο καθώς η επιτακτική ανάγκη επέκτασης των εργασιών στον ασφαλιστικό κλάδο έχει φέρει όλες σχεδόν τις τράπεζες και τις ασφαλιστικές στο ίδιο διαπραγματευτικό τραπέζι.

Πρόκειται για ένα πραγματικό «γαϊτανάκι διαπραγματεύσεων» με την Εθνική Τράπεζα να έχει πρωταγωνιστικό ρόλο και ανάλογα με την επιλογή της να προκαλεί σημαντικές «καραμπόλες» στην αγορά.

Ο Διευθύνων Σύμβουλος της ΕΤΕ Π. Μυλωνάς μιλάει εδώ και καιρό με N.N Hellas και Allianz. Φαίνεται πως καταλήγει σε συμφωνία με τον γερμανικό κολοσσό, γεγονός που σπεύδει η αξιοποιήσει η CrediaBank, η οποία ξεκίνησε διαπραγματεύσεις με την N.N. Στο τρένο του ανταγωνισμού θέλει να ανέβει και η Optima Bank, η οποία με την σειρά έχει ξεκινήσει συζητήσεις με την Ευρώπη Ασφαλιστική, αν και επισήμως το διαψεύδει.

Εκτός όμως από το Bancassurance, οι συστημικές τράπεζες αναζητούν ευκαιρίες εξαγορών και στον κλάδο του Asset Management, με την Alpha Trust να αποτελεί την πολύφερνη νύφη με περισσότερους από δύο ενδιαφερόμενους τραπεζικούς ομίλους.

Στρατηγικά διλήμματα για την ΕΤΕ

Σε επίπεδα που ξεπερνούν το 20% διαμορφώνονται οι κεφαλαιακοί δείκτες της Εθνικής Τράπεζας μετά την επιτυχημένη άντληση 500 εκατ. ευρώ μέσω έκδοσης ομολόγου κατηγορίας ΑΤ1, κίνηση που ενισχύει περαιτέρω το ήδη ισχυρό κεφαλαιακό της «οπλοστάσιο». Η τράπεζα διαθέτει πλέον υπερπλεόνασμα κεφαλαίων άνω των 2 δισ. ευρώ, γεγονός που την κατατάσσει στην κορυφή της ευρωπαϊκής τραπεζικής αγοράς σε όρους κεφαλαιακής επάρκειας και δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για τις επόμενες στρατηγικές της κινήσεις.

Η σύγκριση με μεγάλους ευρωπαϊκούς ομίλους είναι ενδεικτική. Ο δείκτης CET1 της ιταλικής UniCredit διαμορφώθηκε στο 14,7% βάσει των αποτελεσμάτων 2025, της γαλλικής BNP Paribas στο 12,6%, ενώ της Deutsche Bank στο 14,2%. Η απόσταση που χωρίζει την Εθνική από τους ευρωπαϊκούς «παίκτες» είναι πλέον εμφανής και προσδίδει στη διοίκηση σημαντικό βαθμό ευελιξίας.

Η ισχυρή κεφαλαιακή θέση λειτουργεί, κατ’ αρχάς, ως ασπίδα έναντι πιθανών αναταράξεων στο διεθνές περιβάλλον. Ωστόσο, για τους επενδυτές, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο η θωράκιση, αλλά και η αποδοτικότητα της χρήσης των κεφαλαίων. Κεφάλαιο που παραμένει αδρανές επί μακρόν ενδέχεται να συμπιέζει την απόδοση ιδίων κεφαλαίων, στοιχείο που η διοίκηση έχει επισημάνει ότι παρακολουθεί στενά.

Ήδη η τράπεζα έχει προεξοφλήσει ότι το ποσοστό διανομής μερίσματος για τη χρήση 2025 θα κινηθεί άνω του 60%, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο το μέρισμα να επιμεριστεί μεταξύ μετρητών και επαναγοράς ιδίων μετοχών. Η Εθνική «τρέχει» δύο προγράμματα buyback συνολικού ύψους 194 εκατ. ευρώ (174 εκατ. και 20 εκατ.), ενώ δεν αποκλείεται νέο πρόγραμμα, εφόσον οι συνθήκες το επιτρέψουν. Ένα πιο επιθετικό σχήμα επαναγοράς θα ενίσχυε περαιτέρω τα κέρδη ανά μετοχή και θα επιβεβαίωνε την πρόθεση της διοίκησης να ανταμείψει τους μετόχους.

Παράλληλα, ωστόσο, η αγορά «διαβάζει» πίσω από τη σφύζουσα κεφαλαιακή εικόνα και την προετοιμασία για πιο φιλόδοξες κινήσεις. Ο διευθύνων σύμβουλος Παύλος Μυλωνάς έχει επανειλημμένα δηλώσει ότι εξετάζονται όλα τα σενάρια που προσθέτουν αξία, συμπεριλαμβανομένων των εξαγορών. Σε αυτό το πλαίσιο, η ενίσχυση μέσω ΑΤ1 προσφέρει το απαραίτητο «καύσιμο» για μια στοχευμένη στρατηγική επέκταση.

Ασφαλιστικοί Διαμεσολαβητές: Σήμερα η μάχη των «προμηθειων» μαζί με το ΕΕΑ

Το ασφαλιστικό μέτωπο

Πρώτο και άμεσο πεδίο εξελίξεων αποτελεί ο τομέας των τραπεζοασφαλειών. Μετά την απώλεια της Εθνικής Ασφαλιστικής, η τράπεζα επιδιώκει να διασφαλίσει νέο ισχυρό εταίρο. Πληροφορίες της αγοράς συγκλίνουν ότι εντός Μαρτίου αναμένεται να «κλειδώσει» συμφωνία με μεγάλο ευρωπαϊκό όμιλο, με την Allianz να βρίσκεται στο επίκεντρο των συζητήσεων.

Το μοντέλο που φαίνεται να προκρίνεται είναι η δημιουργία joint venture, στο οποίο η Εθνική θα κατέχει μειοψηφικό ποσοστό, της τάξεως του 25%-30%. Η τράπεζα θα προσφέρει το εκτεταμένο δίκτυο καταστημάτων και τα ψηφιακά της κανάλια για τη διάθεση ασφαλιστικών προϊόντων, ενώ ο ασφαλιστικός εταίρος θα αναλαμβάνει την παραγωγή και διαχείριση των προϊόντων. Ακόμη και σε περίπτωση μετοχικής διασύνδεσης, οι κεφαλαιακές απαιτήσεις εκτιμάται ότι θα είναι περιορισμένες, καθώς πρόκειται για συνεργασία αμοιβαίου οφέλους.

Η κίνηση εντάσσεται σε ευρύτερη στρατηγική ενίσχυσης των εσόδων από προμήθειες. Η ελληνική αγορά ασφαλίσεων αντιστοιχεί μόλις στο 2,9% του ΑΕΠ, έναντι περίπου 7% στην Ευρώπη, ενώ το bancassurance καλύπτει περί το 25% της εγχώριας παραγωγής, σημαντικά χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Τα περιθώρια ανάπτυξης είναι συνεπώς μεγάλα.

Για την Allianz, η πιθανή συνεργασία με την Εθνική θα ενίσχυε ουσιαστικά τη θέση της στην ελληνική αγορά. Μετά την εξαγορά της Ευρωπαϊκής Πίστης, η εταιρεία κατατάσσεται στην έκτη θέση, με εγγεγραμμένη παραγωγή ασφαλίστρων 436,4 εκατ. ευρώ το 2024 και κέρδη προ φόρων 13,4 εκατ. ευρώ. Σε επίπεδο ομίλου, η Allianz αναμένει λειτουργικά κέρδη 17–17,5 δισ. ευρώ για το 2025, στοιχείο που της επιτρέπει να υποστηρίξει στρατηγικές επεκτάσεις.

Εθνική Τράπεζα: Πάει για δύο εξαγορές σε Ασφάλειες και Asset Management τον Φεβρουάριο

Σενάρια για asset management και διεθνείς συνεργασίες

Πέραν των ασφαλειών, στο τραπέζι βρίσκονται και σενάρια που αφορούν τον τομέα της διαχείρισης περιουσίας. Ορισμένοι αναλυτές «φωτογραφίζουν» πιθανή κίνηση της Εθνικής Τράπεζας που θα συνδέεται με δραστηριότητες της EFG International, ομίλου με ισχυρή παρουσία στο private banking και το asset management. Αν και δεν υπάρχει επίσημη επιβεβαίωση, το σενάριο αναδεικνύει τη στρατηγική σημασία που αποδίδεται στον συγκεκριμένο κλάδο.

Την ίδια στιγμή στο επίκεντρο συζητήσεων εξαγοράς από τρεις τράπεζες βρίσκεται η Alpha Trust, με τον βασικό της μέτοχο να διατηρεί στάση αναμονής. Οι διεργασίες αυτές επιβεβαιώνουν ότι το 2026 διαμορφώνεται ως χρονιά έντονων ανακατατάξεων σε ασφάλειες και asset management.

Η διαχείριση περιουσίας αποτελεί βασικό πυλώνα διαφοροποίησης εσόδων για τις ελληνικές τράπεζες, ιδίως σε ένα περιβάλλον όπου τα καθαρά έσοδα από τόκους ενδέχεται να πιεστούν σταδιακά λόγω αποκλιμάκωσης επιτοκίων. Η αύξηση των προμηθειών από επενδυτικά προϊόντα, αμοιβαία κεφάλαια και υπηρεσίες private banking μπορεί να αντισταθμίσει τυχόν πιέσεις στα επιτοκιακά περιθώρια.

Σε CrediaBank και Optima Bank η σκυτάλη

Όπως έχει γράψει η «α», οι εξελίξεις στο μέτωπο της Εθνικής έχουν ήδη κινητοποιήσει ανταγωνιστικές δυνάμεις. Η Credia Bank εμφανίζεται αποφασισμένη να εκμεταλλευθεί το παράθυρο ευκαιρίας. Υπό την ηγεσία της Ελένης Βρεττού, η τράπεζα φέρεται να έχει ξεκινήσει διερευνητικές επαφές με την NN Hellas, με στόχο μια στρατηγική συνεργασία ή ακόμη και μετοχική συμμετοχή που θα της επιτρέψει να εισέλθει δυναμικά στις τραπεζοασφάλειες.

Η Διευθύνουσα Σύμβουλος της CrediaBank δεν έχει κρύψει την στρατηγική της που θέλει την επέκταση του Ομίλου στις ασφαλιστικές εργασίες και σε αυτή την κατεύθυνση αναζητά σταθερά πηγές επαναλαμβανόμενων εσόδων και μεγαλύτερη παρουσία σε προϊόντα υψηλής προστιθέμενης αξίας, όπως τα ασφαλιστικά.

Μια ενδεχόμενη συμφωνία με την NN θα μπορούσε να προσφέρει στην τράπεζα άμεση πρόσβαση σε έτοιμο χαρτοφυλάκιο προϊόντων ζωής, υγείας και αποταμιευτικών ασφαλίσεων, χωρίς το κόστος και τον χρόνο που απαιτεί η ανάπτυξη τέτοιων δομών από μηδενική βάση. Από την άλλη πλευρά, η NN θα εξασφάλιζε ένα τραπεζικό κανάλι διανομής σε μια αγορά που παραμένει υποασφαλισμένη, με σημαντικά περιθώρια ανάπτυξης.

Η κίνηση αυτή δεν είναι αποσπασματική. Η Credia έχει ήδη ανακοινώσει την πρόθεσή της για αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, επιδιώκοντας ενίσχυση της κεφαλαιακής της βάσης και της διασποράς. Παράλληλα, διενεργεί οικονομικό έλεγχο για την εξαγορά της χρηματιστηριακής Παντελάκης έναντι 12 εκατ. ευρώ.

Την ίδια ώρα, μπάσιμο στο παιχνίδι επιχειρεί και η Optima Bank, η οποία φέρεται να διερευνά συνεργασία με την Ευρώπη Ασφαλιστική. Παρά το γεγονός ότι επισήμως διαψεύδεται το ενδιαφέρον, η αγορά επιμένει ότι «όπου υπάρχει καπνός υπάρχει και φωτιά».

Διαβάστε ακόμη: