Με το κλείσιμο του θαλάσσιου περάσματος στα Στενά του Ορμούζ, με αφορμή τις στρατιωτικές επιχειρήσεις ΗΠΑ – Ισραήλ στο Ιράν, είχαν διατυπωθεί προβλέψεις για εκτόξευση της τιμής πετρελαίου στα 150-200 δολάρια το βαρέλι. Οι εκτιμήσεις όμως διαψεύστηκαν, για τουλάχιστον τρεις λόγους.

Πρώτον, η παγκόσμια αγορά ήταν ήδη «πλημμυρισμένη» με πετρέλαιο. Τα Στενά του Ορμούζ λειτουργούσαν ως πέρασμα για 20 εκατ. βαρέλια ημερησίως πριν από την έναρξη του πολέμου. Μόλις ξεκίνησε η κρίση, υπήρχαν ήδη εμπορικά πλεονάσματα και στρατηγικά εθνικά αποθέματα, τα οποία ενισχύθηκαν αφενός με την άμεση διάθεση στην αγορά 400 εκατ. βαρελιών υπό τον συντονισμό της Διεθνούς Οργάνωσης Ενέργειας (ΙΕΑ), αφετέρου με τη σημαντική αύξηση των εξαγωγών από τις ΗΠΑ. Με αυτούς τους τρόπους, αντισταθμίστηκε πολύ γρήγορα η απώλεια των 9 εκατ. από τα 20 εκατ. βαρέλια που αντιστοιχούσαν στον ημερήσιο εφοδιασμού μέσω του Ορμούζ.

Δεύτερον, δεν σταμάτησαν ποτέ πλήρως οι εξαγωγές του πετρελαίου της Μέσης Ανατολής. Μέσω των διαθέσιμων παρακαμπτηρίων αγωγών, της Σαουδικής Αραβίας και των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, προστέθηκαν ακόμη 6 εκατ. βαρέλια ημερησίως. Μόνο τα ΗΑΕ εξάγουν 1,5 εκατ. βαρέλια την ημέρα και στοχεύουν να έχουν αυξήσει την ποσότητα στα 3 εκατ. βαρέλια ημερησίως μέχρι το τέλος του 2027.

Τρίτον, η Κίνα μείωσε γρήγορα και θεαματικά τις εισαγωγές ενέργειας, κατά περίπου 4 εκατ. βαρέλια την ημέρα, πέφτοντας στο χαμηλότερο επίπεδο της 8ετίας. Η εξέλιξη αυτή αντικατοπτρίζει την απόφαση της Κίνας να «παγώσει» την ανάπτυξη των στρατηγικών αποθεμάτων της. Πρακτικά, αυτό σημαίνει ότι το Πεκίνο δεν ανταγωνίζεται τον υπόλοιπο κόσμο για την πρόσβαση σε ορυκτά καύσιμα, τουλάχιστον στον βαθμό που θα περίμενε κάποιος. Τα μέτρα που έλαβε η Κίνα μαζί με ορισμένες άλλες χώρες για τη μείωση της ζήτησης ήταν σημαντικός παράγοντας, καθώς αθροιζόμενος με τους δύο προηγούμενους μετρίασε καταλυτικά τις απώλειες του Ορμούζ – σχεδόν τις αντιστάθμισε. Στην περίπτωση της Κίνας βοήθησε και η συγκυρία, καθώς η κρίση της Μέσης Ανατολής συνέπεσε με την άνθηση της ηλεκτροκίνησης, δηλαδή με μια περίοδο κατά την οποία η ζήτηση για ορυκτά καύσιμα ήταν, ούτως ή άλλως, σε καθοδική τροχιά για τη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου.

Το νέο στοιχείο στην εξίσωση είναι το γεγονός ότι ένας αυξανόμενος αριθμός πλοίων που φορτώνουν πετρέλαιο των χωρών του Κόλπου καταφέρνει τώρα να διασχίζει τα Στενά του Ορμούζ με αμερικανική συνοδεία, μια διαδικασία η οποία διεξάγεται πλέον σαφώς πιο αποτελεσματικά. Σύμφωνα με εκτιμήσεις της Kpler, τον Σεπτέμβριο, τα αραβικά κράτη εξήγαν συνολικά από την περιοχή σχεδόν 17 εκατ. βαρέλια την ημέρα με αργό πετρέλαιο και διυλισμένα προϊόντα. Πρόκειται για τον υψηλότερο όγκο από τον Φεβρουάριο και προσεγγίζει τα 20 εκατ. βαρέλια που εξάγονταν ημερησίως πριν από την έναρξη του πολέμου.

Με άλλα λόγια, τον αρχικό πανικό μετά το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, το σημείο που διακινούσε το 20%-25% της παγκόσμιας προσφοράς ενέργειας, διαδέχθηκαν οι λύσεις για την αποκατάσταση των απωλειών σε όρους προσφοράς. Οι τιμές κινούνται χοντρικά στην περιοχή των 100 δολαρίων το βαρέλι, επίπεδο που έχουμε συναντήσει ξανά πολλές φορές στο παρελθόν, χωρίς μάλιστα να έχει μεσολαβήσει ο πληθωρισμός στο μεσοδιάστημα – άλλον αντίκτυπο έχει η τιμή των 100 δολαρίων το βαρέλι το 2010 και άλλη το 2026. Δεν θα ήταν υπερβολή να πει κανείς ότι οι αγορές έκαναν επίδειξη δύναμης με την ανθεκτικότητά τους, αφομοιώνοντας σε μεγάλο βαθμό το σοκ του Ορμούζ σε όρους προσφοράς.

Γιατί όμως βλέπουμε υψηλές τιμές στην αντλία, παρά το γεγονός ότι οι αγορές έχουν προσαρμοστεί σε γενικές γραμμές αποτελεσματικά στην κρίση ενέργειας γύρω από τα Στενά του Ορμούζ; Οι λόγοι είναι συνδυαστικοί.

Ο πρώτος παράγοντας σχετίζεται με το σκέλος της διύλισης. Διαταραχές στον τομέα, μεταξύ των οποίων οι επιθέσεις σε ρωσικά διυλιστήρια, έχουν συντελέσει στην πιο αργή ανάκαμψη των εξαγωγών βενζίνης και ντίζελ. Η ΙΕΑ έχει καταγράψει εξαιρετικά υψηλά περιθώρια αποκατάστασης στην παραγωγή των διυλισμένων προϊόντων, που σημαίνει ότι η χονδρική τιμή των καυσίμων δεν ακολουθεί τον ρυθμό με τον οποίο προσαρμόζεται η τιμή στο Brent.

Επειτα, προκαλεί στρεβλώσεις στην αγορά το σενάριο επιβολής απαγόρευσης των ΗΠΑ στις εξαγωγές αμερικανικού ντίζελ. Για λόγους που αφορούν την εσωτερική αγορά των Ηνωμένων Πολιτειών, ο Αμερικανός πρόεδρος έχει ταχθεί υπέρ του περιορισμού των εξαγωγών στο καύσιμο, το οποίο αυτήν την περίοδο κατευθύνεται σε μεγάλες ποσότητες προς την Ευρώπη – με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την επάρκεια του ντίζελ στην ευρωπαϊκή αγορά και τις προοπτικές της.

Παράλληλα, τελευταίως εντείνονται οι φόβοι πως το Ιράν πιθανώς θα κλιμακώσει εκ νέου με ενέργειες εις βάρος πλοίων ή και ενεργειακών υποδομών της περιοχής, σε μια προσπάθεια αντεπίθεσης ύστερα από μια περίοδο ασφυκτικών πιέσεων στην οικονομία του. Επιπλέον, το σύστημα μεταφόρτωσης πετρελαίου από πλοίο σε πλοίο, στο οποίο προσφεύγουν οι χώρες του Κόλπου για τις εξαγωγές τους μέσα σε αυτές τις έκτακτες συνθήκες, είναι δαπανηρό και εγείρει αμφιβολίες για τη βιωσιμότητά του. Ούτως ή άλλως, παρά τη μεγάλη απόσταση που έχει διανύσει, η προσφορά πετρελαίου από τα εξαγωγικά κράτη της Μέσης Ανατολής παραμένει ακόμη κάτω από το προπολεμικό επίπεδο.

Συγχρόνως, έχει αρχίσει πλέον να αντιστρέφεται η εικόνα γύρω από τον παράγοντα της ζήτησης από το Πεκίνο, η οποία εμφανίζεται για πρώτη φορά αυξημένη, εν μέσω της υποχώρησης, προφανώς, των εγχώριων αποθεμάτων της κινεζικής αγοράς σε πετρέλαιο και διυλισμένα προϊόντα.

Συνεπώς, το γεγονός ότι οι αγορές βρίσκουν λύσεις για τη διαχείριση των διαταραχών στα Στενά του Ορμούζ, συγκρατώντας την τιμή στο βαρέλι, δεν συνεπάγεται αυτομάτως την αποκατάσταση ολόκληρης της εφοδιαστικής αλυσίδας μέχρι την αντλία.

Διαβάστε ακόμη: