H γεωπολιτική ένταση στη Μέση Ανατολή συνιστά έναν εξωτερικό παράγοντα κινδύνου για την ελληνική οικονομία, προειδοποιεί ο οίκος αξιολόγησης Morningstar DBRS,  ο οποίος πλέον αρχίζει να ενσωματώνεται με μετρήσιμο τρόπο στις μακροοικονομικές προβλέψεις, επηρεάζοντας και το επενδυτικό αφήγημα για τις τράπεζες.

Το ζήτημα δεν περιορίζεται μόνο σε μια πιθανή επιβράδυνση της ανάπτυξης, αλλά αφορά κυρίως τη σαφή μετατόπιση της ισορροπίας κινδύνων προς αρνητικότερες προοπτικές.

Οι πρώτες αναθεωρήσεις καταδεικνύουν αυτή τη μεταβολή του κλίματος. Η Τράπεζα της Ελλάδος εκτιμά πλέον την ανάπτυξη για το 2026 στο 1,9% από 2,1% προηγουμένως, λαμβάνοντας υπόψη τις επιπτώσεις της ενεργειακής αβεβαιότητας και της γεωπολιτικής αστάθειας. Αντίστοιχα, η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου έχει μειώσει την πρόβλεψη για το ΑΕΠ στο 2,7%, κατά 0,3 ποσοστιαίες μονάδες, ακόμη και υπό την παραδοχή ότι η κρίση θα έχει περιορισμένη διάρκεια.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η ανάλυση της Morningstar DBRS αναδεικνύει ως βασικό διαρθρωτικό ζήτημα για τον τραπεζικό κλάδο την έντονη εξάρτηση των οικονομιών της Ελλάδας και της Κύπρου από τον τουρισμό και τη ναυτιλία.

Η «διπλή έκθεση» που διαμορφώνει τον κίνδυνο

Σε αντίθεση με άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες, όπου οι συγκεκριμένοι κλάδοι έχουν μικρότερη βαρύτητα, στην Ελλάδα και την Κύπρο αποτελούν θεμελιώδεις πυλώνες οικονομικής δραστηριότητας. Ως εκ τούτου, λειτουργούν και ως βασικοί μηχανισμοί μετάδοσης εξωτερικών κραδασμών προς το τραπεζικό σύστημα.

Ενδεικτικά, τα δάνεια προς τον τομέα μεταφορών και αποθήκευσης αντιστοιχούν στο 19,8% των επιχειρηματικών δανείων στην Ελλάδα και στο 11,2% στην Κύπρο, έναντι μόλις 5,5% στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αντίστοιχα, η έκθεση στον τουρισμό φτάνει το 11,1% στην Ελλάδα και το 21,2% στην Κύπρο, ποσοστά σημαντικά υψηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Αυτή η συγκέντρωση σημαίνει ότι διαταραχές στους συγκεκριμένους κλάδους δεν περιορίζονται τοπικά, αλλά διαχέονται ευρύτερα στην οικονομία, επηρεάζοντας τα εισοδήματα, την κατανάλωση και τελικά την ποιότητα των τραπεζικών χαρτοφυλακίων.

Η εικόνα στη ναυτιλία

Η ναυτιλία αποτυπώνει με χαρακτηριστικό τρόπο τη σύνθετη φύση της συγκυρίας. Οι ανακατευθύνσεις δρομολογίων λόγω των εξελίξεων στη Μέση Ανατολή έχουν αυξήσει τις αποστάσεις, τα ασφάλιστρα και το κόστος μεταφοράς, ασκώντας ανοδικές πιέσεις στους ναύλους.

Βραχυπρόθεσμα, αυτή η εξέλιξη ενισχύει τις ταμειακές ροές των ναυτιλιακών εταιρειών και τη δυνατότητά τους να εξυπηρετούν δανειακές υποχρεώσεις. Ωστόσο, σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, η αύξηση του λειτουργικού κόστους σε συνδυασμό με ενδεχόμενη επιβράδυνση του παγκόσμιου εμπορίου ενδέχεται να συμπιέσει τα περιθώρια κερδοφορίας και να επιβαρύνει την πιστοληπτική τους ικανότητα.

Για τις ελληνικές τράπεζες, η έκθεση στη ναυτιλία είναι μεν σημαντική, αλλά χαρακτηρίζεται από διαφοροποίηση και ισχυρές εξασφαλίσεις, καθώς τα δάνεια συνδέονται σε μεγάλο βαθμό με την αξία των πλοίων και αφορούν δραστηριότητες σε διεθνές περιβάλλον. Αυτό περιορίζει τους άμεσους κινδύνους, χωρίς όμως να αναιρεί τον κυκλικό χαρακτήρα του κλάδου.

Ο τουρισμός ως βασικός δίαυλος μετάδοσης

Σε αντίθεση με τη ναυτιλία, ο τουρισμός αποτελεί τον πιο άμεσο και ευαίσθητο μηχανισμό μετάδοσης του κινδύνου. Διαταραχές στις αερομεταφορές, αυξημένο κόστος ταξιδιών και επιδείνωση του αισθήματος ασφάλειας οδηγούν ήδη σε ακυρώσεις και επιβράδυνση της ζήτησης.

Η σημασία του τουρισμού εκτείνεται πέρα από τα άμεσα έσοδα, καθώς επηρεάζει την απασχόληση, την κατανάλωση και την αγορά ακινήτων. Έτσι, μια κάμψη στις αφίξεις μεταφράζεται σε πίεση για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, τα εισοδήματα των νοικοκυριών και, τελικά, σε αύξηση του πιστωτικού κινδύνου.

Η Κύπρος εμφανίζεται πιο εκτεθειμένη, λόγω μεγαλύτερης συγκέντρωσης δανείων στον τουριστικό κλάδο και ισχυρότερης εξάρτησης από συγκεκριμένες αγορές, όπως το Ισραήλ. Αντίθετα, η Ελλάδα παρουσιάζει μεγαλύτερη διαφοροποίηση και ενδεχομένως μπορεί να λειτουργήσει ως «ασφαλής προορισμός», απορροφώντας μέρος της ζήτησης από άλλες περιοχές, εφόσον η κρίση δεν κλιμακωθεί.

Μακροοικονομικές πιέσεις και επιπτώσεις στις τράπεζες

Πέρα από τις άμεσες επιδράσεις, η κρίση δημιουργεί ένα δεύτερο κύμα πιέσεων μέσω της ενέργειας, του πληθωρισμού και της νομισματικής πολιτικής. Η άνοδος των ενεργειακών τιμών ενδέχεται να διατηρήσει τον πληθωρισμό σε υψηλά επίπεδα, περιορίζοντας το διαθέσιμο εισόδημα και επηρεάζοντας τη συνολική ζήτηση.

Για τις τράπεζες, οι επιπτώσεις είναι διττές. Από τη μία πλευρά, τα υψηλότερα επιτόκια ενισχύουν βραχυπρόθεσμα τα καθαρά έσοδα από τόκους. Από την άλλη, περιορίζουν τη ζήτηση για νέα δάνεια και αυξάνουν το κόστος εξυπηρέτησης των υφιστάμενων, επιβαρύνοντας την ποιότητα ενεργητικού σε βάθος χρόνου.

Συνολικά, το ελληνικό τραπεζικό σύστημα εξακολουθεί να εμφανίζει ισχυρή εικόνα, με βελτιωμένη κερδοφορία και επαρκή κεφαλαιακή βάση. Ωστόσο, εισέρχεται σε μια φάση όπου η ανθεκτικότητά του δοκιμάζεται από εξωγενείς πιέσεις. Η πορεία της οικονομίας και, κυρίως, η εξέλιξη των κινδύνων θα καθορίσουν αν οι πιέσεις θα παραμείνουν ελεγχόμενες ή θα αποτυπωθούν πιο έντονα στους ισολογισμούς των τραπεζών.

Διαβάστε ακόμη: