Διόρθωση περίπου 7% από τα υψηλά του σημειώνει ο ευρωπαϊκός τραπεζικός κλάδος λόγω του selloff στα κρατικά ομόλογα και της αύξησης του spread της Γαλλίας, όμως η Morgan Stanley εκτιμά ότι ο αντίκτυπος στη χρηματοδότηση και τους κεφαλαιακούς δείκτες των τραπεζών θα είναι διαχειρίσιμος, με αποτέλεσμα τα κέρδη τους να παραμείνουν ανθεκτικά. Τονίζει, πάντως, ότι θα χρειαστεί η σταθεροποίηση της κατάστασης στην αγορά ομολόγων για να επιτραπεί το όποιο re-rating στις τράπεζες.
Με τον ευρωπαϊκό τραπεζικό δείκτη να υποχωρεί κατά 7% από τα υψηλά του και να δίνει συνολικές αποδόσεις 18% από τις αρχές του έτους, η Morgan Stanley εκφράζει την εκτίμηση ότι η διόρθωση αυτή αντανακλά την αβεβαιότητα στην αγορά ομολόγων και κάποια κατοχύρωση κερδών, καθώς τα θεμελιώδη και οι προοπτικές κερδοφορίας του κλάδου αναμένεται ακόμα να παραμείνουν ανθεκτικά.

Οι τράπεζες της Ευρωζώνης εμφανίζουν τώρα P/E 9.5x με βάση τα εκτιμώμενα μεγέθη του 2027, δηλαδή discount περίπου 30% έναντι της ευρύτερης αγοράς.

Πώς συγκρίνεται η σημερινή διόρθωση με άλλα επεισόδια αναταραχής στα ομόλογα
Όπως σημειώνουν οι αναλυτές του οίκου, το τελευταίο selloff των ομολόγων έχει προκαλέσει διόρθωση 7-10% στις τραπεζικές μετοχές και ακόμα υψηλότερη στον βρετανικό κλάδο. Το 2024, η ανακοίνωση πρόωρων εκλογών στη Γαλλία είχε προκαλέσει πτώση του ευρωπαϊκού τραπεζικού κλάδου κατά 9%, με τις γαλλικές τράπεζες να υποχωρούν κατά 12-25%.

Τον Σεπτέμβριο-Οκτώβριο του 2022, η πολιτική αβεβαιότητα κατά τη διάρκεια των ιταλικών εκλογών οδήγησε τα ιταλικά spreads κατά 25-35 μονάδες βάσης υψηλότερα, με τις Unicredit και Intesa Sanpaolo να υποχωρούν κατά 7-10%. Ωστόσο, όπως σημειώνει η Morgan Stanley, το 2022 υπήρξαν περιορισμένες επιπτώσεις στον ευρύτερο ευρωπαϊκό τραπεζικό κλάδο, καθώς και άλλοι παράγοντες επιδρούσαν τότε στην αγορά.
Μια πιο ανησυχητική σύγκριση θα μπορούσε να γίνει με την δημοσιονομική κρίση της Βρετανίας, που οδήγησε τις τραπεζικές μετοχές σε πτώση 20%.
Παραμένουν υγιή τα μεγέθη
Παρόλα αυτά, η Morgan Stanley εξακολουθεί να βλέπει υγιείς προοπτικές για τα έσοδα από τόκους και τα έσοδα. Ιστορικά, η χορήγηση στεγαστικών δανείων παρουσιάζει ευαισθησία στις μεταβολές των επιτοκίων νέων δανείων, ενώ η ζήτηση για επιχειρηματικά δάνεια συνδέεται στενότερα με την οικονομική ανάπτυξη. Δεδομένης της πρόσφατης επιτάχυνσης, η οποία μάλιστα πραγματοποιείται σε μια δύσκολη συγκυρία, ο οίκος εκτιμά ότι ο εταιρικός δανεισμός θα παραμείνει ισχυρός και ευθυγραμμισμένος με τον παγκόσμιο κύκλο κεφαλαιουχικών δαπανών.

Διαχειρίσιμος ο αντίκτυπος στη χρηματοδότηση
Οι δείκτες ρευστότητας διαμορφώνονται κατά μέσο όρο στο 175% περίπου, ενώ οι αγορές χρηματοδότησης λειτουργούν ομαλά, σημειώνουν οι αναλυτές. Κατά συνέπεια, εκτιμούν ότι τυχόν ενίσχυση του ανταγωνισμού για την προσέλκυση καταθέσεων θα παραμείνει διαχειρίσιμη και θα οφείλεται κυρίως στα υψηλότερα επιτόκια της ΕΚΤ, παρά σε κάποια σημαντική μεταβολή στη σύνθεση των καταθέσεων.
Η εκτίμηση του οίκου είναι ότι θα απαιτείτο πιθανότατα περαιτέρω διεύρυνση των spreads και μια πιο παρατεταμένη περίοδος μεταβλητότητας στις αγορές, για να επηρεαστεί ουσιαστικά το κόστος χρηματοδότησης σε ολόκληρο τον τραπεζικό κλάδο.
Τα κέρδη των τραπεζών δεν επηρεάστηκαν ιδιαίτερα κατά τη μεταβλητότητα στην ιταλική αγορά το 2022 ή μετά την ανακοίνωση πρόωρων εκλογών στη Γαλλία το 2024. Αντίθετα, κατά την κρίση χρέους του 2010-2012, που ήταν βέβαια σημαντικά πιο σοβαρή, οι εντάσεις στα κρατικά ομόλογα ανέβασαν το κόστος της χρηματοδότησης καταθέσεων και είχαν πιο έντονες επιπτώσεις στα κέρδη των τραπεζών.
Η Morgan Stanley σημειώνει ότι μια αύξηση κατά 5% στη μετακύλιση των επιτοκίων στις καταθέσεις σε ολόκληρη την Ευρωζώνη θα επηρέαζε τα κέρδη κατά περίπου 3% κατά μέσο όρο.

Οι επιπτώσεις στα κεφάλαια
Η Morgan Stanley αναμένει ότι οι κινήσεις στα κρατικά ομόλογα θα έχουν, σε γενικές γραμμές, περιορισμένο αντίκτυπο στους δείκτες κεφαλαίων CET1 των τραπεζών.
Τα spreads των γαλλικών ομολόγων έναντι των γερμανικών έχουν διευρυνθεί κατά 24 έως 43 μονάδες βάσης από το δεύτερο τρίμηνο, ενώ οι αποδόσεις των 5ετών ομολόγων έχουν αυξηθεί από 77 έως 124 μονάδες βάσης στην Ισπανία, την Ιταλία, τη Γαλλία και την Ελλάδα.
Ωστόσο, δεδομένης της περιορισμένης έκθεσης στα χαρτοφυλάκια και λαμβάνοντας υπόψη ότι στις περισσότερες περιπτώσεις έχουν συναφθεί συμβάσεις swap, οι αναλυτές εκτιμούν ότι ο μέσος αντίκτυπος στον δείκτη CET1 θα είναι μικρότερος από 5 μονάδες βάσης.

Παρ’ όλα αυτά, για επιλεγμένες τράπεζες στην Ισπανία, την Ελλάδα και την Ιταλία, ο οίκος διαπιστώνει διάβρωση των κεφαλαίων της τάξης των 10 έως και 35 μονάδων βάσης.
