Οι υψηλές τιμές του ντίζελ ενδέχεται να διατηρηθούν και το 2027, καθώς η περιορισμένη δυναμικότητα των διυλιστηρίων συμπίπτει με την προσπάθεια κυβερνήσεων και επιχειρήσεων να αναπληρώσουν τα αποθέματα που έχουν μειωθεί σημαντικά, σύμφωνα με την Goldman Sachs.
Η αμερικανική τράπεζα εκτιμά ότι οι τιμές των διυλισμένων προϊόντων θα πρέπει να παραμείνουν αρκετά υψηλές ώστε να συνεχίσουν να περιορίζουν τη ζήτηση και την επόμενη χρονιά.
«Πρέπει να διατηρήσουμε τις τιμές των προϊόντων αρκετά υψηλές ώστε να συνεχιστεί ένας ορισμένος βαθμός καταστροφής της ζήτησης και το επόμενο έτος», δήλωσε στο CNBC ο Nikhil Bhandari, συν-επικεφαλής έρευνας φυσικών πόρων για την Ασία και τον Ειρηνικό στην Goldman Sachs.
Η τράπεζα προβλέπει ότι τα διεθνή περιθώρια διύλισης για ντίζελ και αεροπορικά καύσιμα, η διαφορά δηλαδή μεταξύ της τιμής των διυλισμένων προϊόντων και του αργού, θα παραμείνουν κατά μέσο όρο πάνω από τα 40 δολάρια το βαρέλι το 2027, υπερδιπλάσια από τα συνήθη επίπεδα των περίπου 20 δολαρίων.
Και αυτό παρά το γεγονός ότι η Goldman Sachs περιμένει σταθεροποίηση του Brent γύρω στα 80 δολάρια το βαρέλι, καθώς οι ροές αργού μέσω των Στενών του Ορμούζ επανέρχονται σταδιακά σε πιο φυσιολογικά επίπεδα.
Σύμφωνα με τον Bhandari, εάν η ζήτηση ανακάμψει το επόμενο έτος, το παγκόσμιο σύστημα διύλισης θα χρειαστεί να λειτουργήσει με το υψηλότερο ποσοστό αξιοποίησης δυναμικότητας των τελευταίων δύο δεκαετιών.
Η ζήτηση δεν έχει εξαφανιστεί
Η πρόσφατη υποχώρηση της κατανάλωσης δεν σημαίνει απαραίτητα ότι η ζήτηση έχει χαθεί μόνιμα. Ο Baden Moore, αναλυτής ενέργειας και φυσικών πόρων στην CLSA, σημειώνει ότι η βασική ζήτηση για πετρελαϊκά προϊόντα παραμένει σε μεγάλο βαθμό ανέπαφη. Η αγορά έχει ισορροπήσει περισσότερο μέσω της διαχείρισης αποθεμάτων, της χρήσης στρατηγικών αποθεμάτων, του περιορισμού της κατανάλωσης και της καλύτερης αξιοποίησης των διυλιστηρίων.
Η αναπλήρωση των παγκόσμιων αποθεμάτων, παράλληλα με την κάλυψη της τρέχουσας ζήτησης, θα μπορούσε να απαιτήσει έως και δύο χρόνια.
Τα διυλιστήρια στο όριο
Στην άλλη πλευρά της εξίσωσης βρίσκεται το πρόβλημα της προσφοράς. Η Goldman Sachs εκτιμά ότι το 2026 θα είναι ακόμη μία χρονιά «αρνητικής αύξησης της διυλιστικής δυναμικότητας», καθώς εκτός Κίνας η διαθέσιμη δυναμικότητα αναμένεται να συρρικνωθεί κατά περίπου 300.000 βαρέλια ημερησίως.
Παράλληλα, σύμφωνα με την έκθεση της τράπεζας για τον νέο κύκλο ανόδου της διύλισης, τα αποθέματα πετρελαϊκών προϊόντων ενδέχεται να κλείσουν το 2026 κάτω ακόμη και από το χαμηλότερο επίπεδο ημερών κάλυψης που έχει καταγραφεί από το 2015.
Περίπου 2 εκατ. βαρέλια ημερησίως διυλιστικής δυναμικότητας στη Μέση Ανατολή εξακολουθούν να βρίσκονται εκτός λειτουργίας, σύμφωνα με τον Bhandari, ενώ οι ζημιές σε ρωσικές εγκαταστάσεις έχουν περιορίσει περαιτέρω την προσφορά ντίζελ.
Την ίδια ώρα, τα αμερικανικά διυλιστήρια, τα οποία λειτουργούν με αυξημένους ρυθμούς προκειμένου να καλύψουν μέρος των ελλείψεων, θα χρειαστεί να πραγματοποιήσουν εργασίες συντήρησης που έχουν αναβληθεί. Αυτό σημαίνει ότι για ένα διάστημα η παραγωγή τους θα υποχωρήσει.
Η σταδιακή αποκατάσταση των εξαγωγών αργού από τον Κόλπο επίσης δεν αναμένεται να λύσει το πρόβλημα. Οι αποστολές ντίζελ, βενζίνης και αεροπορικών καυσίμων παραμένουν περιορισμένες.
Τα στρατηγικά αποθέματα αγοράζουν χρόνο
Οι εκτιμήσεις της Goldman Sachs διατυπώνονται λίγες ημέρες μετά τη συμφωνία των χωρών της G7 για απελευθέρωση 100 εκατ. βαρελιών αργού και διυλισμένων προϊόντων μέσα σε τέσσερις μήνες. Το σχέδιο περιλαμβάνει σημαντική και εμπροσθοβαρή διάθεση ποσοτήτων ντίζελ μέσα στις πρώτες 20 ημέρες. Η ανακοίνωση οδήγησε τα ευρωπαϊκά futures του gasoil σε πτώση 5,75%.
Οι αναλυτές, ωστόσο, δεν θεωρούν ότι η κίνηση μπορεί να αντιμετωπίσει το πρόβλημα σε βάθος χρόνου. Ο διευθύνων σύμβουλος της Saudi Aramco, Amin Nasser, δήλωσε ότι η χρήση των στρατηγικών αποθεμάτων μπορεί να προσφέρει ανάσα για έναν χειμώνα, αλλά δεν λύνει το μακροπρόθεσμο πρόβλημα της προσφοράς.
Στο ίδιο μήκος κύματος, ο Moore της CLSA επισημαίνει ότι οι έκτακτες αποδεσμεύσεις αντιμετωπίζουν ένα πρόβλημα άμεσης ρευστότητας στην αγορά, όχι όμως την έλλειψη αποθεμάτων.
Στην πράξη, η χρήση των στρατηγικών αποθεμάτων αγοράζει χρόνο, αλλά παράλληλα σημαίνει ότι τα αποθέματα καταναλώνονται αντί να αναπληρώνονται. Έτσι, η ανάγκη επαναδημιουργίας τους μετατρέπεται σε επιπλέον πηγή ζήτησης για τα επόμενα χρόνια.
Αντίστοιχη είναι και η εκτίμηση του Bernard Aw, επικεφαλής οικονομολόγου της Coface για την περιοχή Ασίας-Ειρηνικού, ο οποίος χαρακτηρίζει την επίδραση τέτοιων παρεμβάσεων «προσωρινή και όχι διαρθρωτική».
