Η μειωμένη σύνταξη στα 62 μπορεί εκ πρώτης όψεως να μοιάζει με μια επιλογή που οδηγεί αναγκαστικά σε σημαντική οικονομική απώλεια. Ωστόσο, όταν μπουν κάτω τα πραγματικά ποσά και υπολογιστεί τι εισπράττει ένας συνταξιούχος στα πέντε χρόνια που μεσολαβούν μέχρι τα 67, η εικόνα μπορεί να αλλάξει αισθητά.

Υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, η έξοδος στη σύνταξη στα 62 μπορεί να αποδειχθεί οικονομικά συμφέρουσα σε βάθος χρόνου, καθώς ο ασφαλισμένος αρχίζει να εισπράττει σύνταξη πέντε χρόνια νωρίτερα.

Το κρίσιμο σημείο είναι ότι η προβλεπόμενη μείωση δεν εφαρμόζεται σε ολόκληρο το ποσό της σύνταξης.

Σύμφωνα με ανάλυση του εργατολόγου Γιώργου Κουτσούκου, η μείωση αφορά την Εθνική Σύνταξη, ενώ το ανταποδοτικό τμήμα δεν υφίσταται την αντίστοιχη περικοπή.

Αυτό είναι και το «κλειδί» για να κατανοήσει ένας ασφαλισμένος εάν τον συμφέρει να φύγει νωρίτερα ή να περιμένει μέχρι τα 67.

Μειωμένη σύνταξη στα 62: Πού εφαρμόζεται η μείωση

Η λέξη «μειωμένη» μπορεί να δημιουργεί την εντύπωση ότι ο ασφαλισμένος χάνει το 30% ολόκληρης της σύνταξής του.

Δεν λειτουργεί όμως έτσι ο υπολογισμός.

Στην περίπτωση εξόδου πέντε χρόνια πριν από το πλήρες όριο ηλικίας, η προβλεπόμενη μείωση εφαρμόζεται στο ποσό της Εθνικής Σύνταξης και όχι στην Ανταποδοτική Σύνταξη.

Με βάση τα ποσά της συγκεκριμένης ανάλυσης, η μηνιαία διαφορά μεταξύ πλήρους και μειωμένης σύνταξης διαμορφώνεται στα 134,06 ευρώ.

Επομένως, όσο μεγαλύτερο είναι το ανταποδοτικό τμήμα της σύνταξης, τόσο μικρότερη μπορεί να είναι αναλογικά η επίπτωση της μείωσης στο συνολικό ποσό που εισπράττει ο συνταξιούχος.

Η πραγματική απώλεια μπορεί να είναι πολύ μικρότερη από 30%

Αυτό ακριβώς εξηγεί γιατί η πραγματική ποσοστιαία διαφορά μεταξύ πλήρους και μειωμένης σύνταξης μπορεί να απέχει πολύ από το 30%.

Ανάλογα με τα χρόνια ασφάλισης και τις συντάξιμες αποδοχές, η πραγματική μείωση επί του συνολικού ποσού μπορεί, σύμφωνα με τα εξεταζόμενα παραδείγματα, να ξεκινά περίπου από 8,5% για ασφαλισμένους με υψηλότερες αποδοχές και πολλά χρόνια ασφάλισης και να φτάνει κοντά στο 19,8% σε χαμηλότερες κατηγορίες.

Αυτό συμβαίνει επειδή η ανταποδοτική σύνταξη εξακολουθεί να καταβάλλεται χωρίς την αντίστοιχη μείωση.

Το μεγάλο «κλειδί» είναι τα πέντε χρόνια από τα 62 έως τα 67

Εδώ βρίσκεται ίσως το σημαντικότερο οικονομικό επιχείρημα υπέρ της μειωμένης σύνταξης.

Ο ασφαλισμένος που συνταξιοδοτείται στα 62 χρόνια έχει μπροστά του μια ολόκληρη πενταετία καταβολής σύνταξης μέχρι να φτάσει στην ηλικία των 67 ετών.

Αντίθετα, εκείνος που επιλέγει να περιμένει για την πλήρη σύνταξη στα 67 δεν εισπράττει σύνταξη σε αυτό το διάστημα.

Πρόκειται για 60 μήνες συνταξιοδοτικών αποδοχών που πρέπει να συνυπολογιστούν στη σύγκριση.

Και εδώ τα ποσά γίνονται ιδιαίτερα σημαντικά.

Σύμφωνα με τα αριθμητικά παραδείγματα της ανάλυσης, το συνολικό ποσό που μπορεί να έχει ήδη εισπράξει ο συνταξιούχος μέχρι τα 67 κυμαίνεται από περίπου 32.417 ευρώ έως και πάνω από 86.000 ευρώ, ανάλογα με την περίπτωση.

Παράδειγμα: Πώς πρέπει να γίνεται η σύγκριση

Ας υποθέσουμε ότι δύο ασφαλισμένοι με αντίστοιχα χαρακτηριστικά έχουν μπροστά τους δύο επιλογές.

Ο πρώτος βγαίνει με μειωμένη σύνταξη στα 62 και αρχίζει αμέσως να εισπράττει τη σύνταξή του.

Ο δεύτερος περιμένει μέχρι τα 67 για να λάβει μεγαλύτερη, πλήρη σύνταξη.

Όταν φτάσουν και οι δύο στα 67, ο δεύτερος θα ξεκινήσει πράγματι με υψηλότερο μηνιαίο ποσό. Ο πρώτος όμως θα έχει ήδη εισπράξει πέντε χρόνια συντάξεων.

Επομένως, το ερώτημα δεν είναι μόνο «πόσα περισσότερα θα παίρνω κάθε μήνα στα 67;».

Το ουσιαστικό ερώτημα είναι:

Πόσα χρήματα θα έχω ήδη εισπράξει μέχρι τότε και πόσα χρόνια θα χρειαστούν ώστε η υψηλότερη πλήρης σύνταξη να καλύψει αυτή τη διαφορά;

Γιατί η «απόσβεση» μπορεί να χρειαστεί δεκαετίες

Εφόσον η μηνιαία διαφορά μεταξύ των δύο επιλογών είναι σχετικά περιορισμένη, ενώ το ποσό που έχει συγκεντρωθεί στην πενταετία μπορεί να είναι δεκάδες χιλιάδες ευρώ, απαιτείται μεγάλο χρονικό διάστημα για να αντιστραφεί το οικονομικό αποτέλεσμα.

Στα παραδείγματα της ανάλυσης, ο ασφαλισμένος που περιμένει μέχρι τα 67 μπορεί να χρειαστεί 20, 30 ή ακόμη και περισσότερα από 50 χρόνια μετά την ηλικία των 67 ώστε, μέσω της υψηλότερης μηνιαίας σύνταξης, να καλύψει τα ποσά που ο άλλος ασφαλισμένος είχε ήδη εισπράξει μεταξύ 62 και 67.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η μειωμένη σύνταξη συμφέρει όλους. Δείχνει όμως ότι η σύγκριση δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο στο ύψος της μηνιαίας σύνταξης.

Μειωμένη σύνταξη και εργασία

Στην εξίσωση μπαίνει και ένας ακόμη παράγοντας: η δυνατότητα του συνταξιούχου να συνεχίσει νόμιμα να εργάζεται, σύμφωνα με το ισχύον πλαίσιο για την απασχόληση των συνταξιούχων.

Για κάποιον που μπορεί και επιθυμεί να παραμείνει επαγγελματικά ενεργός, η επιλογή της συνταξιοδότησης νωρίτερα αποκτά διαφορετικά οικονομικά χαρακτηριστικά, καθώς μπορεί να συνδυάζει συνταξιοδοτικό εισόδημα και εργασία, με τις επιβαρύνσεις και τους κανόνες που προβλέπει η νομοθεσία.

Πότε μπορεί να συμφέρει η έξοδος στα 62

Η απόφαση εξαρτάται από τα ατομικά δεδομένα κάθε ασφαλισμένου: τα έτη ασφάλισης, τις συντάξιμες αποδοχές, το ύψος της ανταποδοτικής σύνταξης, το εάν εξακολουθεί να εργάζεται, αλλά και το εάν έχει πραγματικά τη δυνατότητα να παραμείνει στην αγορά εργασίας μέχρι τα 67.

Ιδιαίτερη βαρύτητα μπορεί να έχει η πρόωρη έξοδος για έναν εργαζόμενο που αντιμετωπίζει μακροχρόνια ανεργία, δυσκολεύεται να παραμείνει στην αγορά εργασίας ή επιθυμεί να αποχωρήσει νωρίτερα έπειτα από πολλά χρόνια επαγγελματικής δραστηριότητας.

Το δίλημμα «62 ή 67» θέλει χαρτί και μολύβι

Δεν υπάρχει μία απάντηση που να ισχύει για όλους.

Τα 40 χρόνια ασφάλισης εξακολουθούν να αποτελούν κομβικό σημείο για την πλήρη αξιοποίηση των βελτιωμένων ποσοστών αναπλήρωσης, ενώ για αρκετούς ασφαλισμένους η παραμονή στην εργασία μπορεί να οδηγήσει σε αισθητά υψηλότερη σύνταξη.

Για άλλους, όμως, η δυνατότητα να αρχίσουν να εισπράττουν σύνταξη πέντε χρόνια νωρίτερα μπορεί να αλλάξει εντελώς τους οικονομικούς υπολογισμούς.

Γι’ αυτό, πριν ληφθεί η απόφαση, χρειάζεται εξατομικευμένος υπολογισμός: πόση θα είναι η μειωμένη σύνταξη στα 62, πόση η πλήρης στα 67, πόσα χρήματα θα εισπραχθούν μέσα στην πενταετία και σε ποια ηλικία η δεύτερη επιλογή αρχίζει πραγματικά να αποδίδει περισσότερο.

Γιατί τελικά, στο δίλημμα «μειωμένη στα 62 ή πλήρης στα 67;», το μεγαλύτερο μηνιαίο ποσό δεν σημαίνει αυτομάτως και μεγαλύτερο συνολικό οικονομικό όφελος.

Διαβάστε ακόμη: