Μπροστά σε μια από τις μεγαλύτερες ευκαιρίες των τελευταίων δεκαετιών βρίσκεται η ελληνική αμυντική βιομηχανία, καθώς το νέο 12ετές εξοπλιστικό πρόγραμμα ύψους 30 δισ. ευρώ, η ευρωπαϊκή στροφή στην άμυνα και η κινητοποίηση ισχυρών ελληνικών βιομηχανικών ομίλων δημιουργούν ένα νέο περιβάλλον για την εγχώρια παραγωγή.

Το μεγάλο στοίχημα, πλέον, δεν είναι μόνο η προμήθεια σύγχρονων οπλικών συστημάτων για τις Ένοπλες Δυνάμεις, αλλά το κατά πόσο η χώρα θα μπορέσει να αξιοποιήσει τα εξοπλιστικά προγράμματα ως μοχλό ανάπτυξης της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας. Σε αυτό το πλαίσιο, καθοριστικό ρόλο αποκτά η θεσμοθέτηση της ελάχιστης ελληνικής βιομηχανικής συμμετοχής 25% σε κάθε νέο εξοπλιστικό πρόγραμμα.

Η ελληνική παρουσία στη Eurosatory

Η πρόσφατη συμμετοχή της Ελλάδας στην έκθεση Eurosatory 2026 στο Παρίσι επιβεβαίωσε ότι το εγχώριο αμυντικό οικοσύστημα έχει πλέον αποκτήσει μεγαλύτερη δυναμική, εξωστρέφεια και τεχνολογικό βάθος.

Στο Ελληνικό Εθνικό Περίπτερο, που διοργάνωσε ο ΣΕΚΠΥ, συμμετείχαν δεκατέσσερις ελληνικές εταιρείες, παρουσιάζοντας λύσεις σε κρίσιμους τομείς, όπως τα μη επανδρωμένα συστήματα, τα σύνθετα υλικά, οι δορυφορικές επικοινωνίες, τα ηλεκτρονικά, η τεχνητή νοημοσύνη και η αμυντική βιομηχανική παραγωγή.

Παράλληλα, σημαντικές ελληνικές εταιρείες συμμετείχαν με αυτόνομα περίπτερα, πραγματοποιώντας επαφές με κυβερνητικές αντιπροσωπείες, διεθνείς ομίλους και φορείς προμηθειών.

Νέοι μεγάλοι παίκτες στην άμυνα

Η κινητικότητα δεν περιορίζεται πλέον στις παραδοσιακές αμυντικές εταιρείες.

Η METLEN εγκαινίασε την τέταρτη παραγωγική μονάδα του M Technologies Defence Hub στον Βόλο, ενισχύοντας ένα βιομηχανικό σύμπλεγμα που στοχεύει στη συμμετοχή σε μεγάλα ευρωπαϊκά αμυντικά προγράμματα.

Την ίδια ώρα, η ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ έκανε δυναμική είσοδο στον χώρο της άμυνας, υπογράφοντας μνημόνια συνεργασίας με την Airbus Defence and Space για στρατιωτικές δορυφορικές επικοινωνίες και προστασία κρίσιμων υποδομών, αλλά και με τη Rheinmetall για την ανάπτυξη τακτικών χερσαίων συστημάτων.

Οι κινήσεις αυτές δείχνουν ότι η ελληνική αμυντική βιομηχανία περνά σε νέα φάση, με τη συμμετοχή ισχυρών ομίλων που διαθέτουν κεφάλαια, τεχνογνωσία και διεθνή δικτύωση.

Το αίτημα για θεσμοθέτηση του 25%

Στο επίκεντρο βρίσκεται η κυβερνητική εξαγγελία για ελάχιστη ελληνική βιομηχανική συμμετοχή 25% στα νέα εξοπλιστικά προγράμματα.

Η αγορά υποδέχεται θετικά το μέτρο, ωστόσο ζητά να αποκτήσει δεσμευτικό χαρακτήρα μέσω νομοθετικής κατοχύρωσης. Σήμερα, όπως επισημαίνουν παράγοντες του κλάδου, η πρόβλεψη παραμένει ουσιαστικά σε επίπεδο υπηρεσιακού σημειώματος και όχι πλήρως θεσμοθετημένου κανόνα.

Το κρίσιμο ζήτημα είναι το 25% να μην περιοριστεί σε τυπικές ή χαμηλής προστιθέμενης αξίας εργασίες, αλλά να αφορά πραγματική παραγωγή, μεταφορά τεχνογνωσίας, συμμετοχή στην εφοδιαστική αλυσίδα και ενίσχυση της ασφάλειας εφοδιασμού της χώρας.

Σε αυτό το πλαίσιο, ο Ευάγγελος Μυτιληναίος πρότεινε την καθιέρωση συστήματος bonus, ώστε οι προμηθευτές που υπερβαίνουν το ελάχιστο ποσοστό ελληνικής συμμετοχής να λαμβάνουν πρόσθετη βαθμολογία στην αξιολόγηση των προσφορών.

Αντίστοιχα, ο πρόεδρος του ΣΕΚΠΥ, Τάσος Ροζολής, έχει τονίσει την ανάγκη για σαφές, διαφανές και νομοθετημένο πλαίσιο, με μηχανισμούς ελέγχου και συγκεκριμένα κριτήρια.

Το μάθημα από τα προηγούμενα εξοπλιστικά

Η πίεση του κλάδου δεν είναι τυχαία.

Στο προηγούμενο εξοπλιστικό πρόγραμμα, ύψους περίπου 15 δισ. ευρώ, κυριάρχησαν μεγάλες προμήθειες, όπως οι φρεγάτες Belharra και τα μαχητικά Rafale, χωρίς όμως να υπάρξει στον βαθμό που θα μπορούσε ουσιαστική ελληνική βιομηχανική συμμετοχή.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις της αγοράς, αν είχε εφαρμοστεί τότε ένα ισχυρό πλαίσιο εγχώριας συμμετοχής, θα μπορούσαν να είχαν επιστρέψει στην ελληνική οικονομία 3,5 έως 4 δισ. ευρώ.

Στα πιο πρόσφατα προγράμματα, η εικόνα φαίνεται να αλλάζει. Η τέταρτη φρεγάτα Belharra, ύψους περίπου 1 δισ. ευρώ, αλλά και η προμήθεια των ισραηλινών πυραύλων PULS της Elbit Systems, ύψους 650 εκατ. ευρώ, αποτελούν τις πρώτες συμφωνίες όπου έχει εξασφαλιστεί ελληνική συμμετοχή τουλάχιστον 25%.

Ο «Ελληνικός Θόλος» ως πρώτο μεγάλο τεστ

Το μεγάλο τεστ, όμως, θα είναι ο «Ελληνικός Θόλος», ή αλλιώς η «Ασπίδα του Αχιλλέα», ένα πρόγραμμα συνολικού ύψους περίπου 3 δισ. ευρώ.

Η ελληνική βιομηχανική συμμετοχή εκτιμάται ότι μπορεί να φτάσει τα 750 εκατ. ευρώ, ποσό που θα μπορούσε να λειτουργήσει ως πραγματικός καταλύτης για την εγχώρια αμυντική παραγωγή.

Σύμφωνα με πληροφορίες, στις διαπραγματεύσεις μεταξύ των ισραηλινών εταιρειών και της ΓΔΑΕΕ έχει «κλειδώσει» ελληνική συμμετοχή τουλάχιστον 25%, τόσο σε παραγωγικό έργο όσο και σε μεταφορά τεχνογνωσίας.

Στο πρόγραμμα αναμένεται να συμμετάσχουν εταιρείες όπως οι METLEN, Miltech, Scytalys, Akmon, Ναυπηγεία Σαλαμίνας, ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ, καθώς και οι ΕΑΒ και ΕΑΣ, ενώ ο κατάλογος μπορεί να διευρυνθεί κατά την τριετή περίοδο υλοποίησης.

Στην τελική ευθεία οι αποφάσεις

Το πρόγραμμα έχει ήδη περάσει από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους και, μετά τις τελικές υπογραφές των Αρχηγών των Επιτελείων, αναμένεται να διαβιβαστεί στον υπουργό Εθνικής Άμυνας Νίκο Δένδια για την τελική έγκριση.

Στη συνέχεια θα εισαχθεί στο ΚΥΣΕΑ, όπου θα ληφθεί η τελική απόφαση.

Η επόμενη συνεδρίαση έχει προγραμματιστεί, σύμφωνα με πληροφορίες, για τις 23 Ιουλίου, ωστόσο καταβάλλονται προσπάθειες να επισπευσθεί, με την ημερομηνία της 6ης Ιουλίου να συγκεντρώνει τις περισσότερες πιθανότητες.

Για την ελληνική αμυντική βιομηχανία, ο «Ελληνικός Θόλος» δεν είναι απλώς ακόμη ένα εξοπλιστικό πρόγραμμα. Είναι η πρώτη μεγάλη δοκιμασία για το αν η κυβερνητική δέσμευση περί 25% θα γίνει πράξη και αν η Ελλάδα θα περάσει από τη λογική της απλής αγοράς οπλικών συστημάτων στη δημιουργία πραγματικής εγχώριας αμυντικής ισχύος.

Το διακύβευμα, επομένως, δεν αφορά μόνο ένα πρόγραμμα 3 δισ. ευρώ. Αφορά το μοντέλο με το οποίο θα κινηθεί η χώρα στα εξοπλιστικά της επόμενης δωδεκαετίας και το αν η ελληνική βιομηχανία θα βρεθεί επιτέλους στο κέντρο των μεγάλων αποφάσεων.

Διαβάστε ακόμη: