Η αναβάθμιση του ρόλου της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ, τη Μέση Ανατολή και τη Μεσόγειο δεν αποτελεί απλώς μια γεωπολιτική μετατόπιση, αλλά προεξοφλεί πλέον την έμμεση ή άμεση συμμετοχή της Άγκυρας στα κοινά ευρωπαϊκά αμυντικά προγράμματα.
Πρόκειται για ένα θηριώδες project πενήντα δισεκατομμυρίων ευρώ, στο οποίο η Τουρκία έχει ήδη καταφέρει να διεισδύσει πλαγίως, συμμετέχοντας έμμεσα μέσω στρατηγικών κοινοπραξιών που έχει στήσει με ιταλικά, γαλλικά και γερμανικά εξοπλιστικά μεγαθήρια.
Την ώρα που η γείτονας εδραιώνει τη θέση της στην ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία, το κρίσιμο ερώτημα που παραμένει αναπάντητο είναι με ποιο τρόπο η χώρα μας θα αξιοποιήσει τη δική της συμμετοχή στα κοινά ευρωπαϊκά αμυντικά προγράμματα.
Η πραγματικότητα είναι αποκαρδιωτική, καθώς διαχρονικά όλες οι κυβερνήσεις φρόντισαν να εξαφανίσουν από τον χάρτη τις εγχώριες εταιρείες εξοπλιστικών, οδηγώντας την ελληνική αμυντική βιομηχανία σε πλήρη απαξίωση.
Το δόγμα που επικρατούσε και δυστυχώς επικρατεί ακόμη στη χώρα μας είναι ολέθριο: όλες οι προμήθειες να κατευθύνονται σε Γερμανία, Γαλλία και Αμερική, ενώ στην Ελλάδα να επικρατεί η λογική της πλήρους παραγωγικής αδράνειας, όπου δεν παράγουμε ούτε μια βίδα. Αυτή η πολιτική εξάρτησης στραγγαλίζει κάθε προοπτική αυτονόμησης και εγχώριας προστιθέμενης αξίας.
Μέσα σε αυτό το εχθρικό περιβάλλον, αποτελεί παράδοξο το γεγονός ότι μόνο μια ελληνική εταιρεία από τον χώρο των εξοπλιστικών κατάφερε να σπάσει τα δεσμά και να εξελιχθεί σε πολυεθνικό μεγαθήριο.
Η εταιρεία αυτή πέτυχε το ακατόρθωτο, εξασφαλίζοντας προμήθειες δισεκατομμυρίων από τις αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις, καθώς και ισχυρά συμβόλαια από τη Γερμανία, τη Γαλλία και άλλες ευρωπαϊκές χώρες.
Αξίζει όμως να σημειωθεί η τραγική ειρωνεία που αποκαλύπτει τις παθογένειες του ελληνικού συστήματος: η συγκεκριμένη εταιρεία, ενώ θριαμβεύει στις διεθνείς αγορές, ήταν σχεδόν αποκλεισμένη από τις προμήθειες του ελληνικού Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, την ίδια στιγμή που τα δισεκατομμύρια των εξοπλιστικών προγραμμάτων της χώρας ρέουν ακατάσχετα προς το εξωτερικό.
