Η αρμόδια ανεξάρτητη αρχή της Νέας Ζηλανδίας προειδοποίησε πως η χώρα πρέπει να υπερδιπλασιάσει τον ρυθμό μείωσης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, προκειμένου να πετύχει τους κλιματικούς της στόχους για το 2030 και τα επόμενα χρόνια.
Οι προβλέψεις δείχνουν ότι ο προϋπολογισμός εκπομπών για την περίοδο έως το 2030 ενδέχεται να επιτευχθεί. Ωστόσο, περισσότερο από το ήμισυ των προβλεπόμενων μειώσεων βρίσκεται σε «σημαντικό κίνδυνο», σύμφωνα με την ετήσια έκθεση παρακολούθησης που δημοσίευσε την Τετάρτη στο Ουέλινγκτον η Climate Change Commission.
Η Επιτροπή τόνισε ότι τα υφιστάμενα σχέδια και οι πολιτικές δεν επαρκούν για την επίτευξη ούτε του τρίτου προϋπολογισμού εκπομπών έως το 2035, ούτε όμως του μακροπρόθεσμου στόχου για το 2050. Παράλληλα, προειδοποίησε ότι το χρονικό περιθώριο για ουσιαστική δράση περιορίζεται. «Πρόκειται για ένα σαφές προειδοποιητικό σημάδι», δήλωσε η διευθύνουσα σύμβουλος της Επιτροπής, Τζο Χέντι, σύμφωνα με το Bloomberg. «Οι εκπομπές μειώνονται σταδιακά, αλλά η πρόοδος σταμάτησε το 2024 και οι σημερινές πολιτικές δεν αποδίδουν με τον απαιτούμενο ρυθμό», ανέφερε.
Όπως πρόσθεσε, οι αποφάσεις που θα λάβει η κυβέρνηση μέσα στους επόμενους 12 έως 24 μήνες θα είναι καθοριστικές για την επαναφορά της χώρας στη σωστή κατεύθυνση και στην επίτευξη των στόχων της. Η έκθεση δημοσιεύεται σε μια περίοδο κατά την οποία η Νέα Ζηλανδία βρίσκεται αντιμέτωπη με περισσότερες πλημμύρες και ακραία καιρικά φαινόμενα που συνδέονται με την παγκόσμια κλιματική αλλαγή. Την ίδια στιγμή, οι γενικές εκλογές πλησιάζουν στις αρχές Νοεμβρίου.
Στο επίκεντρο της προεκλογικής αντιπαράθεσης
Η κεντροδεξιά κυβέρνηση δυσκολεύεται να διατηρήσει τη δημοτικότητά της και αντιμετωπίζει ισχυρό ανταγωνισμό από κόμματα της Αριστεράς, τα οποία τάσσονται υπέρ εντονότερης δράσης για τον περιορισμό των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου. Παράλληλα, ορισμένα μέλη του κυβερνητικού συνασπισμού επιθυμούν την αποχώρηση της Νέας Ζηλανδίας από τη Συμφωνία του Παρισιού.
Η χώρα έχει θεσπίσει νομοθετικά στόχο επίτευξης μηδενικών καθαρών εκπομπών έως το 2050, εξαιρουμένου του μεθανίου που προέρχεται από τη γεωργία. Για να τον επιτύχει, βασίζεται στην ηλεκτροκίνηση της βιομηχανίας και των μεταφορών, στην αύξηση της παραγωγής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και στις αντισταθμίσεις άνθρακα μέσω της δασοκομίας.
Το 40% των εκπομπών προέρχεται από πρόβατα και βοοειδή
Οι εκπομπές από πρόβατα και βοοειδή αντιστοιχούν περίπου στο 40% του συνόλου των αερίων του θερμοκηπίου της Νέας Ζηλανδίας. Ωστόσο, η κυβέρνηση υιοθέτησε πέρυσι έναν λιγότερο φιλόδοξο στόχο για τη μείωση των εκπομπών μεθανίου. Η Climate Change Commission ανέφερε ότι ο κίνδυνος να μην επιτευχθεί ο στόχος μείωσης των εκπομπών έως το 2030 έχει αυξηθεί.
Η ηλεκτρική ενέργεια, η γεωργία και οι μεταφορές αναγνωρίστηκαν ως οι τομείς στους οποίους οι κίνδυνοι θεωρούνται πλέον σημαντικοί. Η Επιτροπή σημείωσε επίσης ότι είναι πλέον πολύ αργά για να καλυφθεί το έλλειμμα μέσω πρόσθετων δασικών φυτεύσεων.
Κάτω από τον στόχο η μείωση του μεθανίου
Οι εκτιμήσεις της κυβέρνησης δείχνουν μείωση του βιογενούς μεθανίου κατά 7,9% έως το 2030, έναντι του επίσημου στόχου για μείωση κατά 10%, σύμφωνα με την έκθεση. Για την περίοδο έως το 2035 και το 2050, η Επιτροπή εκτιμά ότι οι σημερινές πολιτικές και τα σχέδια δεν επαρκούν για την επίτευξη κανενός από τους δύο στόχους.
Η δασοκομία αναμένεται να καλύψει το 49% των συνολικών μειώσεων εκπομπών έως το 2035, γεγονός που αναδεικνύει πόσο εξαρτημένη παραμένει η χώρα από τον συγκεκριμένο τομέα. Η κυβέρνηση πρέπει να λάβει πρόσθετα μέτρα για την αντιμετώπιση των εμποδίων και των αποτυχιών της αγοράς, σύμφωνα με την Επιτροπή.
Σε περίπτωση που δεν υπάρξει δράση μέσα στα επόμενα ένα έως δύο χρόνια, δεν θα είναι πλέον εφικτή η επίτευξη, ούτε του επιμέρους στόχου για το μεθάνιο έως το 2030, στο πλαίσιο του στόχου του 2050, ούτε του τρίτου προϋπολογισμού εκπομπών έως το 2035. Μεταξύ των προτεινόμενων λύσεων περιλαμβάνονται η μεγαλύτερη χρήση ηλεκτρικών οχημάτων και βιομηχανικών αντλιών θερμότητας.
Η Επιτροπή προτείνει επίσης την ταχύτερη εγκατάσταση οικιακών φωτοβολταϊκών συστημάτων και μπαταριών αποθήκευσης ενέργειας. «Οι πολιτικές μπορούν ακόμη να αλλάξουν ώστε να βελτιωθεί η κατάσταση, αλλά, όπως επισημαίνει η Επιτροπή, ο χρόνος τελειώνει», δήλωσε ο Τζέιμς Ρένγουικ, καθηγητής κλιματικής επιστήμης και φυσικής γεωγραφίας στο Victoria University of Wellington.
Όπως ανέφερε, το κόστος των ακραίων καιρικών φαινομένων αυξάνεται, τόσο στη Νέα Ζηλανδία, όσο και διεθνώς. «Η δράση για την κλιματική αλλαγή μέσω της μείωσης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου δεν είναι απλώς κάτι επιθυμητό. Είναι θεμελιώδης προϋπόθεση για τη διατήρηση ενός βιώσιμου μέλλοντος για τα παιδιά και τα εγγόνια μας», τόνισε.
Οικονομικό όφελος 22 δισ. δολαρίων Νέας Ζηλανδίας
Η Επιτροπή επικαλείται έρευνες σύμφωνα με τις οποίες η έγκαιρη απανθρακοποίηση θα μπορούσε να προσθέτει 22 δισεκατομμύρια δολάρια Νέας Ζηλανδίας, ή περίπου 13 δισ. δολάρια ΗΠΑ, ετησίως στο ΑΕΠ της χώρας μέσα σε λιγότερο από μία δεκαετία. Ωστόσο, η ανάπτυξη των απαιτούμενων έργων καθυστερεί.
«Δεν πρόκειται μόνο για μια χαμένη ευκαιρία μείωσης των εκπομπών», δήλωσε η Χέντι. «Σημαίνει επίσης ότι τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις μπορεί να πληρώνουν υψηλότερο ενεργειακό κόστος από όσο χρειάζεται», σημείωσε. Η αργή ή καθυστερημένη δράση, πρόσθεσε, περιορίζει επίσης τις μελλοντικές επιλογές της χώρας.
Διαβάστε ακόμη:
- Από στοιχηματζής …ταβερνιάρης – Τα παράδοξα φαινόμενα της Πάρου
- Οι Έλληνες συνεχίζουν τα ψώνια από Κίνα – Πώς αλλάζει το μοντέλο των παραγγελιών
- ΔΕΘ 2026: Αγρότες, φθηνά δάνεια και «Σπίτι μου 3» στο νέο κοινωνικό πακέτο
- Σκάνδιο: Το «κρυμμένο» μέταλλο που μπορεί να βάλει την Ελλάδα στον χάρτη των κρίσιμων πρώτων υλών
