Το πολύνεκρο σιδηροδρομικό δυστύχημα στην Ισπανία, που στοίχισε τη ζωή σε 69 ανθρώπους, αλλάζει τα δεδομένα για τον πρωθυπουργό Πέδρο Σάντσεθ, μόλις τέσσερις εβδομάδες πριν από τις κρίσιμες πρόωρες εκλογές της 29ης Νοεμβρίου. Η τραγωδία δεν έχει προκαλέσει μόνο ερωτήματα για την ασφάλεια του σιδηροδρομικού δικτύου, αλλά έχει ανατρέψει και τους πολιτικούς σχεδιασμούς της κυβέρνησης, η οποία προσπαθούσε να οικοδομήσει μια αισιόδοξη προεκλογική αφήγηση γύρω από την οικονομική ανάπτυξη και την ενίσχυση των κοινωνικών δικαιωμάτων.

Σύμφωνα με το Bloomberg, στελέχη του Σοσιαλιστικού Κόμματος που γνωρίζουν τις εσωτερικές συζητήσεις εκτιμούν ότι η αρχική στρατηγική επανεκλογής του Σάντσεθ έχει ουσιαστικά ακυρωθεί, πριν ακόμη προλάβει να εφαρμοστεί.

Το επιτελείο του πρωθυπουργού εξετάζει πλέον εάν υπάρχει περιθώριο να επαναφέρει στο επίκεντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης την οικονομία και το κοινωνικό πρόγραμμα της κυβέρνησης ή εάν η προεκλογική εκστρατεία θα εξελιχθεί σε μια διαρκή προσπάθεια άμυνας απέναντι στις επικρίσεις.

Πρόκειται για το δεύτερο σιδηροδρομικό δυστύχημα με μεγάλο αριθμό θυμάτων μέσα στο 2026, γεγονός που έχει εντείνει την πίεση προς την κυβέρνηση και ειδικότερα προς τον υπουργό Μεταφορών, Όσκαρ Πουέντε.

Οι εκλογές της 29ης Νοεμβρίου και τα προβλήματα του Σάντσεθ

Ακόμη και πριν από την τραγωδία, η προσπάθεια του Πέδρο Σάντσεθ να εξασφαλίσει νέα κυβερνητική θητεία προδιαγραφόταν δύσκολη.

Σύμφωνα με το δημοσίευμα, σχεδόν καμία δημοσκόπηση δεν έδειχνε τον Ισπανό πρωθυπουργό να κατευθύνεται προς την επανεκλογή του στις 29 Νοεμβρίου.

Η κυβέρνησή του βρίσκεται αντιμέτωπη με τις συνέπειες αλλεπάλληλων κρίσεων, από την πανδημία μέχρι την έντονη αύξηση των μεταναστευτικών ροών το περασμένο καλοκαίρι, αλλά και τις έρευνες για υποθέσεις διαφθοράς που αφορούν πρόσωπα του κόμματός του και της οικογένειάς του.

Μια ενδεχόμενη εκλογική ήττα θα μπορούσε να σηματοδοτήσει όχι μόνο το τέλος της πρωθυπουργικής θητείας του Σάντσεθ, αλλά και την απώλεια της εξουσίας από μία από τις τελευταίες μεγάλες σοσιαλιστικές κυβερνήσεις της Ευρώπης.

Παράλληλα, θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο για συμμετοχή της ισπανικής ακροδεξιάς στην κυβέρνηση, για πρώτη φορά μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας τη δεκαετία του 1970.

Η προεκλογική στρατηγική που ανατράπηκε

Όταν ο Σάντσεθ προκήρυξε πρόωρες εκλογές στις αρχές Οκτωβρίου, ο αρχικός σχεδιασμός των Σοσιαλιστών ήταν να αξιοποιήσουν την αυξανόμενη κοινωνική δυσαρέσκεια για το κόστος στέγασης.

Η ηγεσία του κόμματος εκτιμούσε ότι η στεγαστική κρίση θα μπορούσε να αποτελέσει πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης που θα ευνοούσε το κυβερνών κόμμα.

Η προεκλογική εκστρατεία είχε σχεδιαστεί ώστε να αναδεικνύει την υπεράσπιση των δημόσιων υπηρεσιών και τους κινδύνους που, σύμφωνα με τους Σοσιαλιστές, θα συνεπαγόταν μια δεξιά κυβέρνηση

Παράλληλα, η κυβέρνηση σκόπευε να προβάλει τη στάση του Σάντσεθ απέναντι στον Αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ, καθώς και την απόφασή του να χαρακτηρίσει τις στρατιωτικές επιχειρήσεις του Ισραήλ στη Γάζα ως «γενοκτονία».

Ένα ακόμη βασικό στοιχείο της καμπάνιας ήταν η προσωπική εικόνα του πρωθυπουργού.

Οι Σοσιαλιστές επιδίωκαν να παρουσιάσουν τον Σάντσεθ ως έναν προσιτό, χαμογελαστό πολιτικό, που βρίσκεται κοντά στην καθημερινότητα των πολιτών.

Σε εκδήλωση παρουσίασης υποψηφίων από ολόκληρη την Ισπανία, ο πρωθυπουργός αντάλλαξε ένα παθιασμένο φιλί επί σκηνής με τη σύζυγό του, η οποία αναμένει να δικαστεί για υπόθεση που ο ίδιος θεωρεί ότι αποτελεί μέρος πολιτικής δίωξης εναντίον του.

Όμως το δυστύχημα της Τετάρτης άλλαξε απότομα το πολιτικό περιβάλλον.

Σύμφωνα με στελέχη των Σοσιαλιστών, η ομάδα του Σάντσεθ βρίσκεται σε κατάσταση αιφνιδιασμού, περιμένοντας να ολοκληρωθεί το τριήμερο εθνικό πένθος το Σάββατο, προκειμένου να εκτιμήσει τις δυνατότητες επανεκκίνησης της εκστρατείας.

Οι συνεργάτες του μελετούν τα δημοσκοπικά δεδομένα, αναζητώντας εάν υπάρχουν ακόμη ζητήματα που θα μπορούσαν να επαναφέρουν την πολιτική πρωτοβουλία στην πλευρά της κυβέρνησης.

Στο επίκεντρο ο υπουργός Μεταφορών Όσκαρ Πουέντε

Κεντρικό πρόσωπο της κρίσης είναι ο υπουργός Μεταφορών Όσκαρ Πουέντε, ο οποίος έχει την πολιτική ευθύνη του σιδηροδρομικού συστήματος και αποτελεί έναν από τους στενότερους συμμάχους του Σάντσεθ.

Ο Πουέντε είναι γνωστός για τις έντονες δημόσιες αντιπαραθέσεις του με τη Δεξιά, ιδιαίτερα μέσω των κοινωνικών δικτύων.

Μετά το δυστύχημα, έχει αναλάβει μεγάλο μέρος της δημόσιας εκπροσώπησης της κυβέρνησης, επιχειρώντας να διαβεβαιώσει τους Ισπανούς ότι το σιδηροδρομικό δίκτυο παραμένει ασφαλές.

Σύμφωνα με τις αρχικές εκτιμήσεις που παρουσίασε, η σύγκρουση της Τετάρτης ενδέχεται να προκλήθηκε από ανθρώπινο λάθος, όταν ένας ελεγκτής επέτρεψε σε αμαξοστοιχία να ξεκινήσει εκ νέου, ενώ μπροστά της βρισκόταν άλλο τρένο που είχε ακινητοποιηθεί στις γραμμές.

«Το σύστημά μας είναι ασφαλές», δήλωσε την Παρασκευή, υποστηρίζοντας ότι τέτοια περιστατικά είναι εξαιρετικά σπάνια.

Ωστόσο, οι διαβεβαιώσεις του δεν έχουν καταφέρει να περιορίσουν πλήρως τις αντιδράσεις.

Πιέσεις για παραίτηση ακόμη και μέσα από τους Σοσιαλιστές

Ορισμένα στελέχη του Σοσιαλιστικού Κόμματος, μεταξύ των οποίων και σύμβουλοι του πρωθυπουργού, εκτιμούν ότι ο Όσκαρ Πουέντε θα πρέπει να παραιτηθεί.

Όπως υποστηρίζουν, το δεύτερο πολύνεκρο σιδηροδρομικό δυστύχημα μέσα σε λίγους μήνες δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίζεται ως μεμονωμένο περιστατικό.

Οι δύο τραγωδίες έχουν προκαλέσει σοβαρά ερωτήματα σχετικά με την ασφάλεια και τη συντήρηση των ισπανικών σιδηροδρομικών υποδομών.

Υπάρχουν, ωστόσο, και διαφορετικές απόψεις στο εσωτερικό της κυβέρνησης.

Άλλο κυβερνητικό στέλεχος υποστήριξε ότι ενδεχόμενη παραίτηση του Πουέντε θα προσέφερε στη Δεξιά ένα σημαντικό πολιτικό πλεονέκτημα.

Κατά την άποψή του, δεν θα ήταν δικαιολογημένο να απομακρυνθεί ένας υπουργός εξαιτίας του τραγικού λάθους ενός εργαζομένου.

Παρομοίασε μάλιστα την περίπτωση με το ενδεχόμενο να παραιτείται υπουργός επειδή ένας οδηγός αποκοιμήθηκε στο τιμόνι και προκάλεσε καραμπόλα.

Οι συζητήσεις για το πολιτικό μέλλον του Πουέντε ενισχύθηκαν και από δηλώσεις του ίδιου του Σάντσεθ.

Ο πρωθυπουργός χαρακτήρισε απαράδεκτο για μια χώρα όπως η Ισπανία, με τόσο ανεπτυγμένο δίκτυο σιδηροδρόμων υψηλής ταχύτητας, να καταγράφονται δύο δυστυχήματα τέτοιας φύσης και έκτασης μέσα σε έναν χρόνο.

Μέχρι στιγμής, πάντως, δεν έχει ανακοινωθεί καμία παραίτηση.

Από την πλευρά του, ο Πουέντε δήλωσε την Παρασκευή ότι αποτελεί ένα πολύ μικρό μέρος του πολιτικού εγχειρήματος στο οποίο συμμετέχει.

Όπως πρόσθεσε, εάν πίστευε ότι η παραμονή του στο υπουργείο προκαλούσε ζημιά στο συγκεκριμένο εγχείρημα, θα είχε αποχωρήσει.

Λαϊκό Κόμμα και Vox: Διαφορετική στρατηγική απέναντι στην τραγωδία

Η συντηρητική αντιπολίτευση επιχειρεί να διαχειριστεί τις πολιτικές συνέπειες του δυστυχήματος, αποφεύγοντας, τουλάχιστον προς το παρόν, την πλήρη επανέναρξη της προεκλογικής αντιπαράθεσης.

Το Λαϊκό Κόμμα (PP), το οποίο προηγείται στις δημοσκοπήσεις σύμφωνα με το δημοσίευμα, έχει διατηρήσει χαμηλούς τόνους.

Ο επικεφαλής του, Αλμπέρτο Νούνιεθ Φεϊχό, δήλωσε ότι προτεραιότητα αποτελεί ο σεβασμός στο πένθος των οικογενειών των θυμάτων, προτού τεθεί το ζήτημα της απόδοσης πολιτικών ευθυνών.

Διαφορετική στάση έχει υιοθετήσει το ακροδεξιό Vox, το οποίο καταγράφει ποσοστά κοντά στο 20% σε ορισμένες δημοσκοπήσεις και βρίσκεται στην τρίτη θέση.

Είναι το μοναδικό μεγάλο κόμμα που δεν ανέστειλε τις προεκλογικές του δραστηριότητες μετά το δυστύχημα, συνεχίζοντας να ασκεί έντονη κριτική στην κυβέρνηση.

Σε συγκέντρωση του κόμματος στην Άβιλα την Πέμπτη, ο ηγέτης του, Σαντιάγο Αμπασκάλ, υποστήριξε ότι μέσα σε έναν χρόνο έχουν χάσει τη ζωή τους 120 άνθρωποι σε σιδηροδρομικά δυστυχήματα.

Ο ίδιος διερωτήθηκε γιατί δεν έχουν ακόμη παραιτηθεί ο πρωθυπουργός και ο υπουργός Μεταφορών, κατηγορώντας τους ότι με τις αποφάσεις τους συμβάλλουν στην υποβάθμιση των θεσμών της χώρας.

Πρόκειται για καταγγελίες του αρχηγού της ακροδεξιάς αντιπολίτευσης, οι οποίες εντάσσονται στην πολιτική αντιπαράθεση που έχει προκαλέσει η τραγωδία.

Ρήγματα στην Αριστερά για τα αίτια του δυστυχήματος

Το σιδηροδρομικό δυστύχημα αποτελεί νέα δοκιμασία και για τις σχέσεις μεταξύ των κομμάτων της ισπανικής Αριστεράς.

Πριν από την τραγωδία, οι πολιτικές δυνάμεις του χώρου επιχειρούσαν να διαμορφώσουν κοινό μέτωπο, έπειτα από χρόνια εσωτερικών διαφωνιών.

Ωστόσο, η πρώην δήμαρχος της Βαρκελώνης Άντα Κολάου, υποψήφια με το Broad Front, τον μικρότερο κυβερνητικό εταίρο, αμφισβήτησε την ερμηνεία που εστιάζει κυρίως στο ανθρώπινο λάθος.

Ανάλογες επιφυλάξεις έχουν διατυπώσει συνδικάτα και επαγγελματικές ενώσεις του σιδηροδρομικού κλάδου.

Η Κολάου υποστήριξε ότι, ακόμη και αν ο ανθρώπινος παράγοντας συνέβαλε στο δυστύχημα, το ουσιαστικό πρόβλημα αφορά την αποτυχία ενός συστήματος ασφαλείας.

«Ο ανθρώπινος παράγοντας μπορεί να είναι ένα από τα στοιχεία που εξηγούν τι συνέβη, αλλά θέλω να είμαι απολύτως σαφής: αυτό που απέτυχε εδώ ήταν ένα σύστημα ασφαλείας», δήλωσε.

Πρόσθεσε ότι, όταν σημειώνεται ένα περιστατικό τέτοιας σοβαρότητας, είναι απαραίτητη η πλήρης ανάληψη ευθύνης.

Η διαφωνία δεν περιορίζεται στα αίτια του δυστυχήματος, αλλά επεκτείνεται και στο ζήτημα του κατά πόσο η πολιτική ηγεσία οφείλει να λογοδοτήσει για τη συνολική λειτουργία και συντήρηση των σιδηροδρομικών υποδομών.

Η δέσμευση Σάντσεθ για πλήρη έρευνα

Απαντώντας στις επικρίσεις, ο Πέδρο Σάντσεθ επανέλαβε την Παρασκευή τη δέσμευσή του ότι θα διερευνηθούν πλήρως οι συνθήκες υπό τις οποίες σημειώθηκε η σύγκρουση.

Ο Ισπανός πρωθυπουργός υποστήριξε ότι η κυβέρνηση δεν θα περιοριστεί στον εντοπισμό των αιτιών του δυστυχήματος, αλλά θα αναζητήσει και λύσεις για την περαιτέρω θωράκιση του δικτύου τρένων υψηλής ταχύτητας.

«Θα διερευνήσουμε όχι μόνο τα αίτια αυτού που συνέβη, αλλά θα παρουσιάσουμε και λύσεις για να ενισχύσουμε ακόμη περισσότερο το σύστημα σιδηροδρόμων υψηλής ταχύτητας της χώρας μας», δήλωσε.

Ωστόσο, σύμφωνα με το Bloomberg, η συγκεκριμένη υπόσχεση δεν έχει ακόμη συνοδευτεί από συγκεκριμένα μέτρα.

Η έρευνα για τα αίτια της τραγωδίας συνεχίζεται, ενώ τα ερωτήματα για τον ρόλο των συστημάτων ασφαλείας και των αποφάσεων των υπευθύνων κυκλοφορίας παραμένουν ανοιχτά.

Με τις εκλογές της 29ης Νοεμβρίου να πλησιάζουν, ο Σάντσεθ βρίσκεται αντιμέτωπος με μια ιδιαίτερα δύσκολη πολιτική συγκυρία. Η κυβέρνηση καλείται να διαχειριστεί τις συνέπειες της τραγωδίας, να απαντήσει στα ερωτήματα για την ασφάλεια των υποδομών και ταυτόχρονα να επαναπροσδιορίσει την προεκλογική στρατηγική της.

Το δυστύχημα έχει ήδη μεταφέρει το επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης από τη στεγαστική κρίση και τις κοινωνικές πολιτικές στη λειτουργία του κράτους, την ασφάλεια των μεταφορών και την απόδοση ευθυνών.

Διαβάστε ακόμη: