Η αγορά private credit εισέρχεται σε φάση αυξημένων πιέσεων, με την ING να εκτιμά ότι δεν διαμορφώνεται ένα συστημικό ρίσκο, αλλά μια σαφής στροφή προς ανατιμολόγηση του κινδύνου. Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι το σύστημα δεν καταρρέει, όμως το κόστος χρηματοδότησης αυξάνεται και οι συνθήκες γίνονται πιο απαιτητικές.

Οι πρόσφατες εξελίξεις αναμένεται να διατηρήσουν την ιδιωτική πίστωση στο επίκεντρο, επηρεάζοντας ευρύτερα τις αγορές χρέους υψηλότερου ρίσκου. Αν και η έκθεση των τραπεζών θεωρείται διαχειρίσιμη, αυξάνονται οι ανησυχίες για τις επιπτώσεις στα spreads, στα ποσοστά αθέτησης και στην αξιοπιστία των αξιολογήσεων.

Ιδιαίτερο προβληματισμό προκαλεί η πιθανότητα «πληθωρισμού» αξιολογήσεων, λόγω περιορισμένης εποπτείας και πρακτικών ratings shopping, με στόχο την εξασφάλιση επενδυτικής βαθμίδας – κυρίως για τοποθετήσεις ασφαλιστικών εταιρειών. Η BIS εξετάζει ήδη ορισμένες περιπτώσεις, ενώ και η ΕΚΤ ετοιμάζει νέους ελέγχους στις τραπεζικές τοποθετήσεις σε private credit.

Παράλληλα, οι πιέσεις για εξαγορές κεφαλαίων από private credit funds εντείνονται. Σε ένα περιβάλλον αυξημένων εκροών, τα funds αναγκάζονται να διατηρούν υψηλότερη ρευστότητα, περιορίζοντας τη δυνατότητά τους να χρηματοδοτούν νέα δάνεια. Αυτό οδηγεί σε επιβράδυνση της αγοράς και ενισχύει την ανοδική πίεση στο κόστος χρήματος.

Η ING βλέπει τον πιστωτικό κύκλο να πλησιάζει σε σημείο καμπής, με δύο βασικούς εξωτερικούς καταλύτες: την τεχνητή νοημοσύνη και τη γεωπολιτική ένταση. Η ΑΙ αυξάνει τον κίνδυνο για εταιρείες λογισμικού και SaaS – όπου υπάρχει σημαντική έκθεση – ενώ η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή ενισχύει την πιθανότητα διατήρησης υψηλών επιτοκίων για μεγαλύτερο διάστημα.

Ήδη, το κόστος χρηματοδότησης για πιο ριψοκίνδυνους δανειολήπτες έχει αυξηθεί έως και κατά 400 μονάδες βάσης, εξέλιξη που ενδέχεται να συνεχιστεί. Αυτό περιορίζει την πρόσβαση σε κεφάλαια και εντείνει τις πιέσεις σε ολόκληρη την αγορά, από τα leveraged loans έως το high yield και το investment grade.

Ως πιο εκτεθειμένοι παίκτες αναδεικνύονται πρώτα οι ασφαλιστικές εταιρείες και οι αμερικανικές περιφερειακές τράπεζες. Οι ασφαλιστικές έχουν ήδη σημαντικές τοποθετήσεις στην ιδιωτική πίστωση, αν και το ποσοστό μειώνεται όταν η εστίαση περνά στο πιο μοχλευμένο private credit.

Οι αμερικανικές περιφερειακές τράπεζες, από την άλλη, φέρουν όχι μόνο άμεση έκθεση, αλλά και κινδύνους από τις αναντιστοιχίες ρευστότητας, καθώς πιθανές αντλήσεις από γραμμές ρευστότητας μπορούν να επιβαρύνουν τα κεφάλαιά τους την πιο ακατάλληλη στιγμή.

Για τις ευρωπαϊκές τράπεζες, η εικόνα μοιάζει ηπιότερη, όμως η πιθανότητα ευρύτερης ανατιμολόγησης του πιστωτικού κινδύνου και η αυξημένη νευρικότητα καθώς ξεκινούν οι έλεγχοι της ΕΚΤ δεν αφήνουν περιθώρια εφησυχασμού.

Συνολικά, η ING προειδοποιεί ότι η αγορά εισέρχεται σε μια πιο απαιτητική φάση, όπου η άνοδος επιτοκίων και spreads λειτουργεί σωρευτικά, αυξάνοντας το κόστος χρηματοδότησης και δοκιμάζοντας την ανθεκτικότητα του πιστωτικού συστήματος – όχι μέσω μιας άμεσης κατάρρευσης, αλλά μέσα από μια σταδιακή και πιο επίμονη επιδείνωση των όρων χρηματοδότησης, που μπορεί να πιέσει τόσο το private credit όσο και την ευρύτερη αγορά χρέους τους επόμενους μήνες.

Διαβάστε ακόμη: