Ας ξεκινήσουμε από τα αυτονόητα, που την περίοδο της δημοσιονομικής κρίσης κοντέψαμε να ξεχάσουμε, κάτι το οποίο τελικά ως χώρα το πληρώσαμε ακριβά μέσω τριών μνημονίων.

Ότι η χρηματοπιστωτική σταθερότητα αποτελεί βασική προϋπόθεση για την βιώσιμη ανάπτυξη και την κοινωνική ευημερία.

Κατά το Ελεγκτικό Συνέδριο (ΕΣ) μάλιστα, αυτό εξασφαλίζει ότι το τραπεζικό σύστημα παραμένει ανθεκτικό σε οικονομικές και χρηματοπιστωτικές διαταραχές και συνεχίζει να επιτελεί απρόσκοπτα τον διαμεσολαβητικό του ρόλο.

Επιπλέον, το εποπτικό και ρυθμιστικό πλαίσιο συμβάλλει καθοριστικά στη διατήρηση της εμπιστοσύνης των καταθετών και επενδυτών αλλά και στη θωράκιση της συνολικής σταθερότητας του συστήματος.

Από την πλευρά της η Τράπεζα της Ελλάδος (ΤτΕ) σημειώνει ότι υπάρχει ισχυρή αλληλεξάρτηση μεταξύ των εξελίξεων στην οικονομία και στον τραπεζικό τομέα. Ισχυροί ρυθμοί οικονομικής ανάπτυξης σε συνδυασμό με δημοσιονομική σταθερότητα και πληθωρισμό κοντά στο στόχο, ενισχύουν την πιστωτική επέκταση των τραπεζών σε περιβάλλον ευνοϊκής καμπύλης επιτοκίων.

Επομένως ενισχύουν τα οικονομικά τους αποτελέσματα, την κεφαλαιακή επάρκεια, την ρευστότητα τους και την ποιότητα του ενεργητικού τους.

Ομοίως, οι ευνοϊκές εξελίξεις στον τραπεζικό τομέα υποβοηθούν την οικονομική ανάπτυξη, μέσω της χρηματοδότησης των επιχειρήσεων και των ιδιωτών, ιδιαιτέρως μέσω της χρηματοδότησης των επενδύσεων.

Η ισχυρή αυτή αλληλεπίδραση είναι ιδιαιτέρως σημαντική στην παρούσα φάση της ελληνικής οικονομίας, όπου οι επενδύσεις διαδραματίζουν πρωτεύοντα ρόλο για την οικονομική ανάπτυξη και την αύξηση της παραγωγικότητας.

Σύμφωνα με την ΤτΕ, η αλληλεξάρτηση μεταξύ ταχύρρυθμης οικονομικής ανάπτυξης, δημοσιονομικής σταθερότητας, ισχυρής πιστωτικής επέκτασης, αύξησης των επενδύσεων, θετικών αποτελεσμάτων των τραπεζών και προσεκτικής διαχείρισης όλων των κινδύνων τους, έχει φέρει σημαντικά, θετικά αποτελέσματα και έχει ωφελήσει την εθνική οικονομία. Η συνέχιση της αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση και για μελλοντικά οφέλη.

Η πορεία της ελληνικής οικονομίας

Ας δούμε όμως τα πράγματα πιο αναλυτικά. Σε ότι αφορά τις ευρύτερες οικονομικές εξελίξεις, η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να διατηρεί την αναπτυξιακή δυναμική της. Ο ρυθμός ανάπτυξης ήταν 2% το πρώτο εννεάμηνο του 2025 σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2024, σημαντικά υψηλότερος από το μέσο ρυθμό ανάπτυξης της ζώνης του ευρώ (1,5%). Βασικές συνιστώσες της ανάπτυξης ήταν η ιδιωτική κατανάλωση και οι καθαρές εξαγωγές, ενώ θετική ήταν και η συμβολή των επενδύσεων λόγω της ενίσχυσης των πάγιων επενδύσεων τόσο σε παραγωγικό εξοπλισμό όσο και σε κατασκευές.

Τα επόμενα χρόνια η ελληνική οικονομία προβλέπεται να καταγράψει υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης σε σύγκριση με τη ζώνη του ευρώ. Ειδικά την περίοδο 2025-28, ο ετήσιος ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ αναμένεται να διαμορφωθεί στο 2,1%. Η εξέλιξη αυτή, σύμφωνα με την ΤτΕ, είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς ενισχύει τη διαδικασία σύγκλισης του πραγματικού κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας προς τα μέσα επίπεδα της ΕΕ, διαδικασία η οποία διακόπηκε κατά τη διάρκεια της κρίσης δημόσιου χρέους.

 

Οι πηγές της οικονομικής ανάπτυξης

Οι κύριες κινητήριες δυνάμεις της οικονομικής δραστηριότητας θα συνεχίσουν να είναι οι επενδυτικές δαπάνες, χάρη και στη συμβολή των ευρωπαϊκών πόρων, και ιδίως του Μηχανισμού Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF), καθώς και η ιδιωτική κατανάλωση, λόγω της αύξησης του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος. Από την άλλη πλευρά, η συμβολή του εξωτερικού τομέα συνολικά στο ΑΕΠ θα είναι το προσεχές διάστημα ελαφρώς αρνητική, εξαιτίας της έντονης επενδυτικής δραστηριότητας, που θα προκαλέσει ταχεία αύξηση των εισαγωγών, αλλά και του υψηλού εισαγωγικού περιεχομένου της εγχώριας κατανάλωσης.

Οι επενδύσεις αυξάνονται σταθερά και στηρίζουν την οικονομική ανάκαμψη. Η πρόσφατη αναθεώρηση των ετήσιων εθνικολογιστικών στοιχείων για την περίοδο 2022-24 δείχνει μια μετατόπιση στη σύνθεση της ανάπτυξης προς τις επενδύσεις. Συγκεκριμένα, οι συνολικές επενδύσεις ως ποσοστό στο ΑΕΠ εκτιμάται ότι έφθασαν στο 17% το 2025 από 11% το 2019, εξαιτίας των υψηλότερων ιδιωτικών επενδύσεων.

Μεταπανδημικά, η συμβολή τους στον ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης ήταν κατά μέσο όρο 1,9 ποσοστιαίες μονάδες, έναντι μόλις 0,3 ποσ. μον. στη ζώνη του ευρώ. Ωστόσο, το επενδυτικό κενό στην Ελλάδα σε σχέση με την ευρωζώνη παραμένει σημαντικό, παρά την αισθητή συρρίκνωσή του τα τελευταία χρόνια, αφού οι επενδύσεις στην ευρωζώνη παραμένουν σταθερές στο 21% του ΑΕΠ περίπου.

Η περαιτέρω ενίσχυση των επενδύσεων είναι καθοριστική για τη μελλοντική πορεία της οικονομίας, και δη, την αλλαγή του αναπτυξιακού προτύπου με έμφαση στην καινοτομία, την ενίσχυση της παραγωγικότητας, τον προσανατολισμό προς εξωστρεφείς δραστηριότητες, καθώς και την αποτελεσματική αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής και τη διευκόλυνση της πράσινης μετάβασης. Η αύξηση της παραγωγής διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών οδηγεί στην αύξηση των εξαγωγών, σε υποκατάσταση εισαγωγών και άρα στη μείωση του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών.

Η πορεία των τραπεζών

Από την άλλη, την τελευταία δεκαετία, ο ελληνικός τραπεζικός τομέας έχει αναδιαρθρωθεί ριζικά καθώς η κερδοφορία, η ρευστότητα, η ποιότητα χαρτοφυλακίου και η κεφαλαιακή θέση των ελληνικών τραπεζών έχουν βελτιωθεί σημαντικά με φόντο την ανάκαμψη των μακροοικονομικών μεγεθών της Ελλάδας, τις θετικές δημοσιονομικές εξελίξεις και τις ομαλές χρηματοπιστωτικές συνθήκες. Μάλιστα, οι ελληνικές τράπεζες έχουν ουσιαστικά ολοκληρώσει την εξυγίανση των ισολογισμών τους.

Πιο συγκεκριμένα, τα θεμελιώδη μεγέθη των τραπεζικών ιδρυμάτων εξακολουθούν να βελτιώνονται. Τα αποτελέσματα του πανευρωπαϊκού stress test του 2025 επιβεβαιώνουν την ανθεκτικότητα των ελληνικών τραπεζών, οι οποίες, ακόμη και σε δυσμενή σενάρια, διατηρούν επίπεδα ιδίων κεφαλαίων πάνω από τις κανονιστικές απαιτήσεις και υψηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Οι επιδόσεις αυτές δημιουργούν ένα σταθερό υπόβαθρο που επιτρέπει στις τράπεζες να χρηματοδοτούν επενδύσεις και να στηρίζουν πιο αποτελεσματικά την πραγματική οικονομία.

Η κεφαλαιακή επάρκεια των ελληνικών τραπεζικών ομίλων διατηρήθηκε σε υψηλό επίπεδο. Συγκεκριμένα, ο Δείκτης Κεφαλαίου Κοινών Μετοχών της Κατηγορίας 1 (CET1 ratio) σε ενοποιημένη βάση μειώθηκε οριακά σε 15,9% το Σεπτέμβριο του 2025 από 16% το Δεκέμβριο του 2024 και ο Συνολικός Δείκτης Κεφαλαίου (TCR) ενισχύθηκε σε 20,1% (TCR: 19,8% το Δεκέμβριο του 2024). Η διαφοροποίηση αυτή οφείλεται κυρίως στην έκδοση κεφαλαιακών μέσων τα οποία προσμετρούνται μεν στα εποπτικά ίδια κεφάλαια, αλλά δεν αποτελούν μέρος του CET1. Ωστόσο, το Σεπτέμβριο του 2025 οι οριστικές και εκκαθαρισμένες αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις (DTCs) ανέρχονταν σε €11,6 δισεκ., αντιπροσωπεύοντας το 43,5% του CET1, από 47,5% το Δεκέμβριο του 2024.

Παράλληλα, η ποιότητα του δανειακού χαρτοφυλακίου των πιστωτικών ιδρυμάτων βελτιώθηκε περαιτέρω. Ο λόγος των ΜΕΔ προς το σύνολο των δανείων διαμορφώθηκε σε 3,6% το Σεπτέμβριο του 2025, έναντι 3,8% το Δεκέμβριο του 2024. Το ποσοστό αυτό είναι το χαμηλότερο από την ένταξη της Ελλάδος στη ζώνη του ευρώ και έχει συγκλίνει σημαντικά με το μέσο όρο των σημαντικών τραπεζών στην Τραπεζική Ένωση, που είναι 1,8%.

Η χρηματοδότηση της οικονομίας

Σύμφωνα με την ΤτΕ, το Νοέμβριο του 2025, o ετήσιος ρυθμός μεταβολής της συνολικής χρηματοδότησης του ιδιωτικού τομέα διαμορφώθηκε σε 7,2%, κυρίως λόγω της αύξησης της χρηματοδότησης των μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων κατά 9,6% και των ιδιωτών κατά 2%.

Η ενίσχυση της χρηματοδότησης των επιχειρήσεων συμβάλλει στην αύξηση των επενδύσεων και του ρυθμού οικονομικής ανάπτυξης. Η χρηματοδότηση των μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων ευνοήθηκε από τη χρήση των πόρων του Μηχανισμού Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, τα συγχρηματοδοτούμενα προγράμματα του ΕΣΠΑ 2021-2027, καθώς και τα χρηματοδοτικά εργαλεία της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας και του Ομίλου της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων.

Ο ετήσιος ρυθμός μεταβολής της χρηματοδότησης προς τα νοικοκυριά παραμένει χαμηλός, αν και επιταχυνόμενος το τελευταίο διάστημα. Τα καταναλωτικά δάνεια αυξάνονται με ρυθμό ελαφρώς υψηλότερο από το ρυθμό αύξησης του ονομαστικού ΑΕΠ, ενώ ο ρυθμός μεταβολής των στεγαστικών δανείων – που έγινε πρόσφατα ελαφρά θετικός για πρώτη φορά μετά από 15 έτη – αναμένεται να ενισχυθεί τροφοδοτούμενος εν μέρει από τις εκταμιεύσεις του προγράμματος “Σπίτι μου ΙΙ”.

Αντίστοιχα, για τις επιχειρήσεις μικρομεσαίου μεγέθους οι νέες χορηγήσεις που συνδέονται με χρηματοδοτικά εργαλεία ή με δάνεια του Μηχανισμού Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας ανέρχονται σε περίπου 45%. Πάντως γενικότερα, η ευρωστία της πιστωτικής επέκτασης προς τις επιχειρήσεις αντανακλά την τόνωση της ζήτησης τραπεζικών δανείων, εξαιτίας της ανόδου της οικονομικής δραστηριότητας και της μείωσης των τραπεζικών επιτοκίων δανεισμού.

Όσον αφορά τις εξελίξεις στην πλευρά της προσφοράς τραπεζικών πιστώσεων, οι ελληνικές τράπεζες συγκέντρωσαν στο διάστημα Ιανουαρίου-Οκτωβρίου 2025 σημαντικά κεφάλαια κυρίως από εισροές καταθέσεων πελατών, αλλά και από τη διατραπεζική αγορά του εξωτερικού, καθώς και μέσω της έκδοσης ομολόγων. Η άντληση ρευστότητας από το Ευρωσύστημα μειώθηκε την ίδια περίοδο και το συνολικό υπόλοιπο δανεισμού από το Ευρωσύστημα έφθασε πλέον σε πολύ χαμηλό επίπεδο.

Οι προοπτικές των τραπεζών

Η ΤτΕ σημειώνει ότι οι προοπτικές παραμένουν θετικές και για το 2026 και, παρά την πτώση των επιτοκίων, η κερδοφορία αναμένεται να παραμείνει υψηλή. Κοιτάζοντας μπροστά, οι τράπεζες θα πρέπει να διασφαλίσουν ότι η πιστωτική επέκταση στηρίζεται σε συντηρητικά κριτήρια και διαδικασίες, προκειμένου να διατηρήσουν την ποιότητα του ενεργητικού τους και να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά τις υπολειπόμενες εστίες πιστωτικού κινδύνου.

Θα πρέπει επίσης να διαχειρίζονται αποτελεσματικά τα θέματα κόστους και να προσαρμόζονται στο μεταβαλλόμενο οικονομικό περιβάλλον και τις τάσεις ψηφιοποίησης, για να επιτύχουν τη διατήρηση της κερδοφορίας τους τα επόμενα χρόνια. Οι συνεχείς επενδύσεις στην τεχνολογία είναι απαραίτητες προκειμένου να θωρακιστούν από κυβερνοεπιθέσεις, να βελτιώσουν την αποτελεσματικότητά τους και να ανταποκριθούν καλύτερα στις εξελισσόμενες απαιτήσεις των καταναλωτών.

Επιπλέον, οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι που σχετίζονται και με τις διεθνείς εξελίξεις συνεχίζουν να αποτελούν το πιο απρόβλεπτο και εν δυνάμει σημαντικό παράγοντα κινδύνου, κάτι το οποίο θα πρέπει οι τράπεζες να λαμβάνουν υπόψη τους στον καθορισμό της μερισματικής πολιτικής τους καθώς και στη διατήρηση των κεφαλαιακών αποθεμάτων. Η ανθεκτικότητα που έχει επιτευχθεί δεν πρέπει να οδηγεί σε εφησυχασμό και αποφάσεις με βραχυπρόθεσμο ορίζοντα.

Σημαντικές προκλήσεις

Από την πλευρά του το ΕΣ επισημαίνει ότι οι τράπεζες καλούνται να λειτουργήσουν σε ένα περιβάλλον αυξημένων προκλήσεων. Οι γεωπολιτικές αβεβαιότητες, οι κίνδυνοι που απορρέουν από την κλιματική αλλαγή, η ταχεία ψηφιακή μετάβαση και οι απειλές στον κυβερνοχώρο, καθώς και η αύξηση του κινδύνου αναφορικά με την έκθεση των τραπεζών στις ΜμΕ και στα εμπορικά ακίνητα – σε συνδυασμό με την ανάδειξη της απαρχής συσσώρευσης κυκλικών συστημικών κινδύνων στη χρηματοδότηση των επιχειρήσεων και στις τιμές των οικιστικών ακινήτων στη χώρα – εντείνουν την προσοχή στην εσωτερική διακυβέρνηση, στη διαχείριση κινδύνων και στην επιχειρησιακή ανθεκτικότητα των ελληνικών τραπεζών.

Στο πλαίσιο αυτό, οι βασικές προκλήσεις για τον ελληνικό τραπεζικό τομέα αφορούν στα εξής πεδία:

  • Κεφαλαιακή επάρκεια: διατήρηση ικανοποιητικού επιπέδου κεφαλαιακής επάρκειας μέσω της ποσοτικής και ποιοτικής βελτίωσης της κεφαλαιακής βάσης των ελληνικών τραπεζών, καθώς ένα μεγάλο μέρος των συνολικών εποπτικών ιδίων κεφαλαίων τους αφορά σε οριστικές και εκκαθαρισμένες αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις και υποχρεώσεις.
  • Κερδοφορία και εσωτερική δημιουργία κεφαλαίου: επέκταση της λειτουργικής κερδοφορίας και της ικανότητας εσωτερικής δημιουργίας κεφαλαίου, ειδικότερα εντός των υφιστάμενων συνθηκών μείωσης των επιτοκίων και των μελλοντικών σχεδίων επιτάχυνσης της απόσβεσης της αναβαλλόμενης φορολογίας.
  • Πιστωτικός κίνδυνος: περαιτέρω μείωση του δείκτη ΜΕΔ, ο οποίος παραμένει υψηλότερος από τον μ.ο. της ευρωζώνης, και συγκράτηση του κόστους κινδύνου. • Πιστωτική επέκταση: ενίσχυση της χρηματοδότησης της πραγματικής οικονομίας, αξιοποιώντας τον ιδιαίτερα χαμηλό δείκτη δανείων προς καταθέσεις και την υψηλή ρευστότητα, σε συνδυασμό με τις διαθέσιμες ευρωπαϊκές πηγές χρηματοδότησης.
  • Επιτοκιακό περιθώριο: σταδιακή εξομάλυνση (μείωση) του καθαρού επιτοκιακού περιθωρίου (προσεγγίζοντας τον ευρωπαϊκό μ.ο.), ώστε το κόστος δανεισμού να είναι πιο ανταγωνιστικό και τα νέα δάνεια να γίνονται περισσότερο προσιτά για τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά.

Συμπερασματικά, η πορεία ισχυροποίησης των ελληνικών τραπεζών πρέπει να συνοδευθεί από αδιάκοπη και αποτελεσματική παρακολούθηση των τραπεζικών κινδύνων, επαρκείς προβλέψεις για ζημίες από δάνεια και συστηματική ευθυγράμμιση με το ευρωπαϊκό εποπτικό πλαίσιο.

Διαβάστε ακόμη: