Σε μία από τις πιο ρευστές και επικίνδυνες καμπές που έχει συναντήσει τα τελευταία χρόνια, η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται ξανά εγκλωβισμένη σε ένα γνώριμο αλλά πάντα εφιαλτικό σενάριο.

Η φωτιά που άναψε στη Μέση Ανατολή και η διαρκής απειλή για τα Στενά του Ορμούζ χτύπησαν κατευθείαν στην αχίλλειο πτέρνα της ηπείρου, την ενέργεια, φέρνοντας τις αγορές πετρελαίου και φυσικού αερίου σε κατάσταση συναγερμού μέσα σε ελάχιστα 24ωρα.

Ο εισαγόμενος πληθωρισμός επιστρέφει από την πίσω πόρτα για να ροκανίσει όση σταθερότητα κατάφεραν με κόπο να χτίσουν οι ευρωπαϊκές οικονομίες, μόνο που αυτή τη φορά η πίεση δεν μένει στους δείκτες των αναλυτών. Μεταφέρεται αυτούσια στα ράφια των σούπερ μάρκετ, στα πρατήρια καυσίμων και στις καθημερινές συναλλαγές, εκεί όπου ο κόσμος βλέπει τους λογαριασμούς να φουσκώνουν ξανά, πολύ πριν οι ηγέτες στις Βρυξέλλες προλάβουν να συμφωνήσουν στο πώς θα αναχαιτίσουν το νέο κύμα.

Στην Ελλάδα, η τιμή της αμόλυβδης βενζίνης και του πετρελαίου κίνησης έχει ήδη αγγίξει ή και ξεπεράσει τα 2,20 ευρώ το λίτρο σε πολλές περιοχές της επικράτειας, δημιουργώντας ασφυκτικές συνθήκες. Μπροστά σε αυτή την εκρηκτική πραγματικότητα, όλα τα βλέμματα είναι στραμμένα στις ευρωπαϊκές διαβουλεύσεις. Η απαίτηση για συντονισμένη, τολμηρή και άμεση δράση σε επίπεδο Κορυφής είναι εντονότερη από ποτέ.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή βρίσκεται υπό καθεστώς πρωτοφανούς πίεσης, καθώς καλείται να διαμορφώσει έναν αποτελεσματικό μηχανισμό προστασίας που δεν θα περιορίζεται σε προσωρινές λύσεις. Το κεντρικό διακύβευμα αυτής της κρίσιμης συγκυρίας συμπυκνώνεται στην ανάγκη για ουσιαστική δημοσιονομική ευελιξία.

Τα κράτη-μέλη ζητούν επιτακτικά την αύξηση των ορίων δαπανών, προκειμένου να αποκτήσουν τον απαραίτητο ζωτικό χώρο ώστε να διοχετεύσουν γενναίες ενισχύσεις στην οικονομία, χωρίς όμως να βρεθούν υπό την απειλή κυρώσεων ή να παραβιάσουν το αυστηρό πλαίσιο του Συμφώνου Σταθερότητας.

Η στρατηγική που συζητείται στους διαδρόμους των Βρυξελλών και διαμορφώνεται στις συνόδους των υπουργών αναπτύσσεται γύρω από τρεις θεμελιώδεις άξονες, με πρώτο και πλέον επείγοντα, την αγορά της ενέργειας και του ηλεκτρικού ρεύματος. Η δομική στρέβλωση της Ευρωπαϊκής αγοράς, όπου η τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος διαμορφώνεται σε μεγάλο βαθμό από την οριακή τιμή του φυσικού αερίου, αποδεικνύεται για άλλη μια φορά καταστροφική.

Οι Ευρωπαίοι ηγέτες ασκούν έντονες πιέσεις στην Κομισιόν για την παρουσίαση έκτακτων προτάσεων που θα επιτρέψουν την ουσιαστική αποσύνδεση των δύο αυτών μεγεθών, ώστε οι διακυμάνσεις της διεθνούς αγοράς αερίου να μην μετακυλίονται αυτόματα και ανεξέλεγκτα στους λογαριασμούς των καταναλωτών.

Παράλληλα, στο τραπέζι βρίσκεται και η αναθεώρηση του συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα (ETS). Το υπέρογκο κόστος των ρύπων, αν και σχεδιασμένο ως εργαλείο πράσινης μετάβασης, αυτή τη στιγμή λειτουργεί ως πρόσθετο βαρίδι για την ευρωπαϊκή βιομηχανία, υπονομεύοντας καίρια την ανταγωνιστικότητά της έναντι των διεθνών αλυσίδων παραγωγής.

Ο δεύτερος άξονας επικεντρώνεται στην αντιμετώπιση της οξείας ακρίβειας στα καύσιμα μέσω στοχευμένων φορολογικών ελαφρύνσεων. Πολλές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, με την Αθήνα να βρίσκεται στην πρώτη γραμμή των διεκδικήσεων, ζητούν με επιμονή την παροχή ευρωπαϊκού «πράσινου φωτός» ή την ενεργοποίηση ειδικών ρητρών που θα επιτρέψουν την προσωρινή μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης (ΕΦΚ) και του ΦΠΑ στα καύσιμα.

Μέχρι στιγμής, οι εθνικές προσπάθειες στηρίζονται σε τοπικά μέτρα ανάσχεσης, όπως οι επιδοτήσεις στην αντλία με τη θεσμική ή εθελοντική συμμετοχή των διυλιστηρίων. Χωρίς μια ενιαία, θεσμοθετημένη και συντονισμένη ευρωπαϊκή απάντηση, η αποτελεσματικότητα των εθνικών μέτρων παραμένει περιορισμένη και οικονομικά ασταθής.

Ο τρίτος, και ίσως ο πιο καθοριστικός άξονας για τη μακροπρόθεσμη σταθερότητα, αφορά τον επανακαθορισμό των δημοσιονομικών κανόνων και την παροχή πρόσθετου χώρου δαπανών. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, αναγνωρίζοντας το μέγεθος της πρόκλησης, προσανατολίζεται στην εισαγωγή μιας ειδικής «πράσινης» ρήτρας διαφυγής.

Η πρόταση αυτή προβλέπει τη δυνατότητα παροχής πρόσθετου δημοσιονομικού περιθωρίου, που μπορεί να φτάσει έως και το 0,3% του ΑΕΠ ετησίως εκτός των αυστηρών ορίων του δημοσιονομικού πλαισίου. Απαραίτητη προϋπόθεση για τη χρήση αυτών των πόρων είναι η διοχέτευσή τους σε έργα και πρωτοβουλίες που επιταχύνουν την πράσινη μετάβαση, την ενεργειακή εξοικονόμηση και την πλήρη απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα.

Ταυτόχρονα, εξετάζεται σοβαρά η διεύρυνση της Εθνικής Ρήτρας Διαφυγής ώστε να δοθεί στα κράτη-μέλη η ευχέρεια να χρηματοδοτήσουν τη θωράκιση των κρίσιμων ενεργειακών υποδομών και την ενίσχυση της ανθεκτικότητας των δικτύων μεταφοράς απέναντι σε γεωπολιτικές ή υβριδικές απειλές.

Το χρονοδιάγραμμα των επόμενων κινήσεων είναι εξαιρετικά σφιχτό και δεν αφήνει περιθώρια για κωλυσιεργίες. Η κρίσιμη τακτική Σύνοδος Κορυφής του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου είναι προγραμματισμένη για τις 15 και 16 Οκτωβρίου 2026. Ωστόσο, η προπαρασκευή του εδάφους θα πραγματοποιηθεί νωρίτερα, στο πλαίσιο του ατυπου Συμβουλίου Υπουργών Ενέργειας στις 28 και 29 Σεπτεμβρίου 2026.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται ξανά ενώπιον μιας ιστορικής δοκιμασίας. Το στοίχημα δεν είναι μόνο η διαχείριση μιας ακόμη πρόσκαιρης οικονομικής αναταραχής, αλλά η περιφρούρηση της κοινωνικής συνοχής και η διασφάλιση της βιομηχανικής προοπτικής της γηραιάς ηπείρου σε έναν ολοένα και πιο αβέβαιο κόσμο.

Διαβάστε ακόμη: