Για δεκαετίες, η Ευρώπη υπήρξε το κατεξοχήν παράδειγμα κοινωνικού κράτους. Οι πολίτες απολάμβαναν υψηλού επιπέδου δημόσιες υπηρεσίες, γενναιόδωρες συντάξεις, δωρεάν ή χαμηλού κόστους υγεία και εκπαίδευση. Το σύστημα λειτουργούσε όσο η οικονομία αναπτυσσόταν και ο πληθυσμός αυξανόταν.

Σήμερα όμως οι συνθήκες έχουν αλλάξει δραματικά.

Οι γενιές που γεννήθηκαν μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι λεγόμενοι baby boomers, εισέρχονται πλέον μαζικά στην τρίτη ηλικία, ενώ οι νεότερες γενιές είναι αριθμητικά μικρότερες και καλούνται να στηρίξουν ένα ολοένα πιο ακριβό συνταξιοδοτικό και κοινωνικό σύστημα.

Η μεγάλη ανατροπή στην αγορά κατοικίας

Το πρώτο και πιο ορατό πεδίο της διαγενεακής ανισότητας είναι η κατοικία.

Οι σημερινοί συνταξιούχοι απέκτησαν τα σπίτια τους σε περιόδους όπου οι τιμές των ακινήτων ήταν πολλαπλάσια χαμηλότερες από τις σημερινές. Παρά τα υψηλά επιτόκια που αντιμετώπισαν τότε, αγόρασαν ακίνητα τα οποία σήμερα αξίζουν πολύ περισσότερο από την αρχική τους τιμή.

Αντίθετα, οι νεότεροι Ευρωπαίοι βρίσκονται αντιμέτωποι με μια αγορά κατοικίας που μοιάζει απρόσιτη.

Οι τιμές των ακινήτων έχουν αυξηθεί σημαντικά την τελευταία δεκαετία, ενώ τα ενοίκια ακολουθούν ανοδική πορεία ταχύτερη από τους μισθούς. Ως αποτέλεσμα, ολοένα περισσότεροι νέοι παραμένουν στο πατρικό σπίτι ακόμη και μετά τα 30 τους χρόνια.

Η εικόνα αυτή δεν αφορά μόνο τις μεγάλες μητροπόλεις. Από την Αθήνα και τη Λισαβόνα μέχρι το Παρίσι και το Βερολίνο, η πρόσβαση στην ιδιοκατοίκηση μετατρέπεται σταδιακά σε προνόμιο.

Το συνταξιοδοτικό βάρος

Ακόμη μεγαλύτερη είναι η πίεση που ασκεί το δημογραφικό πρόβλημα στα δημόσια οικονομικά.

Το ευρωπαϊκό μοντέλο βασίζεται κυρίως στο διανεμητικό σύστημα. Οι σημερινοί εργαζόμενοι χρηματοδοτούν τις συντάξεις των σημερινών συνταξιούχων, με την προσδοκία ότι οι επόμενες γενιές θα πράξουν το ίδιο για αυτούς.

Το πρόβλημα είναι ότι η αναλογία εργαζομένων προς συνταξιούχους μειώνεται διαρκώς.

Στη δεκαετία του 1960 αντιστοιχούσαν περισσότεροι από πέντε εργαζόμενοι σε κάθε συνταξιούχο στη Δυτική Ευρώπη. Σήμερα η αναλογία έχει περιοριστεί περίπου στους δυόμισι εργαζόμενους ανά συνταξιούχο και σε ορισμένες χώρες η επιδείνωση είναι ακόμη μεγαλύτερη.

Αυτό σημαίνει ότι κάθε εργαζόμενος καλείται να επωμιστεί πολύ μεγαλύτερο βάρος εισφορών και φόρων για να διατηρηθεί το ίδιο επίπεδο παροχών.

Λιγότερα χρήματα για ανάπτυξη και καινοτομία

Η συζήτηση δεν αφορά μόνο τις συντάξεις.

Οι οικονομολόγοι επισημαίνουν ότι οι τεράστιες δαπάνες που απαιτεί η γήρανση του πληθυσμού περιορίζουν τους διαθέσιμους πόρους για άλλες κρίσιμες επενδύσεις.

Εκπαίδευση, έρευνα, τεχνολογία, καινοτομία και ψηφιακός μετασχηματισμός συχνά υποχωρούν μπροστά στην ανάγκη διατήρησης των κοινωνικών δαπανών.

Σε πολλές περιπτώσεις, οι κυβερνήσεις προτιμούν να προστατεύσουν συντάξεις και υφιστάμενα κοινωνικά δικαιώματα, καθώς οι μεγαλύτερες ηλικίες αποτελούν και την πολυπληθέστερη εκλογική βάση.

Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος: οι νεότεροι πληρώνουν περισσότερα, αποκτούν λιγότερα περιουσιακά στοιχεία και ταυτόχρονα βλέπουν μικρότερες επενδύσεις στο μέλλον τους.

Η μετανάστευση ως δημογραφική λύση

Αρκετοί αναλυτές θεωρούν ότι η μόνη ρεαλιστική λύση για τη βελτίωση της σχέσης εργαζομένων και συνταξιούχων είναι η ενίσχυση του εργατικού δυναμικού μέσω της μετανάστευσης.

Ωστόσο, το μεταναστευτικό παραμένει ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα πολιτικά ζητήματα στην Ευρώπη.

Η ανάγκη για νέους εργαζόμενους συγκρούεται συχνά με τις πολιτικές και κοινωνικές αντιδράσεις που προκαλεί η αύξηση των μεταναστευτικών ροών.

Μια νέα γενεακή σύγκρουση

Το αποτέλεσμα είναι ότι η Ευρώπη εισέρχεται σε μια περίοδο όπου οι βασικές κοινωνικές και οικονομικές αντιθέσεις δεν διαμορφώνονται πλέον μόνο από την ταξική ή εθνική καταγωγή, αλλά και από την ηλικία.

Οι νεότεροι αισθάνονται ότι εργάζονται περισσότερο, πληρώνουν υψηλότερους φόρους και αντιμετωπίζουν δυσκολότερη πρόσβαση στη στέγαση από ό,τι οι γονείς τους στην ίδια ηλικία.

Από την άλλη πλευρά, οι μεγαλύτερες γενιές υποστηρίζουν ότι οι ίδιες συνέβαλαν καθοριστικά στην οικοδόμηση της μεταπολεμικής ευημερίας και δικαιούνται τις παροχές που απέκτησαν.

Η συζήτηση αυτή αναμένεται να ενταθεί τα επόμενα χρόνια, καθώς η γήρανση του πληθυσμού επιταχύνεται και οι κυβερνήσεις θα κληθούν να ισορροπήσουν ανάμεσα στη διατήρηση του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου και στη βιωσιμότητά του για τις επόμενες γενιές.

Το ερώτημα πλέον δεν είναι αν το πρόβλημα υπάρχει. Είναι αν η Ευρώπη θα καταφέρει να αναπροσαρμόσει το κοινωνικό της συμβόλαιο πριν οι διαγενεακές ανισότητες μετατραπούν σε μόνιμο παράγοντα οικονομικής και πολιτικής αστάθειας.

Διαβάστε ακόμη: